Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Ο παλιός καλός καιρός του τρύγου στην Ερμιόνη




Ελένη Δάκη Καλαμαρά
        Φιλόλογος

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΤΡΥΓΟΥ

         Βρίσκομαι στην Τήνο, στο νησί της Παναγίας και δεύτερη πατρίδα μου.
Στις 6 Αυγούστου, γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, εδώ στην εκκλησία του Αι Γιώργη, μετά τη λειτουργία διαβάζεται ειδική ευχή από τον ιερέα, μπροστά σε ένα πανέρι γεμάτο με σταφύλια, για να ευλογηθεί η νέα σοδειά.
Βγαίνοντας από την εκκλησία, από το πανέρι, που ήταν μέσα τα διαβασμένα σταφύλια, όπως όλο το εκκλησίασμα, πήρα κι εγώ ένα τσαμπί.
   Δεν ξέρω γιατί, μήπως ήταν μαγικό; αυτό με έκανε αμέσως να μικρύνω, να γίνω 10 χρονών και να βρεθώ στην πατρίδα μου την Ερμιόνη, όπως ήταν παλιά στις αρχές του Σεπτέμβρη, στην εποχή του τρύγου.
   Θυμάμαι ότι ο τρύγος τότε ήταν για όλους πανηγύρι. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν γεωργοί και είχαν δικά τους αμπέλια, που τα δούλευαν, τα πρόσεχαν και περίμεναν με αγωνία να γίνει καλή η σοδειά, να γίνουν τα σταφύλια, για να αρχίσει η γιορτή.
Τότε και οι άντρες αλλά και οι γυναίκες δούλευαν πολλές ώρες στα αμπέλια. Οι άντρες φορούσαν μεγάλα ψάθινα καπέλα, ενώ οι γυναίκες φορούσαν στο κεφάλι τους μεγάλα μαντίλια αλλά και καπέλα.
   Οι εργάτες και οι εργάτριες μάζευαν με προσοχή τα σταφύλια και τα  έβαζαν σιγά σιγά μέσα σε μεγάλα κοφίνια. Το απόγευμα, αφού πια είχαν κουραστεί, οι άντρες φόρτωναν τα κοφίνια στα ζώα, για να τα μεταφέρουν μέσα στην Ερμιόνη, στα πατητήρια, που τότε ήταν πολλά, για να τα πατήσουν οι άντρες με γυμνά πόδια, για να πάρουν το μούστο, να γεμίσουν τα βαρέλια, για να γίνει το κρασί.
   Θυμάμαι με πόση χαρά πηγαίναμε και εμείς τα μικρά παιδιά παρέες παρέες για να πάρουμε το μερτικό μας, σα να μας το χρώσταγαν. Σκαρφαλώναμε και καθόμαστε πάνω στις λυγαριές δίπλα στο δρόμο, γελάγαμε και τραγουδάγαμε και περιμέναμε να περάσουν οι άντρες με τα ζώα φορτωμένα, για να μας δώσουν τσαμπιά από τα κοφίνια.  Όλα  τα παιδιά κρατάγαμε μικρά καλάθια ή μικρά ταψιά και μόλις τα γεμίζαμε, φεύγαμε με χαρά για τα σπίτια μας, για να τα στύψουν οι μαμάδες μας, να βγάλουν μούστο, για να κάνουν μυρωδάτες μουσταλευριές ή μουστοκούλουρα.
Οι άντρες τις πιο πολλές φορές έδιναν σε όλα τα παιδιά. Αν όμως καμιά φορά δεν μας έδιναν, όλα μαζί φωνάζαμε γελώντας «φωτιά στο αμπέλι, ξύδι στο βαρέλι».
   Μετά τρέχαμε και πηγαίναμε στα πατητήρια, γιατί μας άρεσε να βλέπουμε το πάτημα των σταφυλιών, που στα μάτια μας φαινόταν σαν χορός.
   Οι ταβερνιάρηδες έξω από τις ταβέρνες τους είχαν πλύνει και είχαν ετοιμάσει τα βαρέλια τους, για να δεχτούν το μούστο, να γίνει κρασί, για να συντροφεύει τον κόσμο πάντα σε χαρές ή σε λύπες. Στα σπίτια οι πιο πολλοί νοικοκύρηδες είχαν το δικό τους βαρελάκι κι έφτιαχνε ο καθένας με μεράκι το δικό του κρασί.
   Και τα βράδια για μας τα παιδιά το ρετσίνι γινόταν παιγνίδι. Πάνω στο τσιμέντο τα παιδιά το άναβαν κι αυτό κυλούσε σχηματίζοντας μικρά μαύρα ρυάκια. Πόσο μας άρεσε!
   Τώρα τα αμπέλια στέγνωσαν, χερσώσανε, τα πατητήρια έκλεισαν, έγιναν δωμάτια, έκλεισαν και τα ταβερνάκια στις γειτονιές, που μάζευαν τα βράδια τους άντρες κι ένας κόσμος χάθηκε κι έμεινε μόνο στη μνήμη μας, ο παλιός καλός καιρός του τρύγου στην Ερμιόνη.