Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ο ελαιώνας ήταν από παλιά οικογενειακή υπόθεση

Του Βασίλη Γκάτσου
Στο διαδίκτυο διάβασα το άρθρο - ρεπορτάζ του κυρίου Πρώιμου της εφημερίδας Ενημέρωση Πελοποννήσου, (εδώ) όπου οι ελαιοπαραγωγοί Αντώνιος Μπροδήμας, Πάνος Αποστόλου και Χρήστος Μαναριώτης μιλάνε για τον φετινό ελαιώνα της Ερμιονίδας. Σπάνια έρχεται στα μέσα ενημέρωσης ο άμεσος λόγος των αγροτών μας, πόσο μάλλον φωτογραφία τους εν ώρα εργασίας, ενώ συνήθως έρχεται όλων όσων μιλάνε εκ μέρους της αγροτιάς, ως εκπρόσωποι ή ως πολιτικά πρόσωπα, ή όσων βλέπουν την αγροτιά ως μια γραφικότητα ή λαογραφικό  υλικό ή ως περιβαλλοντικό αντικείμενο.

Θα σταθώ στην κοινή τους διαπίστωση ότι φέτος, λόγω κρίσης, η οικογένεια βγήκε στον ελαιώνα όπως παλιά και λίγοι χρησιμοποίησαν ξένα εργατικά χέρια στο μάζεμα.
Μάθαμε να λέμε ότι όλα είναι ζήτημα παιδείας. Το πιστεύω.

Όταν είμαστε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας ο κανόνας ήταν να ακολουθούμε την οικογένεια στον ελαιώνα. Ήταν παράδοση τα παιδιά να ζουν τη γιορτή του μαζέματος της ελιάς, στον ελαιώνα και όχι στο σχολείο ή σε αίθουσες.
Τότε δεν είχαμε νηπιαγωγεία. Στο Δημοτικό Σχολείο συνήθως υπήρχε ένα κείμενο και ένα ποίημα για την ελιά ως ευλογημένο δέντρο και για το μάζεμα του ελαιώνα. Στα σπίτια μάς έλεγαν συνέχεια ότι όταν γίνουν οι ελιές θα μας πάρουν στο μάζεμα και τέτοια.
Ως μαθητές είχαμε χρόνο μόνο το απόγευμα της Τετάρτης, του Σαββάτου και την Κυριακή. Τον περνούσαμε στον ελαιώνα, και, αν όχι, γύρω από τα λιτρίβια για καμιά φέτα ψημένο ψωμί βουτημένο στο λιμπί και από πάνω ζάχαρη.
Δεν υπήρχε παιδί, αγόρι ή κορίτσι που να αισθάνεται άσχημα που πήγαινε στον ελαιώνα, στον τρύγο, τον θερισμό, στο μάζεμα του μανταρινιού. Στα πολύ μικρά παιδιά, μας έφτιαχναν μια μικρή τέντα με τις κουρελούδες και τα συρραμμένα χοντρά τσουβάλια που τότε χρησιμοποιούσαν ως ελαιόπανα και μπαίναμε μέσα για το κρύο, παίζαμε, κοιμόμαστε, τρώγαμε και ξαναβγαίναμε να μαζέψουμε ελιές.
Από το σχολείο δεν υπήρχε ειδική παρακίνηση, αλλά φυσικά ούτε αποτροπή. Όμως το κλίμα ήταν τέτοιο, που έσπρωχνε αβίαστατα παιδιά στην πατροπαράδοτη παιδεία των γονιών και της τοπικής κοινωνίας, που τα ήθελε μέσα στον αγώνα του ελαιώνα και του κόπου και όχι στην εικονική παιδεία που διηγείται και αναπαριστά τα του ελαιώνα. Ο ελαιώνας ήταν οικογενειακή όντως υπόθεση. Για πολλούς, από τότε, δεν υπήρχε κέρδος, ιδιαίτερα από μικρά κτήματα, όμως νοιώθανε υπερήφανοι "γιατί μόνοι τους έβγαζαν το λάδι της χρονιάς".

Σημείωση: Το πνεύμα αυτό είναι διάχυτο στους πίνακες της θείας Ανθούλας όπου τα παιδιά αγόρια και κορίτσια, μετέχουν στα αγροτικά
έργα της οικογένειας αβίαστα και με ξεχωριστή χαρά. Σαν να απλώνεται ένα διάχυτο χρυσό φως παιδικής χαράς, ξενοιασιάς και μετοχής στα έργα της οικογένειας μέσα στη μητέρα φύση.

Με τα χρόνια η παιδεία μας έγινε : όλοι και όλα για ένα χαρτί που θα μας οδηγήσει σε μια θέση γραφείου. Ήταν κοινωνική μείωση να βλέπουν νέους και νέες στον ελαιώνα. " Λες και δεν έχουνε να φάνε!" ήταν ο κοινωνικός ψίθυρος. Στα σχολεία ο ελαιώνας  έμεινε κάτι μεταξύ παράδοσης και λαογραφίας στα δε νηπιαγωγεία κάτι των παππούδων μας, κάτι σαν παραμύθι. Η νέα κοινωνική φαντασίωση ήθελε το παιδί σε καρέκλα στο γραφείο και μέσα στον κόσμο. Ήταν κοινωνικά αποδεκτό ο νέος να δουλέψει περιστασιακά, 8 ώρες γκαρσόνι, να πάρει 20 ευρώ + τα μπουρμπουάρ, να είναι ευγενικότατος με όλους τους πελάτες και να διαχειρίζεται με χαμόγελο κάθε απαίτησή τους ή παράπονο, να ντύνεται κατ' απαίτηση του καταστήματος, ώστε να είναι ελκυστικός στην πελατεία. Αλλά να πάει στο κτήμα του ανεξάρτητος και κύριος να μαζέψει 8 ώρες ελιές δικές του και να βάλει στη τσέπη της οικογένειας 100 ευρώ, αυτό δεν ήταν κοινωνικώς αποδεκτό, γιατί ήταν βαριά δουλειά μέσα στο κρύο και στα χώματα, και τι θα πει ο κόσμος.

Ναι, η παιδεία, σχολική και οικογενειακή, δημιουργεί φαντασιακό πρότυπο στα παιδιά. Και αυτό το πρότυπο διέλυσε σε πολλούς τομείς αυτό που λέμε οικογενειακή επιχείρηση, αλλά και με την ευρύτερη έννοια επιχείριση σογιού. Αντίθετα, στην Ιταλία, η οικογενειακή επιχείριση είναι βασικό θεμέλιο κοινωνίας και οικονομίας, στη Δανία τα παιδιά είναι όλη μέρα στις οικογενειακές δουλειές, μέσα στα βουστάσια και τα θερμοκήπια, αλλά και στην Κρήτη όπου με καμάρι συζητούν στις καφετέριες το βράδυ για τις αγροτικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητές τους.

Και η Ερμιονίδα, με την έλλειψη νερού που πάντα είχε, με τον μικρούς αγροτικούς κλήρους, τα λιγοστά λιβάδια της στήριξε επιτυχώς την ανάπτυξή της στην οικογενειακή επιχείρηση, παλαιότερα δε και του σογιού, όχι μόνον σε ένα τομέα. Κατά κανόνα η οικογένεια έσπερνε, είχε περιβόλι, ελαιώνα, αμπέλι και ακολουθούσε την περιοδικότητα κάθε ασχολίας της. Ακόμη και οι ψαράδες και οι μαγαζάτορες είχαν κτήματα.
Και τις εποχές αυτές το να δουλέψεις γκαρσόνι ήταν κοινωνικά μειωτικό. "Στείλανε το παιδί να σερβίρει άλλους, λες και δεν έχουνε να φάνε!".

Και το ρητό των παππούδων μας: Κανένας αγρότης, κανένας κτηνοτρόφος δεν πείνασε, ούτε την Κατοχή.
Βλέπουμε όντως το σοφό ρητό τους να έχει εφαρμογή και στη σημερινή κρίση.

Όχι, παιδεία δεν είναι ο προσανατολισμός προς μια δουλειά γραφείου, πόσο μάλλον που πάντα υπονοείτο, δουλειά γραφείου στο δημόσιο. 

Έρρωσθε,
Βασίλης Γκάτσος