Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ



Από ένα φίνο παλιό ραφείο στην οδό Τριών Ιεραρχών τυχαία σε παρακολουθούσα στην τηλεόραση, γέρο- κλόουν με τις μούτες σου, τους φιόγκους σου, τους γελοίους μορφασμούς σου, τα γελάκια σου, τις αταίριαστες με την ηλικία σου χαρούλες του εξηνταπεντάρη γελωτοποιού. Αδιάφορα έριχνε, που και που, καμιά ματιά ο σιωπηλός ράφτης ( φιγούρα του παλιού καιρού, όπως το μαγαζί του κι εκείνος ), σκύβοντας αμίλητος στη δουλειά του, στην διακριτική μελαγχολία του, την όλως αντίθετη από την, πνιγμένη στις κραυγαλεότητες μιας εκτός τόπου και χρόνου ελαφρότητας, δική σου θλίψη. Και σκεπτόμενος από που και με τι όνειρα είχες ξεκινήσει, και τι - μια ζωή, ξυνός-, κορόιδευες κι εσύ πάντα, και βλέποντας ( στο πρόγραμμα εκείνο της πιο εξευτελιστικής τηλεόρασης ), τι καθ' οδόν είχες προδώσει, στ' όνομα του επαγγέλματος, της κοινωνικότητας, του χειροκροτήματος, του χρήματος και των παιχνιδιών της δύναμης, ένιωθα - με σπαραγμό το λέω, δεν σε σαρκάζω-, ότι, λες, κι όλες μαζί οι κλωστές κι οι βελόνες κι οι δαχτυλίθρες κι οι κουβαρίστρες και τα καρούλια του μικρού εργαστηρίου, φώναζαν όλα μαζί μ' όση δύναμη είχαν, βλέποντάς σε, σαν καραγκιόζη : ''Ρατέ, ρατέ, ρατέ.''

ΤΑΚΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ