Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Τα ψηφιδωτά της Ερμιόνης

           Τα ψηφιδωτά της Ερμιόνης

      Πραγματοποιήθηκε σήμερα αποξήλωση - καθαριότητα, από συνεργείο του Δήμου Ερμιονίδας με την επίβλεψη επιμελητών της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στο οικόπεδο στο οποίο έχουν αποκαλυφθεί τα ερείπια Βυζαντινής Βασιλικής Εκκλησίας δίπλα στο παλαιό δημοτικό σχολείο, που φιλοξενεί σήμερα το δημοτικό κατάστημα Ερμιόνης.

     Την προηγούμενη εβδομάδα πραγματοποιήθηκε στην Ερμιόνη, με πρωτοβουλία του Δημάρχου Δημήτρη Καμιζή συνάντηση και συνεργασία με τον Διευθυντή της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου κ. Αθανασούλη. Το περιεχόμενο της συνάντησης ήταν η συντήρηση και ανάδειξη των ψηφιδωτών του Ναού της Βασιλικής, τα οποία φυλάσσονται σε παρακείμενη αποθήκη.

 Δεν είναι τα ψηφιδωτά της Ερμιόνης μόνον αυτά της Βασιλικής δίπλα στο σχολείο. Είναι και της Βασιλικής του Αγίου Βασιλείου, είναι και αυτά που βρέθηκαν πίσω από την οικία Μεϊντάνη που είναι και τα σημαντικότερα, είναι και άλλα. Φαίνεται ότι αγνοεί ο κύριος Δήμαρχος το όλο θέμα, πιθανόν και όλοι όσοι συμμετείχαν στην συνάντηση. Αυτό δείχνει ότι δεν μελετούν τα τοπικά βιβλία ούτε διάβαζαν τον τοπικό τύπο, όπου και σχετικές φωτογραφίες.
Τα ψηφιδωτά της Ερμιόνης είναι πολλά και σημαντικά και πρέπει να ξαναβρούν τη θέση τους στην Ερμιόνη. Είναι η κύρια μαρτυρία της μεγάλης άνθισης της Ερμιόνης κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους.
Είχα παλιά πει ότι η στέγαση του Δήμου Ερμιόνης στο Δημοτικό Σχολείο του Μπιστιού ήταν μια πολυτέλεια. Τώρα που δεν υπάρχουν τέτοιες ανάγκες είναι ευκαιρία να δρομολογηθεί εκεί το Αρχαιολογικό Μουσείο Ερμιόνης.
Και πού βρίσκονται τα ψηφιδωτά μας; Βρίσκονται στα υπόγεια του μουσείου του Άργους, τυλιγμένα σε ρολό, σαν χαλιά, έτσι όπως αποκολλήθηκαν από την αρχική τους θέση. Έτσι μένουν εδώ και 40-50 χρόνια και αν ρωτήσετε, το αγνοούν και οι αρμόδιοι του μουσείου.
Άρα η πρωτοβουλία πρέπει να είναι ουσιαστική και μακρόπνοη, όχι έτσι για να συζητάμε. Γιατί τέτοιες συζητήσεις για συντήρηση και ανάδειξη ...έπεα πτερόεντα, έχει βουλιάξει ο τόπος πια.

Έρρωσθε,

Βασίλης Γκάτσος