Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

ΕΡΜΙΟΝΙΤΙΚΑ ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ



ΕΡΜΙΟΝΙΤΙΚΑ ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ
του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη
Τα παρατσούκλια ή όπως αλλιώς λέγονται παρωνύμια και παρανόματα που δίνονται από κάποιους «επιτήδειους» σε πρόσωπα, με βάση μια χαρακτηριστική τους ιδιότητα, είναι κυρίως λέξεις ειρωνικές ή σκωπτικές. Προήλθαν από τη δυσαρμονία του ανθρώπινου παράγοντα ως προς την κατασκευή, τον ψυχισμό, τη νοημοσύνη και γενικότερα την προσωπικότητα του ατόμου. Εμπεριέχουν, ωστόσο, τη λαϊκή σοφία αλλά και την ανθρώπινη χαιρεκακία. τις βαθύτατες εκτιμήσεις του λαού μας σχετικά με βασικά θέματα της ζωής. Και επειδή ο λαός «βλέπει και ακούει αντικειμενικά», όπως ορισμένοι υποστηρίζουν, ακόμα κι αν είναι πικρόχολα, ποτέ δεν είναι ψεύτικα! Συχνά έχουν και πρακτική αξία, π.χ. για την αναγνωρισιμότητα ατόμων ή οικογενειών με το ίδιο επίθετο.
Τα παρατσούκλια είναι ένα «φαινόμενο» της ελληνικής ζωής, που δεν λείπει από καμία περίοδο της Ελληνικής Ιστορίας. Αποτελεί, όμως, και ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα της Λαογραφίας. Σπάνια άνθρωπος να μην έχει το παρατσούκλι του! Άλλα είναι επιτυχημένα, εύηχα και ευγενικά, άλλα «άνοστα», κακόηχα και προσβλητικά βγαλμένα από διάφορες αιτίες και χίλιες δυο αφορμές (Μ. Χαλιορής). Η συλλογή τους δεν τελειώνει ποτέ. Το «τέλος τους» είναι ακατόρθωτο. Πάντοτε κάποια θα λείπουν και κάποια νέα θα εμφανίζονται, που δεν θα περιλαμβάνονται στις συλλογές.
Προσπάθησα να συγκεντρώσω τα ερμιονίτικα παρατσούκλια που δόθηκαν σε Ερμιονίτες από τα μέσα του 19ου αιώνα (1850) μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα (1950), μιας εκατονταετίας, δηλαδή, χωρίς να είναι απόλυτα ακριβής αυτός ο χρονικός προσδιορισμός.
Είναι αξιοπρόσεχτο ότι στη Συλλογή μου, που περιλαμβάνει μέχρι σήμερα 400 παρατσούκλια, τα περισσότερα δίνονταν στον ανδρικό πληθυσμό (ενήλικες και παιδιά) και ελάχιστα στο γυναικείο. Οι γυναίκες έπαιρναν το παρατσούκλι του άντρα τους στο θηλυκό γένος. Το ίδιο συνέβαινε και με τα παιδιά. Κάποιες φορές, βέβαια, όταν η προσωπικότητα της γυναίκας ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, τα πράγματα αντιστρέφονταν και οι άντρες έπαιρναν γυναικεία παρατσούκλια. Έτσι προέκυψαν «οικογενειακά» παρατσούκλια.1
Η συλλογή παρατσουκλιών ενός τόπου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Πολύ σπουδαιότερη, ωστόσο, είναι η κατηγοριοποίηση και η ερμηνεία τους.2
Κάποιοι συμπολίτες μας, όταν άκουγαν το παρατσούκλι τους θύμωναν πολύ και έφταναν μέχρι σοβαρής παρεξήγησης. Άλλοι πάλι το αποδέχονταν γελώντας. Εμείς, τα παιδιά, «ανταλλάσαμε» τα παρατσούκλια μας, όταν μαλώναμε στη διάρκεια του παιχνιδιού. Και η συνέχεια ήταν κάπως έτσι:
-       Γιατί, βρε, του πέταξες πέτρα και τον χτύπησες;
-       Γιατί κι αυτός μ’ έβρισε!
-       Πώς σε είπε;
-       ………… (τσιμουδιά!)
Ήξερε πως αν το επαναλάμβανε, θα γελούσαν τα παιδιά, γι’ αυτό προτιμούσε να σωπάσει.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέψουμε το γεγονός πως πολλές φορές αποκαλώντας μας με τα παρατσούκλια αποφορτιζόμαστε και αποφεύγαμε τη …σύρραξη!
Κλείνοντας το σημείωμά μου αυτό θα επιθυμούσα, με πολύ σεβασμό στη μνήμη του, να αναφερθώ στον συμπολίτη μας Σάββα Σχοινά και στο ιδιαίτερα τιμητικό παράνομα, Χούσας, που του είχε δοθεί. Ένα παράνομα που, κατά την άποψή μου, αποτελεί, μεταξύ των άλλων, αδιάψευστο μάρτυρα της αλήθειας, της ζωντάνιας και της δυναμικής, που έχει η προφορική μας παράδοση στο πέρασμα των χρόνων. Συγχρόνως, όμως, αποδεικνύει και τις εύστοχες επιλογές του λαού μας με την πολύτιμη «ενστικτώδη σοφία» που τον διακρίνει.
Ο Σάββας Χούσας, λοιπόν, ήταν μπουλουξής (διοικητής) στρατιωτικού σώματος ατάκτων από το Κρανίδι. Άνδρας γενναίος και ακατάβλητος πήρε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων και επέδειξε εξαιρετική ανδρεία και μεγαλοψυχία (Γ. Βουτσίνος - Ιω. Ησαΐας).
Αλλά και ο δικός μας Σάββας Σχοινάς, που πήρε ως παράνομα το επίθετο του αγωνιστή, καθώς είχαν το ίδιο «βαφτιστικό», ήταν ένας λεβεντάνθρωπος, σωστός παλλήκαρος, από τα νιάτα του ως τα γεράματά του. Άνθρωπος με μπέσα και αγνές  φιλίες, αγαπητός στις παρέες, λιγόλογος –έλεγε μόνο τα πρέποντα, τακτικός στην εκκλησία. Περιζήτητος στις συντροφιές των κανταδόρων της εποχής του, καθώς διέθετε από τις πιο καλές και γλυκές δεύτερες φωνές (σεγόντα), όπως μου έλεγε ο πατέρας μου με τον οποίο, νομίζω, ήσαν συνομήλικοι και πολύ καλοί φίλοι. Χταποδάς άφθαστος, τιμιότατος επαγγελματίας με οικολογική συνείδηση, αφού με ιδιαίτερο ενδιαφέρον προστάτευε το εργασιακό του περιβάλλον. Ποτέ του ο «κυρ»-Σάββας δεν έπιανε χταπόδι μικρότερο του μισού κιλού! Σε μας φαινόταν αξιοπερίεργο και το σχολιάζαμε γελώντας. Φυσικά δεν μας περνούσε απ’ το μυαλό, πως για την εποχή του ο «κυρ»-Σάββας ήταν ένας …πρωτοπόρος οικολόγος!

1. Σκοπός μου είναι να δημοσιοποιήσω, μελλοντικά, τη Συλλογή, επειδή πιστεύω πως παρουσιάζει καθαρά λαογραφικό ενδιαφέρον και όχι από συμπάθεια/αντιπάθεια, από φιλία/έχθρα προς κάποιους.
2. Ο Φ. Κουκουλές στο μνημειώδες έργο του «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» -τόμος ΣΤ΄, έχει παρουσιάσει μια πολύ ενδιαφέρουσα κατάταξη με τα παρατσούκλια των βυζαντινών χρόνων.
3. Σε επόμενο δημοσίευμα θα μας δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσουμε και άλλα παρανόματα.