Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΧΘΕΣΙΝΟΙ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ



Στην αρχή ήρθε ένα. ΄Εμπηξε το ράμφος του στο ψημένο ψωμάκι που είχε απομείνει απ' την ποικιλία, δίπλα στο μισοτελειωμένο μου ουζάκι. Σήκωσα το κεφάλι απ' το βιβλίο. Το μεζεδάκι δεν το ικανοποίησε. Μεταφέρθηκε παραπλεύρως, στο μεγαλύτερο πιατάκι μ' ένα μισαφαγωμένο κομμάτι τυρί φέτα και ψίχουλα δίπλα, σα μπορντούρα. Το τι χαρά έκανε! Το ράμφος έδινε κι έπαιρνε γύρω-γύρω στο πιατάκι. Κανένας θόρυβος, αλλά ήταν σα νάπεσε σύνθημα και, ξαφνικά, κι άλλο ένα, κι ακόμα ένα, το τραπεζάκι μου του μικρού ουζερί γέμισε αγριοπερίστερα. ΄Ετσι μάλιστα καθώς δεν έκανα καμιά απότομη κίνηση να τα τρομάξω - τίποτα σβήσιμο της γόπας μου στο τασάκι, κλείσιμο του ογκώδους βιβλίου μου πάνω στο τραπέζι -, το χάρηκα κάμποσα λεπτά το πανηγύρι τους, το πασχαλιάτικο τσιμπολόι τους. Και με τα ψημένα ψωμάκια που τάριξαν εν τω μεταξύ κάτω απ' το πιατάκι, στο έδαφος, πάλευαν και πεντέξι άλλα - σωστό βασίλειο περιστεριών! Μ' έχουν εκνευρίσει κάμποσες φορές, λερώνοντας τη βεράντα, κι άλλες έχω βάλει μια σκούπα -σκιάχτρο για να μη ζυγώνουν, άλλες έχω εκλογικεύσει τις...κουτσουλιές τους με τη λέξη ''γούρι''. Αλλά εχθές σηκώθηκα με μεγάλη προσοχή - παρότι με το αριστερό μου πόδι μουδιασμένο- για να φύγω χωρίς να χαλάσω το πανηγύρι τους. Περιπλανώμενα είναι, σα κάτι ανθρώπους που δεν βρήκαν το δρόμο τους, απόκληρους της ζωής.

ΤΑΚΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ