Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ (2ο )

Το πρώτο μέρος της αφήγησης

Πηγή: Αλιβάνιστος 
Από την άλλη πλευρά, πηγαίνοντας από το επιπλάδικο του Κοτσογκιώνη (Παναγιώτη Οικονόμου) προς την Παναγία, δεξιά μας στη γωνία ήταν ο φούρνος του Μήτσου Παναγιώτου, εμείς δεν προλάβαμε να το δουλεύει, αργότερα το είχε ο Παντελής ο Κομμάς και το εκμεταλλευόταν, είχαμε ακούσει ότι μαζί με το φούρνο του Γρηγόρη Καραγιάννη, του Διονύση του  Γκάτσου και του Μήτσου του Μερτύρη, έφτιαχναν τις γαλέτες (διπυρίτης άρτος) που έπαιρναν οι ναυτικοί μας για την Μπαρμπαριά, στον καιρό το δικό μας τις γαλέτες τις έπαιρναν από την Ύδρα, διότι και αυτή ήταν περίφημοι στην κατασκευή τους.

Ανεβαίνοντας προς την Παναγία μετά το φούρνο, ήταν το ραφείο του Κώστα του Κομμά (πατέρα της Μαντώ) και ποίο πάνω στη γωνία δεξιά το χρυσοχοείο του Δημήτρη του Νάκου, πατέρα του Λευτέρη και της Κικής, το μοναδικό τότε, αριστερά το σπίτι του Ανάργυρου του Μερτύρη με το τυροκομείο και το λιοτρίβι, προχωρώντας δεξιά ήταν το τσαγκαράδικο του Πάνου Μανουσάκη, βγαίνοντας στην πλατειούλα της Παναγίας αριστερά, ήταν το κρεοπωλείο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ παππού του Χρήστου Παπαμιχαήλ και δίπλα ήταν το διώροφο σπίτι της οικογένειας Ιωάννου Παπαμιχαήλ, πατέρα του Κώστα και της Αικατερίνης Ρήγα Παπαμιχαήλ, που το Ισόγειο ήταν το μπακάλικο του πατέρα τους, ο οποίος είχε ένα από τα ωραιότερα περιβόλια της Ερμιόνης.


 Απέναντι από την είσοδο της Παναγίας, ήταν το καφενείο του Πολυχρονόπουλου, προχωρώντας ήταν η ταβέρνα και το χασάπικο του Μήτσου τού Οικονόμου (Νάνου), πατέρα της Κασσάνδρας, ο οποίος όταν τηγάνιζε τις συκωταριές και τα παϊδάκια, κολαζόταν όλη η Ερμιόνη. Απέναντι ήταν το μπακάλικο των αδελφών Προβελεγκάτου οι οποίοι ήταν πρόσφυγες, δεξιά ήταν η Κοινότητα Ερμιόνης και δίπλα ήταν το Καποδιστριακό, το οποίο χρησιμοποιείτο για αίθουσα δικαστηρίου και στη γωνία στο σημερινό οπωροπωλείο ήταν το ξυλουργείο του Μπάρμπα Κώστα Δεδάκη, που ήταν και αριστερός ψάλτης της Παναγίας και απέναντι αριστερά το ραφείο του Γιώργου Λίτσα, από εκεί και μετά δεν υπήρχαν μαγαζιά.
Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, από το σπίτι Κωστελένου (Καντρέβα) εκεί ήταν το καφενείο του Καντρέβα, δίπλα στο καφενείο ήταν το εμπορικό του Δαμιανού του Μέξη και το κουρείο του Αλέκου Γκόγκου, στο οποίο είχε και διάφορα ψιλικά, από εκεί θυμάμαι αγοράζαμε τις φιγούρες του Καραγκιόζη και τις κόλλες, για να φτιάξουμε τις φελάνδρες    (Αετούς)τις απόκριες, είχε και αποκλειστική πώληση των εφημερίδων, δίπλα στο κουρείο ήταν το ζαχαροπλαστείο του Θεοδώρου Κωνσταντινίδη, πατέρα του Σταύρου, ο οποίος έφτιαχνε ωραία κανταΐφια και μπακλαβάδες χρησιμοποιώντας βούτυρο γάλακτος, που το έπαιρνε από το τυροκομείο του Ιωσήφ Μερτυρη και μύριζε όλο το λιμάνι από τη νοστιμιά τους  

Συνέχεια εκεί που είναι τώρα το οπωροπωλείο, ήταν τότε το ίδιο μαγαζί του Κουτσουρελάκη, με τα ίδια προϊόντα, αναφέρω δε ότι από την καφετέρια της Σοφίας Κωστελένου, μέχρι το κρεοπωλείο του Ζαβαλάρη και από το μαγαζί του Ηλία του φασιλή μέχρι το ψαράδικο του Μπούλη (Ματθαίος), όλο το τετράγωνο αυτό ήταν Καραγιανέικο και Δεληγιανέικο.

Μπαίνοντας αριστερά από το οπωροπωλείο για να βγούμε στη πλατειούλα, ονομαζόταν η μάνδρα του Καραγιάννη και ενδιάμεσα μέσα στη μάνδρα, ήταν ο φούρνος του Καραγιάννη, αργότερα Βλάση και το λιοτρίβι το οποίο και αυτό δούλευε με μηχανή, μπροστά στο σπίτι σε μια εσοχή του Λάζαρου και της Μπεμπέκας Σπετσιώτη, με τη χουρμαδιά, ήταν μια ξύλινη κατασκευή (Παράγκα)και είχε το κρεοπωλείο ο Παναγιώτης ο Καρδάσης πατέρας της Γιώτας της Καρδαση (Δέδε) σε αυτό δούλευε ως παραγιός ο Σταμάτης  ο Βλαχοδημήτρης με αμοιβή μια οκά κρέας κάθε Σαββάτο.    


Αριστερά στο παλιό σπίτι  κληρονόμων Κουτουλάκη, είχε τότε το γκαράζ ο Σπύρος ο Κουτουλάκης, ο οποίος έβαζε εκεί μέσα το μοναδικό αυτοκίνητο ταξί στην Ερμιόνη, από εκεί πηγαίνοντας προς το φαρμακείο του Αγγέλου του Παπαμιχαήλ, ήταν το ξυλουργείο του Βασίλη και του γιού του Θόδωρου Κανέλλη και αργότερα ήταν το μπακάλικο του Αδριανού του Γκάτσου, πατέρα του Βασίλη και Κώστα Γκάτσου, που αρχικά το  μπακάλικο ο πατέρας τους το είχε στο πατρικό του σπίτι, στη γωνία που είναι τώρα το Σουβλατζίδικο του μάστορα ήταν ένα μικρομάγαζο, με διάφορα ψιλικά είδη ραπτικής τετράδια, βιβλία, του Γιώργου του Μαρμαρινού  πατέρας του Γιάννη και Ντίνας Μαρμαρινού και το ονόμαζε Μικράκι, παλαιότερα είχαμε ακούσει ότι ο Γιώργος ο Μαρμαρινός και ο Παύλος ο Φραγκούλης, με ένα Ταμπλά κρεμασμένο στο λαιμό τους με διαφορα είδη μοδιστρικής, βγαίνανε στη γύρα για να πουλήσουν την πραμάτεια τους και τους είχαν βγάλει ένα σατυρικό τραγούδι:


<Ο Μαρμαρινός και ο Παύλος, βγήκανε στην πάνω χώρα,να πουλήσουν κουβαρίστρες, στρίφωμα και δακτυλήθρες, μα ο Κόσμος δεν τα παίρνει, γιατί ψήφισαν Βερδέλη>

Σε αυτό το σπίτι που έχει φτιάξει τώρα η Λιτσα Κουτρουμπή, εγγονή του Μαρμαρινού, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Γκάτσου (Τζίτζα), πατέρα του Φάνη και στο επάνω μέρος στη γωνία, απέναντι από τη Βίλα Λιλίκα, εκεί που είχε ένα διάστημα ο Γιαννης ο Κυριαζής το ξυλουργείο, ήταν το πατρικό λιοτρίβι του μπάρμπα Γιωργάκη του Γκάτσου, παππού του Φάνη και Μάκη Γκάτσου, εγώ το είχα προλάβει με τη μονή πέτρα και το αλώνι ανοικτό, την πέτρα τη γύριζε ένα άλογο και μπροστά από το άλογο ένας εργάτης με ένα φτυάρι, φτυάριζε της ελιές προς την πετρά για να τις κάνει λάσπη, εκεί που είχε η Φρειδερίκη Κοτταρα το καθαριστήριο, είναι το πατρικό σπίτι του Ανάργυρου και της Άννας Μπαρδάκου, όπου η μητέρα τους κυρά Πίτσα και ο πατέρας τους Μήτσος Μπαρδάκος (Καλόστος), ειχαν το μπακάλικο. Το Καλόστος, ήταν το παρατσούκλι του μπάρμπα Μήτσου, διότι οποίος έμπαινε στο μαγαζί για ψώνια, άνδρας, γυναίκα, παιδιά, η πρώτη κουβέντα ήταν καλόστους και οι Ερμιονίτες δεν θελαν και πολλά και του το κόλλησαν << ο καλόστος>>  στη γωνία απέναντι στη Βίλα Λιλίκα, στο σημερινό σπίτι του Γιάννη Γ. Γκάτσου, ήταν το σιδηρουργείο του Μαστρονικόλα του Λουλουδάκη, πατέρα του Γιώργου Λουλουδάκη (Κουμουνδούρου) δίπλα στο ημιτελές σπίτι του Βασίλη του Νάκου, καθόταν ο Μανώλης ο Κοτταράς (Καραθάνος), ο οποίος είχε το χασάπικο στου Καντρέβα στο λιμάνι, εκεί που είναι η καφετέρια της Σοφίας Κωστελένου.
Εκεί που κάθεται τώρα ο Μάκης Καραγιάννης, ήταν το καφενείο του παππού του Καρακίκουλη και πάνω από το καφενείο στο σπίτι του Κοσμά Παπαμιχαήλ, είχε το μπακάλικο ο πατέρας του και η μητέρα του κυρά Κόλενα, και εδώ, στη κάτω γειτονιά (Μπίστι) πριν από τον Άγιο Αθανάσιο, στο πατρικό σπίτι του Γιάννη και Αριστείδη Φλεβαράκη (Χιώτη), οπού εμείς που μέναμε στη γειτονία, ότι σόλες, ψίδια, φόλες χρειαζόντουσαν τα παπούτσια, τα πηγαίναμε στον κύρ΄ Σταύρο για να μας τα φτιάξει.


Συνεχίζοντας από το λιμάνι, στο περίπτερο σήμερα του Λευτέρη του Καρκατσάνη, ήταν η παράγκα του Διονύση του Κατζιλιέρη, που όπως είχαμε ακούσει παλαιοτέρα, ήταν φορατζίδικο, εισέπρατταν τους φόρους, ο δε Κατζιλίερης είχε και Μύλο απάνω στους μύλους, όπου το διάστημα της κατοχής δούλευε με τα πανιά και πηγαίναμε σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, για να τα αλέσει.               


Στή γωνιά, που είναι η καφετέρια του Ντάρκα, ήταν το μαγαζί του Γιώργου του Μπουρνάκη, πατέρα της Μαριάνας Βαρδινογιάννη και συνεχεία οι βενζίνες και πετρέλαια του Μιχάλη Δεληγιάννη, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας ΣΕL και αργότερα το είχε Βενζινάδικο ο Ανάργυρος Σερφας.

Ο Μιχάλης ο Δεληγιάννης, ήταν ο πρώτος πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Ερμιόνης. Εκεί στο σημερινό κτήριο του Παλυβού, ήταν μία μεγάλη αίθουσα και στη γωνία ήταν το κουρείο του Θανάση του Σαρρή και το υπόλοιπο ήταν ζαχαροπλαστείο του Παντελή Αναμερόγλου, ο οποίος ήταν πρόσφυγας και μπατζανάκης του Θεόδωρου Κωνσταντινίδη, ο οποίος έφτιαχνε ωραίες πάστες, είχε και ένα μοναχοπαίδι τον Κώστα, ένα –δύο χρόνια μεγαλύτερος μου, στο σχολείο δεν τον ήξερε κανένας με το επίθετο του, αλλά με το παρατσούκλι, ο  Κώστας ο ζαχαρομουτης, μελετημένα και ευφυέστατα τα  παρατσούκλια των Ερμιονιτών.


Ανεβαίνοντας προς τα πάνω, στο σημερινό σπίτι του Ανδρέα του Βογανατση, ήταν  τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Κωνσταντινίδη, που και αυτός ήταν πρόσφυγας και γαμπρός του Παπαδημήτρη του Μπαρδάκου και με την εγγόνα του Μαρία Κωνσταντινίδου, ήμαστε συμμαθητές στο δημοτικό σχολείο. Τελειώνοντας την ανηφοριά, φάτσα ήταν το σπίτι και χασάπικο του Δημήτρη του Τσέλου, πατέρα του Γιώργου, Κώστα, Ανάργυρου,(Γούλη) Τάσου και Ιωάννας Τσέλου.           
 Δίπλα και αριστερά από το χασάπικο, ήταν το σιδεράδικο του Μαρουλά, πατέρα του Άγγελου και Μάκη (Κόκκινου). Στη γωνία απέναντι από το σπίτι του Τάσου του Παπαγεωργίου (πατρικό), Ήταν ο φούρνος του μπάρμπα Διονύση Γκάτσου, αργότερα Νίκου Λίτσα.


Ανεβαίνοντας δεξιά, στο πατρικό σπίτι της οικογένειας Ντούρου, ήταν το Σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Τάσου του Ντούρου, φτάνοντας μπροστά στο Κυπαρίσσι, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Τράκη, πατέρα της Κικής, Ελένης, και Μαρίας Τράκη, μετά το καφενείο πηγαίνοντας προς την Παναγία,  καί δεξιά, στο  σπίτι της Μαλαματένιας Βόντα,  ήταν η μπακάλο ταβέρνα του Μπεξή και του Θανάση του Πάτσου που ήταν συνέταιροι.

 Πίσω από το ιερό της Παναγίας, το σπίτι του Μιχαλάκη Παπαβασιλείου (Δάσκαλου), στη γωνιά ήταν το κουρείο του Παναγιώτη του Φασιλή, πατέρα του Ηλία Βασίλη και κατεβαίνοντας κάτω μετά την Παναγία, ήταν το σπίτι του Άγγελου του Ζωγράφου και το σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Δημήτρη Οικονόμου, πατέρα του Πάνου και του Ανάργυρου Οικονόμου.

 Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, μπροστά στο Ηρώων, ήταν το καφενείο και το κουρείο των αδελφών Ανδρέα και Νίκα Βογανατση, στο καφενείο αυτό, το οποίο ήταν από τα ωραιότερα της Ερμιόνης, κεντρικό σημείο για τους καφενόβιους, για συναντήσεις και συζητήσεις, είτε τοπικές η Πολιτικές, για τα δρώμενα και λεγόμενα της εποχής.

Πιο περά στο διώροφο σπίτι της οικογένειας Μειντάνης (Μπαμπόλη) στο ισόγειο, σε μία γωνία. ήταν το κουρείο του Άγγελου του Παπαβασιλείου και στο υπόλοιπο, κατά τη διάρκεια της κατοχής, το είχε ταβέρνα ο Δημήτρη Χατζηπέτρου, ο οποίος δεν ήταν Ερμιονίτης, η  καταγωγή του ήταν από την Απύρανθο της Νάξου, είχε έρθει  στην Ερμιόνη και εισέπραττε τους φόρους. Είχε δε παντρευτεί την Νότα Σπετσιώτη, οι οποία ήταν Ερμιονίτισα, αλλά κατοικούσε με τον αδέλφια  της στο Λαύριο, ήταν πολύ όμορφη και μια χρονιά είχε εκλεγεί Μις Λαύριο, απέκτησαν τρία παιδιά, την Μαριάνθη, το Γιάννη και τη Μαρίνα, έφυγαν μετά την κατοχή και εγκαταστάθηκαν στο Λαύριο, όπου ο Χατζηπέτρος εκλέχτηκε δύο τετραετίες Δήμαρχος.


 Αργότερα ο Γιώργος Μειντάνης (Μπαμπόλης) έπαιζε  τερματοφύλακας στον ΕΡΜΗ, στη ταβέρνα άνοιξε ποδηλατάδικο, εκεί μάθαμε και εμείς ποδήλατο, με ένα για αρχάριους που το ονόμαζαν <Κοπρίτη>, απέναντι ακριβώς στο κρηπίδωμα της παραλίας, ήταν τα δημόσια ουρητήρια, από εκεί και πέρα ήταν χωματόδρομος, από το ύψος της σημερινής Τράπεζας Πειραιώς και μέχρι το σπίτι της οικογένειας Τράκη.

 


O βυθός της θάλασσας αποτελείται από βουρκο και πέτρες και μπροστά ακριβώς  από το σπίτι της οικογένειας Λάζαρου Μήτσου, κατά τον φλεβάρη και Μάρτη. όταν τα νερά έφευγαν, είχε δηλαδή φυρασιά (Άμπωτης) πηγαίναμε με ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας και σκάβαμε το βούρκο και της πέτρες και βγάζαμε αχιβάδες, που ήταν πάρα πολύ νόστιμες, ψητές στη σχάρα.       Σε κάποιο σημείο, υπήρχε και ένα μικρό λιμανάκι με πέτρες (Μανδράκι), απέναντι από το φαρμακείο της Ευγενείας της Πάλλη, εκεί που είναι η έκθεση επίπλων, ήταν το σιδεράδικο του Σταμέλου, ποίο πέρα αριστερά πάντα και στα Κυκλώπεια τείχη, ήταν το λιοτρίβι και η φάμπρικα που άλεθε σιτάρι και κριθάρι των Αδελφών Δημήτρη και Χρήστου Βοντα. Σημερινά μαγαζιά του Γιωργου Βοντα, αναφέρω δε ότι το λιοτρίβι τους και του Γιάννη του Λαδά, ήταν τα μοναδικά στην Ερμιόνη που είχαν υδραυλικό σύστημα, για να πιέζουν τα τσούλια (ειδικά φτιαγμένα για τη λάσπη της ελιάς) και δίπλα ήταν το σαμαράδικο του Σωτήρη του Παπαηλιού (Λεσόγιαννη),ο οποίος ήταν περίφημος στο πετάλωμα των οπλών των αλόγων.


Ανεβαίνοντας αριστερά στην ανηφόρα, ήταν το σπίτι του Ανάργυρου του Λεμπέση και η φάμπρικα των αδελφών Γιάννη και Αντώνη Σιδέρη, πολύ γνωστή στην περιοχή μας όπου αλέθαμε το σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, κ.λ.π. Επάνω από του Σιδέρη ήταν το μπακάλικο του Σαράντου Δημαράκη, πηγαίνοντας στο δρόμο για να βγούμε στην Παναγία, το σπίτι της οικογένειας Βοντα, που είχε και το οδοντιατρείο η Τένια  Βόντα.


Από το Βενζινάδικο του Μάνου, άρχιζε ο αμαξωτός δρόμος που πήγαινε για Κρανίδι, πιο πέρα ήταν του Κριτικού,  δίπλα στο συνεργείο αυτοκινήτων, ήταν το λιοτρίβι του Μιχάλη Οικονόμου, πατέρα του Βασίλη του οικονόμου (Οικονομολόγο), όπως είναι σήμερα το παλιό κτήριο και πιο πέρα δεξιά στο φουγάρο, ήταν το λιοτρίβι του Διαμανου Μέξη που αργότερα ο γιός του Σπύρος, το έκανε εργοστάσιο το οποίο έβγαζε τομάτες σε κονσέρβα, τότε έφτιαξε και το μεγάλο φουγάρο.                    
Από κάτω από του Μέξη προς το Βοριά, είχε και το λιοτρίβι ο Σωτήρης ο Δεδάκης, από εκεί και πέρα δεν υπήρχαν μαγαζιά, ήταν όλο αμπέλια και περιβόλια.
Μεταξύ κτηρίου ΟΤΕ και των σπιτιών και μαγαζιών του Ιωάννου Λαδά, στεγάζονταν  τότε επί του δρόμου η Ηλεκτρική μηχανή, που έδινε ρεύμα σε όλο το χωριό και από την άλλη μεριά προς τη θάλασσα ήταν το λιοτρίβι. Από τη πρώτη γλίστρα μέχρι τη στροφή, που περνούμε για να πάμε στο μύλο, δηλαδή όλο σχεδόν το κρηπίδωμα, εκεί που παρκάρουν τα φορτηγά και τα πούλμαν, και γίνεται η λαϊκή αγορά, είναι το Γήπεδο και ο ιστιοπλοϊκός όμιλος. Εκεί ήταν βάλτος με βούρλα και ευκαλύπτους και δεξιά στα βράχια του κρόθι, ήταν οι γούρνες που έβγαινε γλυκό νερό, το οποίο ανακατευόταν με το νερό της θάλασσας και γινόταν υφάλμυρο, εκεί πήγαιναν οι γυναίκες και έπλεναν τις λιοπάνες, χράμια, βελέντζες, κλπ. Κρόθι στα Αρβανίτικα θα πει Πηγή-νερου και επειδή στο σημείο αυτό έβγαινε νερό, πήρε και το βουνό την ονομασία Κρόθι.                                
 Οι γούρνες τότε ήταν σκεπασμένες, για προστασία από τη βροχή και τον Ήλιο, ΒΔ των σπιτιών του Λαδά, μέχρι τον ΟΤΕ και σχεδόν στο ύψος του λιμεναρχείου, ήταν όλο βούρλα και μια συστάδα από ευκαλύπτους.


 Μετά το γήπεδο του Ερμή – καμιά σχέση με το σημερινό –  ήταν δυο-τρία πέτρινα αλώνια εξού και η ονομασία της περιοχής, που αλώνιζαν το σιτάρι και το κριθάρι με τα άλογα, έως ότου ήρθε η αλωνιστική μηχανή γύρω στο 1939-40 και καταργήθηκαν. Δυτικά από αυτά που περιγράφω μέχρι την ανατολική μάνδρα της βίλας του Λεούση, δεν υπήρχε κανένα κτίσμα, για να σας δώσω να καταλάβετε από τα σπίτια σήμερα της οικογένειας Λαδά και από τη Δήμητρα μέχρι το Κρόθι και τον Άγιο Μηνά, δεν υπήρχε κανένα σπίτι, αλλά χωράφια που έσπερναν στάρια και κριθάρια.

Εκεί που είναι σήμερα το Super Market Δήμητρα, ήταν μια γέφυρα. Τα περισσότερα σπίτια είχαν στέρνες και μάζευαν το νερό της βροχής. Στην Ερμιόνη μέσα, πουλούσε νερό ο Θανάσης ο Λεβέντης (Κίμινος), είχε ένα μουλάρι και στο σαμάρι αριστερά και δεξιά, είχε δύο ντεπόζιτα μικρά με κάνουλα και περνούσε τις γειτονιές και το πουλούσε. Όταν αυτός σταμάτησε τη δουλεία αυτή την έκανε ο Κοσμάς ο Βρετός (Κλοκαντούρης)

Συνεχίζεται..