Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Βάρναλης



Κώστας Βάρναλης
Του Γιάννη Λακούτση

Δε θα μας σώσει Ανατολή για Δύση
μηδ’ Έλληνες η βάρβαροι θεοί
μπροστά καινούργιος κόσμος θα βαδίσει,
άμα ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί.
                           (Άτταλος ο  Γ`)

Σήμερα 16 Δεκεμβρίου 2014 κλείνουν 40 χρόνια από το θάνατο ενός μεγάλου διανοητή και ποιητή του Βάρναλη. Πολλά ποιήματά του έγιναν πασίγνωστα
τραγούδια και μερικοί στίχοι του χρησιμοποιούνται στην καθημερινή μας ζωή.
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας  (Βουλγαρία)το 1883, « πρέπει να γεννήθηκα στα 1883 γιατί βαφτίστηκα στις 19του Φλεβάρη του 1884…».Το 1902 ήρθε για σπουδές στην Αθήνα με υποτροφία του κληροδοτήματος του Νικολάου Παρασκευά από τη Βάρνα ( από κει πήρε το όνομα  Βάρναλης). Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή και πήρε μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.

Το 1904, σε ηλικία 21 ετών είχε ήδη έτοιμα 10 ποιήματα, τα οποία έστειλε στον εκδότη του «Νουμά», Ταγκόπουλο, για να τα αξιολογήσει.
Στα Φιλολογικά απομνημονεύματά του, ο  Βάρναλης γράφει:
Έστειλα δέκα ποιήματά μου καινούργια στο «Νουμά».
Άλλα καυδιανά δίκρανα για το ποιητικό μου μέλλον! Θα τα δημοσίευε άραγε ο γερο-Ταγκόπουλος, αυτός ο τρομερός άνθρωπος με την αστείρευτη ειρωνία, η θα με έπαιρνε στο ψιλό στα… «ψιλά» σημειώματα του περιοδικού του, όπως έκαμνε για τόσους άλλους νέους και παλιούς;
Σε λίγες μέρες κι ύστερα από πολλήν αγωνία πήρα ένα δελτάριό του. Μου έγραφε με τα γνωστά του ορνιθοσκαλίσματα, πως τα ποιήματά μου του αρέσανε και θα δημοσιευτούνε. «Αρέσανε και του Παλαμά», μου πρόσθετε. Ποιος με κρατούσε πια!
Άρχιζε η… δόξα.
Λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσουν οι «Κηρήθρες», του Κώστα Βάρναλη, η εφημερίδα «Νουμάς»  του Τάκη Ταγκόπουλου χαιρέτιζε την είσοδο του ποιητή στα γράμματα: «Δυο καινούργιους ποιητάδες θα σας παρουσιάσει τώρα κοντά ο Νουμάς, τον Περικλή Αρέτα ( ψευδώνυμο του Ηλία Βουτιερίδη) και τον κ. Βάρναλη, από τον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Θα δήτε πως κ’ οι δυο τους με πολλές
ελπίδες αρχίζουν. Για την αξία τους, δεν λέμε τίποτα. Θα την ομολογήσετε μοναχοί σας».
Στο φύλλο 110 στις 22 Αυγούστου 1904, ο Ταγκόπουλος κρατούσε την υπόσχεση του. Δημοσίευσε πρωτοσέλιδους τους πρωτόλειους στίχους του Βάρναλη, που «παρείχον ελπίδας». Δέκα ποιήματα χωρίς επιμέρους τίτλους, αριθμημένα από το 1 έως το  δέκα. Λίγο αργότερα τα ποιήματα αυτά, ο Βάρναλης,  τα τοποθέτησε ως πρώτη ενότητα στην πρώτη ποιητική συλλογή του  «Κηρήθρες» (1905), αφαιρώντας το πρώτο ποίημα προσθέτοντας  ένα νέο τοποθετώντας το στην έκτη θέση και αλλάζοντας τον τίτλο, από «Σε μια μέρα της ζωής μου» σε «Σ’ ένα αδειανό βάθρο Θεού» στην ενότητα.

Το πρώτο ποίημα της ενότητας, αυτό που έμεινε έξω από τις Κηρήθρες, όπως δημοσιεύτηκε στο Νουμά:


Σε μια μέρα της ζωής μου
1
Σε φυγαδέψαν οι γονιοί σου
-κλέφτες του ό,τι ο Θεός δίνει-
τόρα στ’ ανάβλεμμά σου τ’ άστρα
πιάνουν του χαλασμού τη δίνη

και πέφτουνε ως τα γόνατά μου
αναλυμένο δακρυοβόλι,
και γω στον κόρφο μου τα κρύβω
και δε με πιάνει οργή και βόλι.

Και θεοκυνήγητος αν κλαίγω,
δε σβιεί η φλόγα των εντός μου,
είσαι του αίματός μου αίμα
και είσαι σάρκα της σαρκός μου.

Το 1908 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή και διορίστηκε δάσκαλος στην Αμαλιάδα. Τρία χρόνια αργότερα έγινε σχολάρχης στην Αργαλαστή Πηλίου. Μετατίθεται στα Μέγαρα λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση των Αθεϊκών του Βόλου. Το 1915 διορίζεται σχολάρχης στην Κερατέα  Αττικής και το 1917 καθηγητής στο Γυμνάσιο του Πειραιά. Στις 17 Οκτωβρίου 1918, σε μια αίθουσα του υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας

Εκπαιδεύσεως, διαγωνίστηκαν δυο γνωστές μορφές των γραμμάτων μας. Ο Κώστας Βάρναλης και ο Αλέξανδρος Σαρρής. Ο πρώτος ήταν καθηγητής, ποιητής, συνεργάτης του Νουμά και είχε στο ενεργητικό του την ποιητική συλλογή του Κηρήθρες (1905). Ο Σαρής γνωστός επίσης καθηγητής με σπουδαίες επιδόσεις στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σκοπός του διαγωνίσματος ήταν η αποστολή στην Ευρώπη ως υποτρόφου ενός εκ των δύο υποψηφίων, για να σπουδάσει τις «νέες φιλολογίες» και μάλιστα τη νέα ελληνική.
 

Το θέμα στο οποίο έπρεπε να απαντήσουν ήταν « Τις η επίδρασις του Σολωμού επί της νεοελληνικής ποιήσεως». Νικητής αναδεικνύεται ο Βάρναλης και τον επόμενο χρόνο 1919 αναχωρεί για το Παρίσι. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου, η υποτροφία του διακόπτεται και επιστρέφει στην Αθήνα.Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή της παρουσίας του στον τμηματάρχη της Μέσης Εκπαίδευσης Φίλιππο Γεωργαντά και η αποπομπή του, που τελειώνει με τα ακόλουθα: « Τσιμέντο να γίνετε όλοι σας, μουρμούριζα. Με στείλατε να σπουδάσω νεοελληνική λογοτεχνία:
Μεσαιωνική, κρητική, σύγχρονη, δημώδη τραγούδια, Διγενή Ακρίτα, Ερωτόκριτο, Σολωμό. Και τώρα μου λέτε: αν κάνεις πως ανοίγεις το στόμα σου  ν’ αναφέρεις αυτά τα άθλια ονόματα και πράματα, θα σου τρίψουμε τη μούρη. Τσιμέντο να γίνετε!»  Το 1921 γράφει « Το φως που καίει», το οποίο εκδίδει ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1924 διδάσκει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, από όπου παύεται από τη θέση του ως καθηγητή, το 1926  με αφορμή της δημοσίευσης ενός αποσπάσματος από το ποίημα «Το φως που καίει», στην Εστία, το  οποίο παρουσιάστηκε σαν παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών. Στρέφεται προς την δημοσιογραφία και φεύγει στο Παρίσι ως ανταποκριτής της εφημ. Πρόοδος. Το 1935 εξορίζεται στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική του συλλογή με τίτλο  Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ`, έργο που είχε ξεκινήσει στα μετεμφυλιακά χρόνια, τοποθετημένο στη ρωμαϊκή εποχή, αλλά με σύγχρονες αναφορές στην Κατοχή και την Αντίσταση.
Στην περιοδική έκδοση  The New Griffon της Γενναδίου Βιβλιοθήκης, στο τεύχος 11, που είναι ολόκληρο αφιερωμένο στον Βάρναλη, θα συναντήσει ο αναγνώστης ό,τι περιέχεται στο αρχείο του ποιητή, έτσι όπως ταξινομήθηκε από τη φιλόλογο Θεανώ Μιχαηλίδου, δωρεά στη βιβλιοθήκη, από την κόρη του Βάρναλη, Ευγενία.
Από το υλικό αυτό προκύπτει ότι ο Βάρναλης έγραψε και αρκετά παιδικά ποιήματα τα οποία δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο «Ο Κορυδαλλός» (1937), με την υπογραφή του Νώντα Έλατου, ψευδώνυμο του Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ εκπαιδευτικού, ποιητή.
Ο τίτλος της συλλογής αυτής είναι από το ομώνυμο ποίημα «Ο Κορυδαλλός» και περιλαμβάνει 76 ποιήματα. Από αυτά τα 23 είναι του Έλατου 39 του Βάρναλη και δεκατέσσερις διασκευές ξένων τραγουδιών. Ένα από τα 39 του Βάρναλη είναι το μόνο που δημοσιεύτηκε αργότερα σε περιοδικό, σε ξεχωριστό ένθετο για παιδιά. Συγκεκριμένα στα «Καλλιτεχνικά Νέα», 1 Γενάρη 1944, περιοδικό που κυκλοφόρησε μέσα στην Κατοχή, από λογοτέχνες προσκείμενους στο ΕΑΜ.

Ο Νώντας  Έλατος, χάραξε τη δική του αξιόλογη πορεία στην παιδική λογοτεχνία και συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους λογοτέχνες, (Βουτυρά, Καρκαβίτσα), σε συγγραφή αναγνωστικών για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Από την μια, ο Βάρναλης δεν μπορεί να εκδώσει τίποτα με το όνομά του. Η δικτατορία Μεταξά δεν έχει απαγορέψει μόνο τα κομμουνιστικά έργα αλλά και οτιδήποτε μπορεί να παραπέμψει σε κομμουνισμό και έχει υποχρεώσει εκδότες και βιβλιοπώλες να παραδώσουν στις αρχές όλα τα σχετικά βιβλία. Άρα δεν έχει έσοδα  ούτε από την κυκλοφορία των βιβλίων του, ενώ στην Πρωία γράφει ευκαιριακά.
Από την άλλη, ο Έλατος, που εκτιμά τον Βάρναλη, συλλαμβάνει την ιδέα της κοινής έκδοσης. Δεν είναι απολύτως όμως εξακριβωμένο αν ποιήματα του Κορυδαλλού μπήκαν στα σχολικά Αναγνώσματα.
Όλοι οι κορυφαίοι της ελληνικής διανόησης εκφράσανε τον θαυμασμό τους για τον Βάρναλη. Μόνο ο ίδιος, στο αυτόγραφο επιτύμβιο του, δεν κάνει ούτε υπαινιγμό για την ποιητική του αξία. Σαρκάζει και εδώ, ακόμα και τα όνειρα του:

«Τα παιδικάτα μου άχαρα
τα νιάτα στερημένα
πικρή μπουκιά, ξένος παντού
κι οχτρός σ’ όλα τα ξένα.
Να φύγω στον αγύριστο
ολοζωής δεν μπόρεσα…
Δεν με χωρούσεν όλη η γη
και σε δυο πήχες χώρεσα…»