Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη...»




Απόσπασμα απο το βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη «Ω γλυκύ μου έαρ!» στο οποίο περιγράφεται η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής στην Ερμιόνη.  
   
« Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη...                                                          Κ. Δημουλά
…Μέσα στο ναό ψάλλεται το «Ασματικό Άγιος ο Θεός» από τη δοξολογία του Πλαγίου Δευτέρου Ήχου. Είναι ο τελευταίος ύμνος πριν την περιφορά. Τέσσερις  ναύτες, ντόπια παλικάρια μεστωμένα που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία, σηκώνουν τον Επιτάφιο στους ώμους τους, τον βγάζουν προσεχτικά από το ναό και παίρνουν τη θέση τους στην πομπή. Πίσω του οι χοροί των ψαλτών, ο ιερέας και οι πιστοί ακολουθούν με αναμμένες τις λαμπάδες.
Η περιφορά ξεκινά. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας ένα ζεστό, φωτεινό ανθρώπινο ποτάμι κατηφορίζει τον κεντρικό πλακόστρωτο δρόμο που ακολουθούν όλες οι θρησκευτικές πομπές. Το φωτισμένο θολωτό κουβούκλιο του Επιταφίου ξεχωρίζει «ατενίζοντας τον ουρανό». Τα κεριά των πιστών «αναμμένα, χρυσά και ζωηρά» τρεμουλιάζουν, σβήνουν για λίγο και ανάβουν ξανά. Θέαμα μοναδικό, φαντασμαγορικό! Σε όλη τη διαδρομή οι γλυκόφωνοι ψάλτες ψάλλουν δυνατά για να ακούγεται η ψαλμωδία τους από τη μια άκρη της πομπής μέχρι την άλλη. Αποδίδουν μοναδικά το μεγάλο τροπάριο «Τον Ήλιον κρύψαντα» στο οποίο επτά φορές επαναλαμβάνεται η φράση, «Δος μοι τούτον τον ξένον!», κατά πώς το προστάζει η υμνωδία.
Οι παλαιότεροι θυμούνται πως εκείνη την ημέρα, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, άνθρωποι ανήμποροι να πάνε στην εκκλησία, περίμεναν να περάσει ο Επιτάφιος για να ακούσουν τη θεσπέσια φωνή του Πρωτοψάλτη Δημήτρη Νάκου να ψάλλει αυτό το τροπάριο. Κατά τη διαδρομή του Επιταφίου οι νοικοκυρές, με φωτισμένα τα σπίτια τους και ορθάνοιχτα παράθυρα, έκαιγαν στα μικρά λιβανιστήρια μοσχομυριστό θυμίαμα, κεριά και φαναράκια. Η ατμόσφαιρα γαλήνια ανάσαινε την ευωδιά τους. Τόσα χρόνια δε θυμάμαι ποτέ να έχει αναβληθεί η περιφορά του Επιταφίου λόγω βροχής!
Όπου υπήρχε συνωστισμός κατά την αργή πορεία της πομπής ή γίνονταν οι καθιερωμένες στάσεις για να αναπεμφθούν οι «επίσημες» δεήσεις «υπέρ των ζώντων και κεκοιμημένων», σύμφωνα με ένα παλαιό έθιμο του τόπου μας, παιδιά, αλλά και μεγάλοι προσπαθούσαν στα κρυφά να «κλέψουν» από τα χέρια των πιστών τα κεριά που κρατούσαν. Τα τραβούσαν με δύναμη προς τα κάτω και ήθελες δεν ήθελες τα άφηνες, μειδιώντας, για να αποφύγεις το κάψιμο των χεριών σου. Νικητής έβγαινε εκείνος που «έκλεβε» τα περισσότερα και την επομένη διηγιόταν, πε­ρήφανος, το κατόρθωμά του! Κάποιοι, ωστόσο, που «το έπαιρναν νωρίς είδηση» και αντιλαμβάνονταν τον κλέφτη την ώρα που επιχειρούσε τη μοιραία κίνηση, γύριζαν τη λαμπάδα ανάποδα και του την έφερναν με δύναμη στο κεφάλι. Άλλοι πάλι για να αποφύγουν τις δυσάρεστες εξελίξεις, περνούσαν καρφίτσες σε όλο το μήκος του κεριού. Ο επίδοξος κλέφτης, απρόσεχτος ορισμένες φορές, τρυπούσε τα χέρια του στην προσπάθειά του να  τραβήξει το κερί προς τα κάτω. Όσοι αντιλαμβάνονταν ότι ήταν …«θωρακισμένο» και να το «είχαν βάλει στο μάτι», δεν το ακουμπούσαν.
Οι μακρομαλλούσσες κοπελιές, έχοντας  σηκωμένο το γιακά του πανωφοριού τους, προσπαθούσαν να διαφυλάξουν την …κόμη τους από την αφηρημάδα των απρόσεχτων ή την πρόθεση των …κακοπροαίρετων. Ωστόσο, δεν τα κατάφερναν πάντα κι όταν πλέον απλωνόταν η χαρακτηριστική μυρωδιά από καμένο μαλλί, πανικόβλητοι οι συγγενείς με σαλιωμένα δάχτυλα προσπαθούσαν να το …σβήσουν, διαταράσσοντας την ιερότητα των στιγμών...