Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Ο Μικρός Υδραίος



Του Γιάννη Λακούτση

                        ΒΙΛΧΕΛΜ  ΜΥΛΕΡ (1794-1827)

«Για τον εαυτό σου πρέπει μόνη να παλέψεις, μόνη να λευτερωθείς.
Δικό σου το φταίξιμο, δική σου η τιμωρία, δικό σου της νίκης το στεφάνι».
                                                         («Η ελπίδα της Ελλάδας»)


Φιλέλληνας Γερμανός ποιητής. Επισκέφθηκε την Βιέννη και ζήτησε να γνωρίσει τους ετερόχθονες Έλληνες, αυτούς που απάρτιζαν τον ευρύτερο Ελληνισμό. Έτσι
είχε την ευκαιρία να μάθει τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων και να συνειδητοποιήσει τον τυραννισμένο τους αγώνα, καθώς και την προετοιμασία τους για την ελευθερία.Τόσο πολύ συμπάθησε τους Έλληνες που ήθελε να μάθει ελληνικά για να μπορεί να μαθαίνει και τις πιο κρυφές τους σκέψεις. Το 1821 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή, που περιέχει δέκα ποιήματα. Μετά από λίγο και ενώ ο Ελληνικός αγώνας φλόγιζε την ψυχή του και αγρυπνούσε συγκινημένος δίπλα σ’ αυτούς που πάσχιζαν να ελευθερωθούν, δημοσιεύει και την  δεύτερη συλλογή
που αποτελείται από οκτώ ποιήματα. Ανάμεσα  τους και το ποίημα « Ο Μικρός Υδραίος» που προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και είναι ακόμα  γνωστός στη Γερμανία.
Ο ποιητής της « Φλαμουριάς» και « της Ωραίας Μυλωνούς» πεθαίνει ξαφνικά το 1827 σε ηλικία 33 χρόνων, χωρίς να προλάβει να πραγματοποιήσει το όνειρο του,
να έρθει στην Ελλάδα.

Ο Μικρός Υδραίος
Ήμουν μικρό παιδί, μόλις στεκόμουνα στα πόδια μου,

όταν με πήρε ο πατέρας μου μαζί του στη θάλασσα,
και μ’ έμαθε στα γρήγορα να κολυμπώ με το γερό του χέρι
και να βουτώ στα κύματα μέχρι την άμμο κάτω.
Εν’ ασημένιο νόμισμα έριξε τρεις φορές στη θάλασσα,
και τρεις φορές έπρεπε να το πιάσω πριν μου το δώσει μποναμά.
Μετά  μου έδωσε ένα κουπί, και είπε να μπω στη βάρκα,
έμενε στο πλάι μου, με κοίταζε χωρίς να μου μιλεί,
μου έδειξε πώς να σπας τα κύματα,
πως τους στροβίλους ν’ αποφεύγεις και πώς να πολεμάς με τη φωτιά.
Κι απ’ το μικρό βαρκάκι πήγαμε γρήγορα στο μεγάλο πλοίο,
κι οι θύελλες μας έριχναν κάποτε στα βράχια.
Καθόμουν σε ψηλά κατάρτια, κοίταζα μακριά θάλασσες και στεριές,
όλα πηγαινοέρχονταν βουνά, πύργοι κι ακτή.
Μου είπε να παρακολουθώ κάθε πουλιών πορεία
κάθε φύσημα του ανέμου, των σύννεφων τη διαδρομή.
Το κατάρτι το ‘γερνε ο αέρας μέχρι τη θάλασσα,
και μ’έβρεχαν τα κύματα ψηλά ως το καπέλο,
κι αυτός στο πρόσωπο με κοίταζε χωρίς να μου μιλεί.
Καθόμουν στο καλάθι μου χωρίς να κουνιέμαι διόλου.
Και τότε μου μίλησε με μάγουλα κόκκινα σαν το αίμα:
καλή τύχη στο κατάρτι σου, μικρέ Υδραίε!
Και μου ‘δωσε στο χέρι ένα σπαθί.
και μ’ έχρισε πολεμιστή, για το Θεό και την Πατρίδα.
Με μέτρησε με το βλέμμα, απ’ την κορφή ως τα νύχια!
Κι ήταν για μένα σαν να βλέπει μέσα στην καρδιά μου.

Κράτησα το σπαθί ολόρθο κατ’ ευθείαν στον ουρανό,
εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα αληθινά σαν άνδρας.
Τότε μου μίλησε πάλι με τα μάγουλα κόκκινα σαν το αίμα:
καλή τύχη στο σπαθί σου, μικρέ Υδραίε!

(«Η μετάφραση του κειμένου σε πεζό λόγο, έγινε ώστε να αναδειχθεί όσο γίνεται καλλίτερα το πνεύμα του ποιητή». -  Χρίστος Μ. Οικονόμου).
Σε έμμετρη απόδοση από: el.wikisource.org./wiki/Γεώργιος Στρατήγης