Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

«Νάνι ντε τε Λιέδουρα ντο κετσέιμε σίγουρα!»



«Νάνι ντε τε Λιέδουρα ντο κετσέιμε σίγουρα!» 
(Τώρα τις Απόκριες θα χορέψουμε σίγουρα!)

του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη

Έτσι έλεγαν οι παλαιοί Ερμιονίτες που μιλούσαν τα αρβανίτικα το ίδιο καλά ή και καλύτερα από τα ελληνικά, περιμένοντας τη γιορτή της Αποκριάς.1 
Και πράγματι! Μετά τη νάρκη του χειμώνα με το που άνοιγε το Τριώδιο και έφθαναν οι Απόκριες, όπως γίνεται σ’ όλη την ελληνική επικράτεια, η πόλη μας ζωντάνευε.
Ένα μεγάλο πανηγύρι ξεφαντώματος στηνόταν, με ήθη και έθιμα που οι ρίζες τους βρίσκονται πολύ παλιά, στα Διονύσια και τα Ελευσίνια μυστήρια. Με αυτοσχέδιες σάτιρες και τσουχτερά πειράγματα, γλέντι και φαγοπότι, με μεζέδες στεριανούς και θαλασσινούς, άφθονο καλό κρασί και αστείρευτο κέφι. Με μουσική, χορό, τραγούδι και διασκέδαση με βιολιά και λαούτα που τούτες τις ημέρες έπαιρναν φωτιά και δεν «έπιαναν σειρά». Με αυτόν τον τρόπο «έσπαζαν» οι άνθρωποι τη μοναξιά και τη μονοτονία της ζωής τους, ζωγραφίζοντάς την με μπογιές, κίνηση και φαντασία.
Όμορφες κι ευτυχισμένες αναμνήσεις που διατηρώ από τις Απόκριες των παιδικών μου χρόνων στην Ερμιόνη θα περιγράψω, γιατί είχαν «κάτι το ξεχωριστό», το αξέχαστο για μικρούς και μεγάλους.

Πιπέκια και γαλόπιτες που «σου ’σπαζαν τη μύτη», τηγανιτά μπριζολάκια πασπαλισμένα με θρούμπι που σου ’κοβαν την ανάσα και γκο-γκ-λιες, φτιαχτά, σταρένια, στριφτά μακαρόνια, κομματιαστά, με νόστιμη μυτζήθρα, περιχυμένα με αγνό φρέσκο βούτυρο κι ένα κομμάτι κρέας, «χοντρό», κοκκινιστό στη μέση. Γιαούρτια και ρυζόγαλα και ό,τι τραβούσε η όρεξή σου!
Το βράδυ της Τυρινής, στο τελευταίο αποκριάτικο τραπέζι, έπρεπε όλα να φαγωθούν! Διαφορετικά θα τα ’τρωγε η «Ζόρα» ή η «Σώρα», μια φανταστική γυναίκα, σύμβολο της αναποδιάς, καθώς ήταν αφημένα στο παραγώνι ή στα σκουπίδια, γιατί ξημέρωνε Καθαρή Δευτέρα και θα ξεκινούσε η νηστεία.
Το τραπέζι έκλεινε με το παιχνίδι – έθιμο «του αβγού». Ένα καλοβρασμένο αβγό ξεφλουδισμένο και βουτηγμένο στο γιαούρτι, δεμένο με σχοινί κρεμόταν από το ταβάνι, σε απόσταση 40-50 εκατοστών από το κέντρο του τραπεζιού. Γύρω-γύρω, ο ένας δίπλα στον άλλο, κάθονταν όσοι συμμετείχαν στο φαγοπότι, μαζί και τα παιδιά που περίμεναν, με αγωνία, την ώρα του ...παιχνιδιού.
Με μια ώθηση το αβγό στριφογύριζε, κυκλικά, πάνω απ’ το τραπέζι και τα ανοιχτά στόματα των …συνδαιτυμόνων. Όποιος κατόρθωνε, να το αρπάξει με το στόμα, χωρίς τη βοήθεια των χεριών του -πράγμα
αρκετά δύσκολο, ήταν ο νικητής. Και, καθώς λέει η παράδοση, αν ο «νικητής» ήταν ανύπαντρος μες τη χρονιά θα καλοπαντρευόταν, και αν ήταν παντρεμένος, η χρονιά θα κυλούσε πλούσια κι ευτυχισμένη.
Θυμάμαι το σχόλιο της μητέρας μου εκείνη τη μέρα: «Με αβγό μάς μπουκώνουν, για  να νηστέψουμε, με κόκκινο αβγό μάς ξεμπουκώνουν, για να  ξαναφάμε!».
Η επομένη, η Καθαρή Δευτέρα, ήταν ξεχωριστή! Μικροί και μεγάλοι περίμεναν το πλούσιο νηστήσιμο τραπέζι, για να γευτούν τις λαγάνες, το χαλβά, τον ταραμά, και, κυρίως, τους θαλασσινούς μεζέδες. Ακόμα και σήμερα έχω στη μύτη και τη γεύση μου τη μυρωδιά και τη νοστιμιά τους! Καλύτερα, λοιπόν, να μην τους καταγράψω, γιατί όσο τους σκέφτομαι, τόσο τους … λιγουρεύομαι!
-  Ου βρε εκείνες οι ερημο-πίνες που ψήνατε, μου σπάσανε τη μύτη!
-  Μήπως είσαι, καλέ, σε ενδιαφέρουσα και δεν το ξέρεις;
-  Βρε χάστο, μη σου πω τίποτε!
-  Και δεν ερχόσουν, να πάρεις ένα μεζέ!
-  Μ … Να, είπα … ντρεπόμουνα!
-  Νάβαζες ένα κόσκινο!
Μασκαράδες ντύνονταν μικροί και μεγάλοι. Τα παιδιά φορούσαν παλιά ρούχα, συνήθως των γονιών τους, νυχτικά και πιτζάμες αλλά και φουστανέλες και στολές «Αμαλίας».  Κάλυπταν το πρόσωπό τους μ’ ένα μαντήλι, ενώ στο χέρι κρατούσανε μαγκούρα ή κάποιο χοντρό ξύλο και κυκλοφορούσαν στους δρόμους παρέες – παρέες, μέχρι αργά το βράδυ.
Δεν υπήρχαν τότε γιορτινές στολές, πιερότοι και κολομπίνες, βασίλισσες της νύχτας και Ζορό και όσα η καταναλωτική κοινωνία μας … εφηύρε.
Οι μεγάλοι φορούσαν ρούχα παλιά και ξεχασμένα, για να μη γνωρίζονται, με διάφορες παραλλαγές. Όσο πιο πετυχημένα μεταμφιέζονταν, τόσο περισσότερο δυσκολεύονταν να τους αναγνωρίσουν, ακόμη και οι στενοί τους συγγενείς!
-  Καλέ, ποιος να ΄ναι;
-  Είναι ο τάδε, σίγουρα!
-  Όχι, είναι ο….! Δε βλέπεις τα χέρια του, το κεφάλι του …!
Τελικά, όταν ο μασκαράς αποκάλυπτε το πρόσωπό του, διαπίστωναν πως κανείς τους δεν είχε καταφέρει να τον αναγνωρίσει.
-  Βρε, που να μη σώσεις! Πού να σε γνωρίσουμε, έτσι που έγινες!

Τολμηρές …εμφανίσεις τα βράδια, στα σπίτια που γλεντούσαν, θυμάμαι, έκαναν «η κυρά» Χριστίνα με την αδελφή της, «την κυρά» Διαμάντω, που μεταμφιέζονταν σε άντρες!
-  Μωρή διαβόλισσες, πού τα σκεφτήκατε όλα τούτα!
Εκείνες τσιμουδιά! Δε μιλούσαν, όσο κι αν τις προκαλούσαν και τις πείραζαν οι άλλοι, μήπως και ξεχαστούν, απαντήσουν και τις αναγνωρίσουν. Έκαναν μοναχά νοήματα! Κι όταν έβγαζαν τη μάσκα ή την πατημένη νάιλον κάλτσα, που κάλυπτε το πρόσωπό τους, άκουγες:
-  Μωρ’ δεν έχετε το Θεό σας! Πώς γίνατε έτσι!
Ο κορυφαίος, όμως, όλων ήταν ο Παντελής ο Μαρουλάς! Αποκριές, χωρίς τον «κυρ» Παντελή δεν υπήρχαν! Ετοιμόλογος και διασκεδαστικός, με ανεπανάληπτες μεταμφιέσεις, πρωτότυπες και πρωτοποριακές και αξέχαστες ατάκες! Αξεπέραστος σε εφευρετικότητα, δημιουργικότητα και φαντασία που οργίαζε!
Πιστεύω, πως αν ο άνθρωπος αυτός γινόταν ηθοποιός, θα βρισκόταν στις «πρώτες θέσεις» του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο «πρωταγωνιστής» μας, λοιπόν, ο κυρ-Παντελής, ντυνόταν τις δύο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς, της Κρεατινής και της Τυρινής, και γύριζε με την παρέα του, εκεί, γύρω στις 3 το μεσημέρι, στους κεντρικούς δρόμους και τις γειτονιές της πόλης μας.
Τον θυμάμαι, μια φορά, ντυμένο με στολή φτιαγμένη από τραπουλόχαρτα, ενώ κάποια άλλη με τα εξώφυλλα και τις εικόνες της «χοντρής», από το περιοδικό «Θησαυρός»! Συνήθιζε να φορά για καπέλο ένα σουρωτήρι, όπου άπλωνε ένα μεγάλο χταπόδι με τα πλοκάμια του να πέφτουν στο πρόσωπό του, που άφηνε, πάντα, ακάλυπτο!
Πιστεύω, πως δεν υπάρχει Ερμιονίτης που δεν έχει ακούσει για τη χρονιά που ο «κυρ» Παντελής, ντυμένος γεωργός, έχοντας ζέψει στο αλέτρι δύο άλλους Παντελήδες, τον ψηλό και τον κοντό, το Β. και το Ρ., έκανε το γύρο της Ερμιόνης. Τον θυμάμαι σαν τώρα, εκεί, στα τελευταία σπίτια των Μύλων, να στέκει ορθός, να ανοίγει τα πελώρια χέρια του και κοιτάζοντας ανατολικά, στο βάθος του Ερμιονικού κόλπου, να λέει με τη βροντερή φωνή του:
-  Τι ωραία που είναι να βλέπεις τα παραθαλάσσια του Πόρου!
Τελείωνε με ένα δυνατό μπρρρ! που προκαλούσε γέλιο μέχρι δακρύων σε πρωταγωνιστές και θεατές, δίνοντας, ταυτόχρονα, και το σύνθημα της εκκίνησης της …πομπής, με μασκαρεμένους και μη να ακολουθούμε …κατά πόδας!
Γλεντούσαν οι Ερμιονίτες στα σπίτια και τις ταβέρνες, στους δρόμους και τις γειτονιές κι έστηναν το χορό με όμορφα, αποκριάτικα τραγούδια στις πλατείες της πόλης.
Μοναδικές εμπειρίες και σπάνιες εικόνες μιας εποχής, που με τα ελάχιστα είχαμε τα πάντα και χαιρόμαστε τον τόπο μας και τη ζωή…
Έχω καταγράψει πολλά αποκριάτικα τραγούδια, που μου είπαν συμπολίτες μου. Επειδή δεν είναι δυνατόν, να αναφερθώ σε όλα, παρουσιάζω, με συντομία, ένα απ’ αυτά, το πιο γνωστό καλαματιανό «Τούτες ημέρες τόχουνε».
Ακολουθούν οι στίχοι και στη συνέχεια η μουσική του, με ευρωπαϊκή και βυζαντική σημειογραφία.
Τούτες οι μέρες τόχουνε
κι αυτές οι εβδομάδες,
να τραγουδάνε τα παιδιά
να χαίρονται οι μανάδες.
Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ
του χρόνου ποιος το ξέρει,
αν θα πεθάνω ή θα ζω
ή θα ΄μαι σ’ άλλα μέρη. 

«Τα όργανα» του τόπου μας, απ’ ό,τι θυμάμαι, δεν παίζανε τα αποκριάτικα δημοτικά τραγούδια. Τα τραγουδούσε, συνήθως, ο καλλίφωνος της παρέας λέγοντας τον πρώτο στίχο, με τους άλλους να επαναλαμβάνουν τα λόγια του.
Η οικογένειά μου το βράδυ της τελευταίας Αποκριάς διασκέδαζε στο σπίτι της Κασσάνδρας.2 Εκεί υπήρχαν τα …προαπαιτούμενα, που εξασφάλιζαν μια τρελή Αποκριά! Ευρύχωρη σάλα και αυλή, για να κάθονται, άνετα, οι καλεσμένοι. Καλό φαγητό, με μπόλικο κρέας και κρασί, από το χασάπικο και τα βαρέλια του νοικοκύρη του σπιτιού, του μπαρμπα-Μήτσου. Άψογη περιποίηση από τις αδελφές του και μουσική δωρεάν από τη μοναδική φωνή της Κασσάνδρας και το μαντολίνο της με το δαιμονισμένο αλλά γλυκύτατο ήχο, που ξεσήκωνε τους καλεσμένους για χορό και για τραγούδι... Το ’λεγε η περδικούλα τους!
ΣΗΜ.

1.    Λιέδουρα σημαίνει Απόκριες, πιθανόν από την ελληνική λέξη λοιδορώ με την έννοια του περιπαίζω, κοροϊδεύω.

2.    Βλ. σχετικό άρθρο της Βιβής Σκούρτη στο 12ο Τεύχος του περιοδικού «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα».

3.    Φωτο: «Η Ζόρα με μια τουλούπα μύγες», σχέδιο της κ. Ανθούλας Λαζαρίδου - Δουρούκου