Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Τάκης Σπετσιώτης: Το τελευταίο μέρος της συνέντευξης στη Μυρσίνη Σαμαρά

Το τελευταίο  μέρος της συνέντευξης του Τάκη Σπετσιώτη στη Μυρσίνη Σαμαρά
 
(Το α΄μέρος εδώ )       (Το β΄μέρος εδώ )
 (Το τελευταίο μέρος  εδώ )
             

  Μ.Σ. Το μυθιστόρημά σου «Δελτίον ταυτότητος» έχει μερικά ενοχλητικά σημεία που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα λογοτεχνικά στερεότυπα. ΄Εχεις στο νου σου μια άλλη οπτική γωνία και πού εντάσσεται λογοτεχνικά;

Τ.Σ.΄Οταν έκανα το «Μετέωρο και Σκιά», το 1985, που αναφερόταν στον ομοφυλόφιλο και ναρκομανή Λαπαθιώτη, και, καθώς η ταινία είχε βγει κατάλληλη για ανηλίκους, βιάστηκαν πολλοί να με κατηγορήσουν ότι δεν είχε τολμηρές ερωτικές σκηνές, γυμνά, ή σκηνές όπου ο ήρωας κάνει ενέσεις ηρωίνης. Σε κάποιους σύγχρονους θεατές αμερικάνους, που είδαν το dvd, όταν
κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη το 2000, τους φάνηκε παράξενο επίσης για αυτόν το λόγο. Είχα πει τότε ότι για ένα έργο του οποίου το σενάριο ήταν τόσο προσηλωμένο στην ιστορία και στο ντοκουμέντο, που η πλοκή και οι διάλογοί του στηρίζονταν σε μια αντικειμενική βιβλιογραφία, ήδη υπάρχουσα, το να βάλω γυμνά και ερωτικές σκηνές μού φαινόταν άκομψο – δεν ήταν ερωτική ταινία, ήταν πορτραίτο ενός ποιητή, γι’ αυτό τα είχα αποφύγει. Το τι επιλέγεις να δείξεις ή να γράψεις δεν είναι θέμα καπρίτσιου αλλά ουσίας, έχεις δέκα θέματα διαλέγεις το ένα. 

΄Οταν στο «Δελτίον ταυτότητος» μιλάω για ένα δωδεκάχρονο παιδί που ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του και μάλιστα βίαια, επόμενο είναι να σταθώ σε κάποιες λεπτομέρειες που μόνο Γραμματείς και Φαρισαίους μπορούν να σοκάρουν. Ξεχνάτε πώς μιλάνε αυτά τα παιδιά σήμερα; Σημασία έχει μέσα σε τι πλαίσιο εντάσσεις το λεγόμενο τολμηρό ερωτικό υλικό, αν το εντάσσεις στο ρεαλισμό ή στο συμβατικό καθωσπρεπισμό. Δε νομίζω ότι σ’ ένα βιβλίο στοχασμού και ποίησης, όπως το «Δελτίον ταυτότητος», ο αναγνώστης πρέπει να μείνει σε κάποιες τολμηρές ερωτικές σκηνές που ούτως ή άλλως  είναι χρήσιμες στην ανάδειξη της ατμόσφαιρας και της αλήθειας του έργου. Τολμηρός, εμπρηστικός ήταν για την εποχή του και ο Ζαν Ζενέ. Και πόσα δεν άκουσε για το «Ημερολόγιο ενός κλέφτη», το 1949. Ε, και τι έγινε; Τον απέτρεψαν οι γκρίνιες ενός στενοκέφαλου περίγυρου της εποχής του από το να θεωρείται σήμερα ένας μεγάλος της λογοτεχνίας του ερωτισμού;

Μ.Σ.  Ο όρος «ένταξη στη λογοτεχνία» παραπέμπει σε φορμαλιστικές κατασκευές.Το μυθιστόρημά σου έχει διττότητα. Κινείται ανάμεσα στην κλασική λογοτεχνία (19ος αι. και Εμμανουήλ Ροΐδης) και στη σύγχρονη αφήγηση με εσωτερική σύνδεση παρά με εξωτερικές τεχνικές. Εννοώ το τρίτο μέρος, κυρίως, που ξαφνιάζει με τον τίτλο του «Νόησις».

Τ.Σ. Πράγματι, το «Δελτίον ταυτότητος», είναι νομίζω ένα από τα πιο εύστοχα στη μορφή έργα που έχω γενικώς κάνει, όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και τον κινηματογράφο. Εδώ η μορφή αυτής της διττότητας (το μισό βιβλίο γραμμένο σε πρώτο  αφηγηματικό πρόσωπο και το άλλο μισό σε τρίτο ), δεν απηχεί μόνο τη διττότητα της ύπαρξης του ήρωα, τον κατακερματισμό της ταυτότητάς του,  αλλά αναπαρασταίνει και τέλεια, θάλεγες, την κάρτα της αστυνομικής ταυτότητας επίσης. Το μπροστινό της μέρος με τη φωτογραφία του ήρωα,  που τον ακούμε να μιλάει αυτοπροσώπως, και το δακτυλικό του αποτύπωμα. Το πίσω μέρος με τα στοιχεία του, όπως τα γράφει σε γ’πρόσωπο ο ληξίαρχος και, στην περίπτωση της ιστορίας μας, μετά τη συμβολική αυτοκτονία του παιδιού, ο αστυνόμος, και κατ’ επέκταση ο συγγραφέας. Μού είναι πολύ δύσκολο και κάπως άχαρο να κάνω εγώ την κριτική ανάλυση ενός δικού μου πονήματος. ΄Αλλωστε θα ήταν κι εγωιστικό. 
Οφείλω ωστόσο να ομολογήσω ότι δυσκολεύτηκα πολύ να βάλω τον συμβατικό επίτιτλο «μυθιστόρημα» στο βιβλίο. Δε νιώθω αποκλειστικά μυθιστοριογράφος ούτε με την κλασική ούτε με τη νεωτερική έννοια του όρου. Χρησιμοποίησα τον όρο μυθιστόρημα ως σύμβαση, παρόλο που η ρεαλιστική αφήγηση στο βιβλίο είναι πολύ αναγνωρίσιμη. Σε μια σημείωση, στο τέλος του βιβλίου, έκανα λόγο για μυθιστορηματικό δοκίμιο. ΄Οπως δεν μπορώ, κατά κάποιο τρόπο, να αυτονομήσω, να αποκόψω αυτό το συγκεκριμένο έργο μου από ό,τι μέχρι τώρα έχω κάνει, ταινίες, βιβλία, κάποιες παραστάσεις, έτσι και δεν μπορώ να πω ότι οριστικά ανήκει σε ένα και μόνο είδος. Σίγουρα είναι πολύ κοντά στο μυθιστόρημα αλλά παράλληλα εμπεριέχει ίχνη αυτοβιογραφίας, όπως και δοκιμίου, με την έννοια ότι δεν αφηγείται τις περιπέτειες του Παύλου Μέρλου μόνο, αλλά
διατρέχει συνειδητά και όλη την γκάμα της λογοτεχνίας που έχει διαβάσει ο ερανιστής συγγραφέας, με αναφορές σε συγγραφείς πολλών εποχών, και πολλών λογοτεχνικών ρευμάτων, άλλοτε υπόγειες, άλλοτε πολύ εμφανείς, παραφράσεις κειμένων τους ενσωματωμένες στο κύριο σώμα του κειμένου κ.λ.π. ΄Ενα παράλληλο βιβλίο μέσα στο βιβλίο δηλαδή, με όλα αυτά. ΄Ολη αυτή την τακτική που προσπαθεί να μην περιορίσει ένα αφήγημα στον κλασικό του ρόλο της μυθοπλαστικής διεκπεραίωσης, αλλά να το μετατρέψει και σε ένα έργο φιλολογικής τάξης.΄Αλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε και την ιστορία αυτού του βιβλίου. Το πρώτο μέρος αποτελεί την ανάπτυξη ενός μικρού διηγήματος που είχα δημοσιεύσει το 1978 με τίτλο «Μια φιλία». Το 1993, προσθέτοντας ένα δεύτερο μέρος, μετέτρεψα το διήγημα αυτό σε κινηματογραφικό σενάριο, με τίτλο « Πύρινες χαρές», με την επιδότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Σεναρίων. Η ταινία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και ξαναεργάστηκα  πάνω στο ίδιο σχέδιο, μετατρέποντάς το σε μυθιστόρημα, με τίτλο «Δελτίον ταυτότητος», στο οποίο πρόσθεσα κι ένα τρίτο μέρος, που δεν υπήρχε στο σενάριο. Είναι όλο μαζί a play within  a play (ένα έργο μέσα σε ένα έργο).   

Μ.Σ.  Ποιο είναι το μέρος του βιβλίου σου που θάθελες να χαρίσεις περισσότερο στους αναγνώστες σου και τι θα τους έλεγες;

Τ.Σ.Παρόλο που είναι σπονδυλωτό, το μυθιστόρημα είναι ενιαίο.Νομίζω χάνει κάποιος πολλά από την ουσία του αν, για οποιονδήποτε λόγο, εστιάσει την προσοχή του σε ένα και μόνο μέρος.

Μ.Σ. Το έργο σου είναι πρωτεϊκό αλλά και η ταυτόχρονη αναζήτηση της αλήθειας, ένα οιδιποδικό ταξίδι.΄Εχεις ένα κοινό που περιμένει το επόμενο έργο σου. Τι υπάρχει;

Τ.Σ. Κρατάω σημειώσεις και φορτίζομαι από διάφορα ερεθίσματα. Η ποσότητα δεν μ’ ενδιαφέρει, επανέρχομαι στη δημιουργία όχι εκβιαστικά, αλλά όταν έρθει η ώρα, όταν δεν έχω άλλη επιλογή. Και βέβαια αν βοηθήσουν και οι θεές Υγεία, ΄Εμπνευση και Τύχη.

 Μ.Σ. Οι ήρωές σου είναι έφηβοι που μεταβαίνουν στην ενηλικίωση και στην ωριμότητα μέσα από το λαβύρινθο των εμπειριών  τους. Ακόμη και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης εξετάζεται και ως ποιητής – νέος.Τι αξίζει από αυτά στην τωρινή εποχή και τι τους
οφείλεται να πάρουν από αυτή;

Τ.Σ. Οι ήρωες του μυθιστορήματός μου ανήκουν λίγο πολύ στην τωρινή εποχή.  Πιστεύω ότι τα βιώματα της μετάβασης από την εφηβεία στην ενηλικίωση είναι λίγο ως πολύ κοινά, ανεξαρτήτως εποχών. Εντάξει, με κάποιες διαφορές. Θέλω να δώσω τις δικές μου αισθητικές εμπειρίες και συγκινήσεις και να αφήσω τους αναγνώστες ή τους θεατές να επικοινωνήσουν μ’ αυτές. ΄Οσον 

(Φωτογραφίες: Από την ταινία "Κοράκια  ή  Το παράπονο του νεκροθάφτη") 
αφορά τον Λαπαθιώτη, δεν καταπιάνομαι  με πρόσωπα του παρελθόντος, αν δεν παρουσιάζουν άλλοτε μια πιο φανερή, άλλοτε μια πιο υπόγεια σύνδεση με το σήμερα, ένα σύγχρονο ενδιαφέρον. Το ρετρό και η νοσταλγία δεν είναι  πρώτιστα η μέριμνά μου. ΄Αλλωστε την αστυφιλία, την εσωτερική μας μετανάστευση, τη χρόνια πολιτική φαυλότητα, αυτό το είδος του μόνιμου εμφύλιου ανάμεσα στον πολιτικό και τον ψηφοφόρο που είναι μια μόνιμη ελληνική ανοιχτή πληγή δεν τα παρουσιάζω καθόλου
κολακευτικά σε μια ταινία μου εποχής, όπως τα «Κοράκια ή Το παράπονο του νεκροθάφτη», ταινία στην οποία το παρελθόν δεν παρουσιάζεται με τη συνήθη ειδυλλιακότητα, νταντέλλες, καντάδες, ηθογραφικές λεπτομέρειες...Θυμάμαι κάποτε συνάντησα τυχαία το λαϊκό τραγουδιστή Κώστα Καφάση που, γνωρίζοντάς με, έσπευσε να μού πει για το «Μετέωρο και Σκιά» : «Είχαμε μια φιξαρισμένη εικόνα για την κοινωνία εκείνης της εποχής, του μεσοπολέμου. Και μάς τη βίασες…»

 Μ.Σ. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η καλύτερη σχέση του σκηνοθέτη με το κοινό του σήμερα. Μήπως σκηνοθετεί μόνο γι’ αυτό και προσπερνά ενοχλητικά την τέχνη;

Τ. Σ. Δε σκηνοθετώ ούτε αποκλειστικά για την τέχνη χωρίς κοινό, τουλάχιστον από πρόθεση – πώς θα ήταν δυνατόν; - ούτε και για το κοινό χωρίς την τέχνη, με την έννοια ότι δεν ενδίδω σε υποχωρήσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις, και δεν κάνω συμβιβασμούς που δεν είναι του γούστου μου και του τύπου μου. Και το ’χω πληρώσει αυτό χάνοντας δουλειές, χρήματα. Προσπαθώ να φχαριστιέμαι με ό,τι κάνω, να με γεμίζει πραγματικά, γιατί τότε θα το κάνω αληθινά και σύμφωνα με τις αρχές μου.
Αυτή είναι κι η αληθινή επικοινωνία του καλλιτέχνη με το κοινό. Κι ας έχει τίμημα.  

......... Κείνη την ώρα έβρεχε...Μια σιγανή, επίμονη, ρεμβαστική βροχή, έξω απ’ τα τζάμια, όταν ο Μέρλος γονάτισε κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές, έσβησε, ύστερα στο κομοντίνο του τη λάμπα, και, με τις κινήσεις μιας μηχανής (χρόνιες,επαναλαμβανόμενες κινήσεις), μπήκε κάτω απ’ το πάπλωμα και τα σεντόνια του. Κι’ άξαφνα, όπως έκανε το πάπλωμα και τα σεντόνια πάνω του ν’ απλώσει, ένιωσε πως πια δεν ήταν μόνος.΄Ενιωσε πώς ήταν, τώρα, κι ο Παύλος δώδεκα χρόνων παιδί, κι ο Παύλος είκοσι χρόνων έφηβος, κι ο Παύλος σαρανταπεντάρης εξόριστος απ’ τη δράση, κι
ο μουσικός, κι ο συγγραφέας, κι ο Λάμπρος Λαγκαδάς, κι ο ΄Αρης κι ο Παράσχος κι η Αύρα, η Νίκη, η Γιάννα, κι η μάνα κι ο πατέρας του, ένιωσε να, πως ήταν –πώς να το’λεγε –σα να ’χε μεταμορφωθεί σ’ όλους τους ήρωες της ζωής του. Κι ευθύς έγινε άπειρη η στοργή για όλους εκείνους, το πλήθος κείνο κάτω απ’ τα σεντόνια του, καθώς έκανε να το σκεπάσει, αλλά και για τον ίδιο, τον ερημίτη, τον μονήρη μεσήλικα – αυτό που ένιωσε ήταν άπειρη αγάπη.΄Ετσι, τα δικά του κι ολονών αυτών μαζί τα μάτια, στη συνέχεια, με μια γλυκιά ικανοποίηση, σφάλισε, θέλοντας πια να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί. Κι’ αφήνοντας, μαζί μ’ όλους αυτούς, να τονε πάρει, επιτέλους, ο ύπνος. –
  ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ –ΓΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Θ 307136 – Απόσπασμα.
           
Επεξεργασία φωτογραφικού υλικού και εικαστική επιμέλεια: Ρίνα Λουμουσιώτη