Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Νίκος Καββαδίας



Του Γιάννη Λακούτση

Νίκος Καββαδίας η  Πέτρος Βαλχάλ(λ)ας η Α.Ταπεινός η μικρός ποιητής η Κόλ(λ)ιας η Μαραμπού

«…Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη…».
« Τον παρακολουθούσα όση ώρα μου διάβαζε τους στίχους του.
Ήταν ατημέλητος. Παλιοπαντέλονο δίχως τσάκιση, το αιώνιο παλιό πουλόβερ με
το γυριστό γιακά κι ο αχώριστος σκούφος στο κεφάλι. Μια μορφή αλλόκοτη, πικρή, μοναχική, στερημένη. Το μάτι στρογγυλό σαν του ψαριού γυμνό, ανελέητο, άλλοτε γεμάτο ακοίμητη έννοια κι άλλοτε πάλι να μπιρμπιλίζει μέσα του όλη η κεφαλλονίτικη  και η κινέζικη πονηριά του. Ένας συμπαθητικός άσχημος άντρας….
Απορροφημένη καθώς ήμουν απ’ αυτές τις σκέψεις, δεν κατάλαβα ότι είχε σταματήσει και με κοίταζε. Στα λεπτά του χείλη έπαιζε εκείνο το μοναδικό, το ακαταμάχητο αλεπουδίσιο χαμόγελό του». « Κοίταξέ με καλά… είμαι σαν σκαραβαίος. Ένας άσχημος κοντός σκαραβαίος…Ιξίονες είμαστε όλοι…Ιξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο, νομίζοντας ότι κρατούμε το όνειρό μας…».
Ο Νίκος Καββαδίας με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «καταραμένος», όπως τον αποκάλεσε ο φίλος του και σύντροφος στις τάξεις της ελληνικής Αριστεράς, Κώστας Βάρναλης, («καταραμένος», είναι  ο ποιητής απόκληρος της κοινωνίας , αντικείμενο περιφρόνησης από τους κρατούντες). Δέχτηκε επιρροές από τον Σαρλ  Μπωντλαίρ,έναν πραγματικά καταραμένο ποιητή, ο οποίος πέθανε φτωχός και παράλυτος εγκαταλειμμένος από τους φίλους του. Ο Μπωντλαίρ ήταν εραστής των ταξιδιών και της περιπέτειας, χρήστης αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών. Στη συλλογή του «Άνθη του κακού», υπάρχει το ποίημα «Άλμπατρος», που συνδέει τον ποιητή-εαυτό του με το πουλί άλμπατρος. Το ίδιο έκανε κι ο Καββαδίας με το πουλί μαραμπού, το οποίο περιγράφει στο ομώνυμο ποίημά του. (1933).
«Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», είναι ο τόμος που συγκεντρώνει τα αθησαύριστα έργα του Νίκου Καββαδία, εκείνα δηλαδή που έχουν
δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες, ανθολογίες, αλλά δεν έχουν ποτέ συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές η αναδημοσιευτεί σε αυτοτελείς τόμους και ως εκ τούτου δεν ήταν προσιτά στο αναγνωστικό κοινό. Μέσα σε αυτόν τον τόμο υπάρχει και το πρώτο ποίημα, που όπως ισχυρίζονται κάποιοι, έγραψε ο ποιητής στην ηλικία των 18 χρόνων,(1928)  και είχε τίτλο «Ο θάνατος της  παιδούλας», που στον τόμο του τιμονιέρη έγινε «Δάκρυ». Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην Πειραϊκή εφημερίδα «Σημαία» στις12 Ιανουαρίου 1928.
Ο  Μήτσος Κασόλας, όμως, υποστηρίζει  ότι το πρώτο του ποίημα ο Καββαδίας το έγραψε το 1926 η  1927 και έχει τίτλο «Για μια κυρία»  και όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, του δόθηκε από την αδελφή του ποιητή, Ζένια.

                             ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ
Σήμερα η μέρα πέρασε όπως και πάντα θλιβερή.
Βραδιάζει, τώρα σήμανε το αντικρινό ρολόι.
Κι εμείς, που μας εγέρασαν τόσοι που πέρασαν καιροί,
μετράμε των αμέτρητων λαθών το κομπολόι.
Και μια κυρία προσμένουμε που είπε πως θα ’ρθει
μια βραδιά,
έστω και μιαν εφήμερη χαρά για να μας δώσει.
Προσμένουμε…όμως δεν θα ’ρθεί, γιατί μας πέρασε
παιδιά
κι έχει βαθιά νυχτώσει.

Προς το τέλος της ζωής του ο Νίκος Καββαδίας, ερωτεύτηκε μία κοπέλα.
Ένα από τα ερωτικά γράμματα τα οποία έστειλε ο ποιητής στην Θεανώ, είναι και
το παρακάτω.

Ερωτικό γράμμα

Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο απόψε το Αιγαίο.
Το ίδιο κι εγώ.
Χθες δεν πρόλαβα να καθίσω στο τραπέζι κι ένα τηλέφωνο
με κατέβασε στο λιμάνι. Στις εφτά που σαλπάραμε, δεν
μπορούσα να περπατήσω από την κούραση. Η παρηγοριά μου
ήταν η «ώρα» σου. Η λύπη μου ότι δεν κυβέρνησα ούτε στιγμή
το καταπληκτικό Θαλασσινό σκαρί, το κορμί σου.
Από δείλια και ατζαμοσύνη σήκωσα το κόκκινο σινιάλο της Ακυβερνησίας.
Είδα χθες, πολλές φορές την κοπέλα της πλώρης.
Τη λυσίκομη φιγούρα να σκοτεινιάζει, να θέλει να κλάψει.
Σα να ’χε πιστέψει για πρώτη φορά ότι πέθανε, ο Μεγαλέξανδρος,
όμως το καρχηδόνιο επίχρισμά του έμενε το ίδιο λαμπρό.
Με το αυτοκρατορικό κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός.
Βελούδο που σκεπάζει ιερό δισκοπότηρο.
Όστρακο ωκεάνιο αλμυρό. Κρασί βαθυκόκκινο που δίνει
δόξα στο κρύσταλλο. Πληγή από κοπίδι κινέζικο.
Αστραπή. Βυσσινί ηλιοβασίλεμα.
Λαμπάδα της πίστης μου.
Ανοιχτό σημάδι του έρωτά μου
Όνειρο και τροφή της παραφροσύνης μου
Σε αγκαλιάζω.
       ΚΟΛΙΑΣ

«…Τον άφησα με ένα ακαθόριστο κακό προαίσθημα. Ήταν Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου. Δευτέρα τηλεφώνησα στο σπίτι του: Με συγχωρείται που σας ενοχλώ τόσο πρωί, αλλά ο Κόλλιας φεύγει νωρίς για το καράβι και θέλω να τον προλάβω…» «Όχι» απάντησε μετά από κάποιο δισταγμό μια άγνωστη κρύα φωνή, «όχι δεν τον προλάβατε έφυγε για πάντα…». (Γυναίκα τχ. 736-1978).

«κι αυτός που τόσο επόθησε μια μέρα να ταφεί
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
είχε ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».
                              


Άλμπατρος
       (Μπωντλαίρ)

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
Άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ’ ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ’ αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ’ ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο ποιητής τ’ αγέρωχο πουλί
που ζει στην μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ’ στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.
                                     Μετάφραση: Αλέξ. Μπάρας.