Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Στο Βουλευτικό Ναυπλίου


Δεν παραστάθηκα στην παρουσίασή μου από τον φιλόλογο κ. Στέφανο Πόθο στο Βουλευτικό Ναυπλίου στις 16-4-2016, στα πλαίσια του Συμποσίου ‘Αργολίδα, ο τόπος της Συν-γραφής’.΄Ετσι κι αλλιώς δεν θα είχα το  χρόνο, Σαββάτο βράδυ, ώρα 9, και με τόσους συγγραφείς  καλεσμένους να πω δυο λόγια με την ησυχία μου. ΄Εκανα ωστόσο κάποιες σκέψεις...

Πριν δώδεκα ακριβώς χρόνια, αρχές του 2004, ήμουν για πρώτη φορά καλεσμένος στο Βουλευτικό Ναυπλίου, για να παραστώ σε μια εκδήλωση και να παραλάβω ένα βραβείο πολιτιστικής προσφοράς 2003. Μού το απένειμε ο Οργανισμός Πολιτισμού και Αθλητισμού Νομού Αργολίδος – ΟΠΑΝΑΑΔ για το μυθιστόρημά μου ‘Δελτίον ταυτότητος’. Δεν γνώριζα κανέναν, δεν έμαθα ποτέ ποιος με πρότεινε, η αίθουσα του Βουλευτικού ήταν πάντως γεμάτη από κόσμο όλων των ηλικιών, εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ της 17ης Ιανουαρίου, κάποιοι νεώτεροι από μένα άντρες παριστάμενοι, αλλά και ζευγάρια της ηλικίας μου με ζύγωσαν βγαίνοντας, λέγοντάς μου ζεστά και αυθόρμητα: ‘‘Κύριε Σπετσιώτη, τι ωραία η ταινία σας για τον Λαπαθιώτη.. το ‘’Μετέωρο και Σκιά..’’ Για το βιβλίο μου και για το βραβείο ούτε λέξη φυσικά, ούτε και λίγο αργότερα, όταν μια παρέα με κάποιους από τους διοργανωτές; παράγοντες; τραβήξαμε με τα πόδια για ένα παλιομοδίτικο εστιατόριο-  το έλεγαν ‘‘Ελλάς’’; αν θυμάμαι καλά-, για ένα κρασί. Στην παρέα κάποιος μού είπε : ‘‘Ναι.. θα το ψάξω το μυθιστόρημά σας.. σας το υπόσχομαι... θα το διαβάσω..’’ και τίποτ’ άλλο. Γράφω και, περιστασιακά, δημοσιεύω από παιδί. Αν σπούδαζα κάτι άλλο θα ήταν φιλολογία, η μόνη κλίση που είχα, αλλά σπούδασα κινηματογράφο, μόνο και μόνο για ν’ ανοίξω τα νεανικά μου φτερά στη ζωή, στις εμπειρίες, στην περιπέτεια, όπως τα καταλάβαινα δεκαοχτώ χρονώ, έχοντας περάσει μια στενεμένη εφηβεία στο κλειστό και ενίοτε τραυματικό περιβάλλον της Ερμιόνης. Πάντως, ύστερα από δυόμιση χρόνια στρατιωτικής θητείας στο Πολεμικό Ναυτικό, αισθανόμουνα αρκετά ήσυχος με τη συνείδησή μου που, οχτώ χρόνια αφότου είχα φύγει απ’ την Ερμιόνη, στα 1971, δεν θα ξαναγύριζα το 1979, ως πολίτης, για να διδάξω σ’ ένα σχολείο Αρχαία και Ιστορία, αλλά θα πήγαινα στο Λονδίνο για σπουδές, δεν πα’ νάσπαγα και τα μούτρα μου!  Πήρα λοιπόν υπό μάλης και τις δυο μου μαθητικές μικρού μήκους ται- νιούλες που είχαν κάνει και κάποια αίσθηση, η μία μάλιστα , η «Καλλονή», είχε κοπεί και από την επίσημη λογοκρισία ως άσεμνη, αλλά, ήδη, φυγαδευμένη, παιζόταν σε διάφορα underground  φεστιβάλ του Λονδίνου, του ΄Αμστερνταμ, του Παρισιού. ΄Ασε που σ’ ένα συρτάρι του γραφείου μου στην Αθήνα παρέμεναν κλειδωμένα πεντέξη αντίτυπα του πρώτου διηγήματος πούχα δημοσιεύσει ενώ ήμουν ναύτης, κρυφά, με τα αρχικά του ονόματός μου Τάκης Σπ., το ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ, την ΄Ανοιξη του 1978 σε μια βραχύβια έκδοση Τέχνης και Λόγου την ‘‘Καμπύλη’’. Ακολούθησα για πολλά χρόνια τη σκηνοθεσία επαγγελματικά, εργαζόμενος σε κινηματογραφικές, τηλεοπτικές, και θεατρικές παραγωγές. Εξέδωσα και έξη βιβλία. Να γιατί μού είναι  ακόμη ως και σήμερα δύσκολο να αυτονομήσω, να ξεχωρίσω την ιδιότητά μου αυτή, του, ας πούμε, συγγραφέα, και να μιλήσω αποκλειστικά γι’ αυτήν. Είναι επειδή αισθάνομαι – καθώς μάλιστα και η θεματολογία των ταινιών και των βιβλίων μου είναι σχετική και συμπίπτει-, ότι πηγαίνει πλάι πλάι με την άλλη δραστηριότητά μου, αυτή της σκηνοθεσίας, αποτελώντας μαζί της μια περίπου αδιάσπαστη ενότητα παράλληλων προσπαθειών με κοινό στόχο αλλά απλώς διαφορετικό μέσο έκφρασης : Την βιογραφική του Λαπαθιώτη «Μετέωρο και Σκιά» ταινία, συμπληρώνει η εκτενής μελέτη μου για το έργο του, το «Χαίρε Ναπολέων»- ο κινηματογράφος κάθε άλλο παρά για εικονογράφηση ποίησης προσφέρεται. Αλλά κι οι ταινίες μου ή τα θεατρικά μου εγχειρήματα που ο χώρος δεν μού επέτρεψε να πραγματοποιήσω μετατράπηκαν σε πεζογραφήματα. Το μυθιστόρημα «Δελτίον ταυτότητος», το οποίο αποτελεί μια ανάπτυξη και εξέλιξη εκείνου του πρώτου μου διηγήματος, του «Μια φιλία», για το οποίο ήδη σας μίλησα, και καταπιάνεται με την διαδικασία ωρίμανσης ενός ήρωα σε τρεις ηλικίες της ζωής του. Το «΄Αλλο κρεβάτι» είναι ένα θεατρικό μου που δεν παίχθηκε. Διηγήθηκα επίσης, στο βιβλίο «Ταχτσής-Δεν ντρέπομαι» την αποτυχία μου να συνεργαστώ με τον Ταχτσή – που γνώριζα απ’ το 1974-, προκειμένου να μεταφέρω ένα του μισοτελειωμένο διήγημα σε τηλεταινία για την ΕΡΤ. Ο Ταχτσής είναι ίσως ο μόνος συγγραφέας που ομολογώ ότι με επηρέασε, και ως πνευματικός άνθρωπος. Αθεράπευτα πικραμένος που δεν είχε πετύχει να γίνει ταινία το «Τρίτο στεφάνι» του απ’τον Αγγελόπουλο, μεγάλη ευρωπαική παραγωγή για τα «Ευρωπάλια», στις αρχές του ‘ 80, δεν είχε μυαλά για μένα –τον νεαρό των 29 ετών, τότε-,  και την τηλεταινία που του πρότεινα.

΄Εγραψα για το κέφι μου, και για να μιλήσω ελεύθερα για κάποια πράγματα που δεν μού επέτρεπε ο συντηρητικός κόσμος του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του θεάτρου να πω. ΄Οταν γυρεύεις χρηματοδότηση ακολουθείς τον κόσμο. ΄Οταν ξανοίγεις την ψυχή σου σε άγραφες σελίδες μπορείς να δημιουργήσεις ένα δικό σου κόσμο. Δεν ξέρω αν πέτυχα, ούτε θα μάθω ποτέ. Είπα, ωστόσο, σίγουρα τολμηρότερα πράγματα στα βιβλία απ’ ό,τι στις ταινίες μου. Ζώντας παράμερα, δεν ανήκω σε καμιά εταιρεία συγγραφέων, δεν μετέχω στα σουσούμια του σιναφιού. Μετά την πρόσκλησή σας έτρεξα στον εκδότη μου να προμηθευτώ κάποια αντίτυπα των βιβλίων μου να σας στείλω, εδώ και στο Κρανίδι.  Μποτίλιες στο πέλαγος; Μπορεί να αναρωτηθείτε. ΄Ισως νάναι κι έτσι.

Εκείνο πάντως που θάθελα να μην παραλείψω ν’ αναφέρω είναι ότι το 2003, εντελώς απροσδόκητα, έζησα μια εμπειρία συγγραφής που δεν μπορώ να συγκρίνω με καμία άλλη στη ζωή μου. ΄Εκανα τον γραμματέα ενός φίλου μου νεαρού αλήτη, φευγάτου απ’ το σπίτι της διαλυμένης του οικογένειας απ’ τα δέκα του χρόνια, μεγαλωμένου στους δρόμους, που, μ’ ένα φοβερό οίστρο, ανάμεσα στην διαμαρτυρία και την εξομολόγηση που ξαλαφρώνει την ψυχή, άρχισε να μού διηγείται την πολυτάραχη ζωή του ως διωκόμενου απ’ την αστυνομία μικροπωλητή χωρίς άδεια, το πρωί, και εκδιδόμενου ζιγκολό τη νύχτα, ζητώντάς μου να την γράψω. Πράγματι, έγραφα για πολλές μέρες, σε μια περίεργη πυρετώδη ένταση, με στυλό, σε μεγάλα μπλόκ, μέχρι τη μέρα που ο φίλος μου βρήκε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στο Μοναστηράκι και, όπως γράφω στο βιβλίο «Γραμματικός σ’ ένα παιδί του δρόμου» : «ξέχασε και τις βιογραφίες και τις πορνογραφίες ο Νικήτας.» Κι όταν, κάποια στιγμή, του είπα : «Τι θα γίνει, δεν θα συνεχίσουμε με τη ζωή σου; Καιρό έχουμε να γράψουμε...», γύρισε και μού είπε: «Τι; Θα ΄σαι τρελλός μού φαίνεται.. ΄Αλλη όρεξη δεν είχα, πτώμα στην κούραση όλη μέρα...’Ασ’ το.. ΄Αλλωστε δεν θέλω να μιλήσω... Καλύτερα έτσι.. Γρίφος....» Εντυπωσιάσθηκα. Η απάντησή του δεν επιβεβαίωνε μόνο, με τον πιο ακαριαίο τρόπο, εκείνο πούλεγε στον 19ο αιώνα ο σπουδαίος μας λογογράφος Εμμανουήλ Ροίδης για τους συγγραφείς: «Καλά, όλοι γράφουν. Πες μου τι δουλειά κάνει.», αλλά και απαντούσε επίσης σ’ ένα ερώτημα που θυμόμουν ότι έθετε ο κριτικός Βάσος Βαρίκας την εποχή της εφηβείας μου:  για το αν η έκδοση ενός βιβλίου ήταν «πράξη δημόσια» ή παρέμενε «μια υπόθεση ιδιωτική». Την απάντηση στο διχαστικό ερώτημα δεν μπορεί να την δώσει κανείς άλλος, πιστεύω – ιδίως σήμερα με την αντιστρόφως ανάλογη προσφορά βιβλίων προς την ζήτηση του αναγνωστικού κοινού -,  παρά μόνο, στο μακρυνό Μέλλον, ο Χρόνος.


                                                          ΤΑΚΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ