Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Οι μεταρρυθμίσεις, η κρίση & οι θεσμοί

  Γράφει: Ιωάννα Σαπφώ Πεπελάση
  Πηγή:skai
 Όταν οι μεταρρυθμίσεις γίνονται βεβιασμένα συνήθως δεν έχουν τις προϋποθέσεις για να διασφαλισθεί η άριστη λειτουργία των νέων θεσμών που εισάγουν.
 Η οικονομία είναι ένα αόρατο σύστημα που ωστόσο καθορίζει την καθημερινότητα μας με πολύ υλικό και χειροπιαστό τρόπο. Όσο υπήρχε γενική ευημερία αδιαφορούσαμε για το αύριο και το συλλογικό συμφέρον. Μέσα σε μία ψευδαίσθηση ατομικής ευδαιμονίας που κράτησε επικίνδυνα πολύ, είχαμε παρασυρθεί στην χίμαιρα ότι το εφήμερο θα είναι και παντοτινό, παρόλο που η οικονομία σημείωνε πολλά ελλείμματα. Στο κλίμα γενικής εφορίας που είχε διαμορφωθεί, επικράτησε η ιδέα ότι οι κρίσεις ανήκαν πλέον σε ένα μακρινό παρελθόν.

Σήμερα η "αναπάντεχη" κρίση μας έχει βουλιάξει σε ένα εθνικό πένθος, μια συλλογική καταστροφολογία και άφθονη λαϊκή οργή. Την προηγούμενη κατάσταση αφελούς νιρβάνας την έχει αντικαταστήσει ένας ανομολόγητος, μα διάχυτος φόβος ότι δεν θα βγούμε ποτέ από την κρίση. Αυτό είναι λάθος. Ποτέ η ανάπτυξη και η πρόοδος, δεν είναι ευθύγραμμες. Οι δυναμικές της οικονομίας εναλλάσσονται. Οι οικονομικοί κύκλοι είναι συστατικό κομμάτι του καπιταλισμού, και το μεγάλο ερώτημα δεν είναι το αν θα βγούμε από την κρίση αλλά το πότε, και ίσως πιο πρωταρχικά, το πώς θα βγούμε. Έχει σημασία το πώς θα αλλάξουμε. Οι μεταρρυθμίσεις που θα προκύψουν θα επαρκούν απλώς για να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της διεθνούς εποπτείας; ή θα έχουν τη δυνατότητα να
βάλουν την Ελλάδα σε μία νέα τροχιά ποιοτικής ανάπτυξης σε ένα παγκόσμιο σύστημα όλο και πιο ανταγωνιστικό;

Η ιστορική εμπειρία είναι άκρως χρήσιμη. Οι τρεις ιστορικές οικονομικές κρίσεις που εβίωσε η Ελλάδα (σταφιδική κρίση και πτώχευση του 1893, δημοσιονομική κρίση μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και η διεθνής κρίση του 1931-33) παρά το ότι διαφορετικές μεταξύ τους, λειτούργησαν ως έναυσμα για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, μερικές από τις οποίες είχαν μόνιμο χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα η αναδιανομή της γης (1923) και η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος (1928) και εδραίωση της στη δεκαετία του 1930. Τι μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία;

-Όταν οι μεταρρυθμίσεις γίνονται βεβιασμένα συνήθως δεν έχουν τις προϋποθέσεις για να διασφαλισθεί η άριστη λειτουργία των νέων θεσμών που εισάγουν.

-Όταν οι μεταρρυθμίσεις επιβάλλονται από την διεθνή εποπτεία ανακύπτει πάντοτε η ανάγκη προσαρμογής τους στο πολιτισμικό και θεσμικό περιβάλλον της χώρας.

Το πρόβλημα σήμερα είναι πως θα υπερβούμε τις αδυναμίες παρά το ότι οι μεταρρυθμίσεις και τούτη την φορά γίνονται βεβιασμένα και με διεθνή εποπτεία. Η απάντηση ανατρέχει σε δύο επίπεδα. Αφενός, χρειάζεται ενεργοποίηση των πολιτών και συναίνεση καθώς και η εγκατάλειψη επιβλαβών για το κοινωνικό σύνολο κεκτημένων συμφερόντων και κατεστημένων συμπεριφορών. Αφετέρου, θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι οι επιτυχείς μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν προσαρμογές που απαιτούν πολύ χρόνο και δεν μπορούν να υλοποιηθούν μεμιάς. Επίσης προϋποθέτουν

την ορθολογική αξιοποίηση από το κράτος του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας μας πού ποτέ δεν υπήρξε τόσο πλούσιο και που το πιο δυναμικό κομμάτι τώρα δελεάζεται από τη φυγή της μετανάστευσης.

Οι μεταρρυθμίσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της εξέλιξης των θεσμών και της οικονομικής ανάπτυξης. Από τη εποχή της ίδρυσης του Ελληνικού κράτους η χώρα εισάγει δυτικούς θεσμούς, άλλοτε αυτόβουλα και άλλοτε κάτω από εξωτερικές πιέσεις. Στην τωρινή κρίση καλούμαστε να κάνουμε μία υπέρβαση. Πέρα από την υλοποίηση ριζικών θεσμικών αλλαγών, η πολιτική ηγεσία αλλά και οι πολίτες πρέπει να ξεχάσουμε δια παντός τις συμπεριφορές και τα ήθη που σε τελική ανάλυση μας κληροδότησε το μακρύ Οθωμανικό παρελθόν. Έχουμε χρέος προς τις μελλοντικές γενιές, να υιοθετήσουμε νέες αξίες για την επιδίωξη και διαχείριση των συλλογικών συμφερόντων, κάτι που έπρεπε να είχαμε κάνει με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981.

* Η κ. Ιωάννα Σαπφώ Πεπελάση είναι επίκουρη καθηγήτρια Οικονομικής Ιστορίας στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.