Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

ΑΞΙΟΛΟΓΟΙ...ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ...

ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΡΥΣΙΝΗΣ - ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΜΑΕΣΤΡΟΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Του Κώστα Μπαλαχούτη

Αρκετές είναι οι περιπτώσεις καλλιτεχνών, όπου κάποια φυσική ατέλειά τους τους, στάθηκε αφορμή και αιτία, να κερδίσουν την συμπάθεια του κοινού και να διαγράψουν λαμπρή πορεία, χωρίς να παραγνωρίζουμε το ταλέντο και τις ικανότητές τους. Η Μαριάννα Χατζοπούλου μεσουράνησε στα τέλη του '50 και στις αρχές του '60 ως «τυφλό αηδόνι» ενώ ο Σπύρος Ζαγοραίος, εδώ και δεκαετίες, έχει για σήμα κατατεθέν του το ψεύτικο-συμπληρωματικό χέρι που δίνει άλλη διάσταση στα «μάγκικα» και «αλέγκρα» τραγούδια του. Ο ίδιος έκανε σουξέ με τη σύνθεσή του Είμαι ανάπηρος και έχω ανάγκη απ' την αγάπη σου. Ελάχιστες όμως είναι οι φορές όπου ένας δημιουργός και μαέστρος ξεπερνά ταεμπόδια της φύσης και σηματοδοτεί σαν φάρος φωτεινός τις εξελίξεις στο αντικείμενό του, ανακαλύπτοντας νέα ταλέντα και δίνοντάς τους βήμα να εκφραστούν και παράλληλα «συμμαζεύοντας» και βελτιώνοντας τις καταθέσεις των ομότεχνών του. Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, οι Ray Charles, Stevie Wonder, Sammy Davis Jr., Αndrea Boccelli, που λειτουργούν -ειδικά οι δύο πρώτοι- σαν συνθέτες και στιχουργοί, ήταν και είναι πάνω απ' όλα ερμηνευτές των πονημάτων τους ενώ ο Μπαγιαντέρας πρώτα καθιερώθηκε ως μουσικοσυνθέτης και στη συνέχεια στερήθηκε την όρασή του. Εδώ ακριβώς έγκειται και η πρωτοτυπία και πρωτοπορία του Στέλιου Χρυσίνη, που αν και έχασε το φως του από τα πρώτες μόλις στιγμές του στη ζωή κατάφερε για μεγάλο διάστημα, μέχρι και τον πρόωρο θάνατό του, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο «δασκάλου» στη δισκογραφία και γενικότερα στο λαϊκό μας τραγούδι. 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1916. Ήταν το τέταρτο παιδί -μετά την Μαρία, τον Βασίλη και τον Παναγιώτη, μιας μεσοαστικής οικογένειας. Οι γονείς του, αρβανίτικης καταγωγής, είχαν μεταναστεύσει από το Κρανίδι Αργολίδας στο μεγάλο λιμάνι. Ο

Στέλιος και ο αδελφός του Παναγιώτης-που ήταν μεγαλύτερος του κατά έξι χρόνια- θα χάσουν το φως τους σε μικρή ηλικία. Παρ' όλα αυτά θα αρχίσουν από παιδιά μαθήματα μουσικής όπου και θα επιδείξουν ξεχωριστή κλίση. Διδάχτηκαν βιολί, πιάνο, κιθάρα, λαούτο, μαντόλα, μαντολίνο που τους εξασφάλισαν το εύκολο πέρασμα στους μπουζουκομπαγλαμάδες. Στις αρχές του ΄30 συνοδεύουν, παίζοντας ζωντανά στους κινηματογράφους, τις προβολές των βουβών ταινιών. Ξεχωρίζουν για την ικανότητά τους να αναπαράγουν με πιστότητα, σαν «μαγνητόφωνα», την μουσική και τα τραγούδια από διάφορες παραστάσεις, επιθεωρήσεις, οπερέτες και γίνονται γνωστοί στο κύκλο των μουσικών. Είναι ενδεικτικά τα λόγια του μουσικοσυνθέτη Λευτέρη Γουναρόπουλου: << Τον Χρυσίνη τον πρωτάκουσα στο μπαράκι του Βρυώνη στον Πειραιά το 1932 ή 33. Ήμουν παιδί. Μέσα, πίσω από ένα σιδερένιο στρογγυλό τραπεζάκι, αυτός έπαιζε μπουζούκι και ο Παναγιώτης, ο αδελφός του κιθάρα, κι απ έξω ουρά για να τον ακούσουν. Ουρά σου λέω. Ο Στέλιος ήταν μεγαλοφυής. Έγραψε πράγματα που δεν μπορείς να τα πιάσεις. Κάποια μέρα θα του βγάλουν όλοι το καπέλο. Για μένα ήταν απ' τους καλύτερους>>1. 

Το 1934 μπαίνει στην δισκογραφία με το τραγούδι με το Χτες στο βράδυ στον τεκέ μας (Columbia DG 21224), με ερμηνευτή τον Στελλάκη Περπινιάδη. Ένα από τα πιο περίτεχνα χασικλίδικα που γνώρισε απανωτές επανεκτελέσεις και ακόμα και σήμερα παίζεται στα πάλκα. Ακροβατώντας ανάμεσα στο πειραιώτικο ρεμπέτικο και το σμυρνέϊκο ιδίωμα, ο 19άχρονος δημιουργός καταθέτει την επόμενη χρονιά το εκπληκτικό Αργιλέ μου γιατί σβήνεις με την Γεωργία Μυττάκη, την «τρανή» του δημοτικού που έκανε μερικά χαρακτηριστικά περάσματα στο λαϊκό τραγούδι. Θα ακολουθήσουν συμπράξεις με τον περίφημο βιολίστα Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιό (Στ'ορκίζομαι στο κύμα, Χρόνια στις θάλασσες γυρνώ κ.ά) και τον Παναγιώτη Τούντα (Στο είπα περδικούλα μου, Το θαλασσί φουστάνι κ.ά). Συνθέσεις του ερμηνεύουν οι Ρίτα Αμπατζή (Μια μελαχροινή), Στέλιος Κερομύτης (Μ' έκαψες σκύλα), Γιώργος Κάβουρας (Τα ψαράδικα) κ.ά. Ήδη από τα προπολεμικά χρόνια συνεργάζεται με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες ενώ έχει εξελιχθεί σε ανιχνευτή ταλέντων, όπου χάρη στην παρέμβασή του περνούν την πόρτα των studio στη Ριζούπολη οι Σταύρος Ρεμούνδος, Λέλα Οικονομίδου, Κώστας Λαίνης, Τασία Βρυώνη κ.ά. Την περίοδο της Κατοχής θα δουλέψει σε ταβέρνες σε συνοικίες της πρωτεύουσας αλλά και σε στέκια στα Μεσόγεια. Με μοναδική άνεση προσαρμόζεται στις απαιτήσεις και ανάγκες της πελατείας τους. Κατέχει καλά τα μυστικά του ευρωπαϊκού, μικρασιατικού, δημοτικού και ρεμπέτικου τραγουδιού που άλλοτε παντρεύει ενώ άλλοτε περνάει με ευκολία απ' το ένα είδος στο άλλο. 

ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μετά την απελευθέρωση ο Χρυσίνης γίνεται βοηθός, στο πλευρό του Σέμση που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στην His Μaster's Voice. Παράλληλα δίνει δυναμικό παρών στους δίσκους ( Δος μου φωτιά ν' ανάψω και Είμαι εργάτης στο λιμάνι με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και το Στελλάκη, Πειραιά μου σ'αφήνω γειά με την Νταίζη Σταυροπούλου, Μια κόρη Μεσογείτισσα με την Σωτηρία Μπέλλου κ.ά) και στα κέντρα (στου «Φιλτικάκη» και στο «Ναυαρίνο» στο Πασαλιμάνι -πρόκειται για καφενεία και ζαχαροπλαστεία που ορισμένες μέρες την εβδομάδα, κατά την συνήθεια αλλά και τις ανάγκες της εποχής, μετατρέπονταν σε μπουζουκάδικα- με τους Απόστολο Χατζηχρήστο, Γιάννη Σταμούλη ήΜπιρ Αλλάχ και Γουναρόπουλο). Το σπίτι του, στην οδό Αριστομένους 35 στα Σεπόλια, μετατρέπεται σε εκολαπτήριο νέων καλλιτεχνών. Μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών θα αναδειχθεί υπό την συνθετική του σκέπη: Ρένα Στάμου, Σούλα Πασαλάρη, Γιάννης Τζιβάνης, Γιάννης Κουλουκάκης, Μαρία Γρίλλη, Δούκισσα, Άντζελα Γκρέκα, Ποσειδών, Βιολέττα, Ελένη Κώτσογλου κ.ά. Συνυπογράφει συχνά δημιουργίες με τον Στελλάκη και τον Σταύρο Παντελίδη. 

Γράφει και ο ίδιος στίχους αλλά συνεργάζεται με τους ανερχόμενους τότε Χρήστο Κολοκοτρώνη, Κώστα Ζήτη, Δημήτρης Γκούτη, Nίκο Μουρκάκο και κυρίως με τον πολυγραφότατο Χαράλαμπο Βασιλειάδη ή Τσάντα. Τα λόγια του Κώστα Βίρβου, σε συζήτηση που είχα μαζί του, είναι χαρακτηριστικά της στενής σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους: «Ο Χρυσίνης ήταν πρώτα άριστος ενορχηστωτής και μετά καλός συνθέτης. Λίγο πριν και μετά το ΄50 έλυνε και έδενε στις εταιρείες. Ήταν κολλητός του Τσάντα. Οι δυο τους είχαν μεγάλη δύναμη και μπορούσαν να επιβάλλουν τραγούδια και πρόσωπα στη δισκογραφία >>. Στις αρχές του '50, μετά τον θάνατο του Σέμση, αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση στις His Μaster's Voice και Columbia. Μαζί με τους Μητσάκη, Μπακάλη, Κλουβάτο, Δερβενιώτη αλλά και τους καθιερωμένους Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστο ηχογραφούν συνθέσεις που αντικατοπτρίζουν την σκληρή μετεμφυλιακή πραγματικότητα, το ζοφερό κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να παραλείπουν να καταθέτουν αισιόδοξα και εξωστρεφή άσματα. Από τα χέρια του Χρυσίνη περνάει όλο το λαϊκό τραγούδι της εποχής. Ο Θεόδωρος Δερβενιώτης είναι διαφωτιστικός: << Ήταν ένας απ' τους καλύτερους μαέστρους. Διέθετε εξαιρετικό αυτί και σαν κιθαρίστας ήταν μοναδικός. Στο σπίτι μαζεύονταν όλοι οι δημιουργοί για να ακούσει τα τραγούδια τους και να τα εγκρίνει. Πολλές φορές, αναγκαζόταν να διορθώνει φράσεις, να προσθέτει εισαγωγές και αρμονίες, βελτιώνοντάς τα. Πολλά αριστουργήματα που ακούμε ακόμα και σήμερα δεν θα είχαν αυτή την τύχη δίχως την παρέμβασή του. Θα τολμήσω να πω ότι αυτά που «συμμάζευε» ήταν συχνά καλύτερα κι από τα δικά του τραγούδια. Ορισμένοι εκμεταλλεύονταν την αναπηρία του, και του έδιναν λειψά θέματα που εμμέσως τον ανάγκαζαν να μεταμορφώνει σε ολοκληρωμένα τραγούδια». Την περίοδο 1950-1953 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, στι μεγάλες δόξες του, ερμηνεύει με επιτυχία μια σειρά από δυνατά τραγούδια που φέρουν την υπογραφή και την τέχνη του Χρυσίνη: ΄Ηθελα να 'μουνα πασάς, Ψεύτικος κόσμος, Παιδί μου πάλι θα πας στα ξένα, Η ορφάνεια κ.ά. Παράλληλα, στο ίδιο διάστημα η Ρένα Στάμου, Νίκος Καλλέργης και Τσιτσάνης αποδίδουν το συγκλονιστικό Απόψε μ' εγκατέλειψες ενώ οι Γιάννης Κυριαζής και Δημήτρης Ρουμελιώτης ηχογραφούν το Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις (HMV AO 5149), ένα από τα πιο πολυακουσμένα τραγούδια του Χρυσίνη σε στίχους Κολοκοτρώνη με τους Βασίλη Σπηλιόπουλο και Απόστολο Καλδάρα στα μπουζούκια. 

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ

O Στέλιος Καζαντζίδης με δηλώσεις και συνεντεύξεις του, πάντα, αναγνώριζε τον καθοριστικό ρόλο «δασκάλου» που έπαιξε ο Χρυσίνης στην πορεία του: << Ο άνθρωπος που με βοήθησε πολύ και με στήριξε στα πρώτα μου χρόνια ήταν ο συνθέτης και μαέστρος Στέλιος Χρυσίνης. Σε αυτόν με πήγε ο Μπάμπης ο Βασιλειάδης που ήταν μεγάλος στιχουργός και με είχε ακούσει στα ταβερνάκια που εμφανιζόμουνα. Τα υπόλοιπα που λένε διάφοροι είναι ψέμματα. Ο Χρυσίνης μου έμαθε τα μυστικά του τραγουδιού. Εκείνος με δίδαξε πως και πότε να παίρνω τις σωστές αναπνοές και γενικά πως να εκμεταλλευτώ το λαρύγγι μου ώστε να αποδώσω με τον καλύτερο τρόπο το τραγούδι. Ο Χρυσίνης ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος, ευγενικός και θεοσεβούμενος. ΄Ηταν τυφλός. Είχε όμως μεγάλες γνώσεις γύρω από την μουσική και το τραγούδι και με συμβούλεψε σωστά. Μου έκανε πρόβες άλλου επιπέδου... για δίσκο... Του χρωστάω πάρα πολλά. Αυτός με δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού. Βέβαια αρχικά με προόριζε για ρεμπέτικο τραγούδι... Μετά όμως κατάλαβε το είδος της φωνής που κατά κάποιον τρόπο έγινε "σχολή" ώστε να ανασκουμπωθούν οι συνθέτες και οι στιχουργοί και να γράψουν κοινωνικά λαϊκά, πονεμένα τραγούδια. Ο Χρυσίνης, εκτός από συνθέτης, σε πολλές ηχογραφήσεις μου συμμετείχε σαν μαέστρος και σαν μουσικός>>2. 

Την συμβολή του Χρυσίνη στην καθιέρωση του Καζαντζίδη επιβεβαιώνουν και άλλοι πρωταγωνιστές της λαϊκής μουσικής. Ο Γιώργος Ζαμπέτας στην αυτοβιογραφία του { "Βίος και Πολιτεία - Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρού", επιμέλεια Ιωάννα Κλειάσιου, εκδόσεις Ντέφι } επισημαίνει: << Στο μπαράκι {το γνωστό στέκι των μουσικών, στην Ίωνος} έβλεπα που έφερνε τον Καζαντζίδη ο Στέλιος ο Χρυσίνης. Εκεί ερχόντουσαν και διάφοροι που λέγανε ότι τραγουδάνε και τους κάνανε μια προβίτσα κι αν ήτανε καλοί, τους πηγαίνανε στην εταιρία για ακρόαση... Αόμματος ήταν ο Στέλιος Χρυσίνης που έπαιζε κιθάρα κι είχε κι έναν αδελφό κι αυτόν αόμματο πού ΄παιζε μπαγλαμά, τον Παναγιώτη. Το γέρο όμως τον ακούγανε πολύ τις εταιρίες, έλυνε κι έδενε τότε, εισακούγετο πολύ. Τότε ήταν πενηνταπεντάρης, εξηντάρης... Του Χρυσίνη του είχε κολλήσει ο Καζαντζίδης, για να τον βάλει σε εταιρία και όλο μαζί τους έβλεπες στο μπαράκι. Ο Χρυσίνης λέγανε ότι ήτανε πολύ δύστροπος. Πράγματι, πάντα επιδίωκε να κάνει το δικό του, ήθελε να είχε τη διεύθυνση σ' όλων τα τραγούδια και να γράφεται το όνομά του στον δίσκο. Πάρα πολλοί δίσκοι τότε δεν γράφουνε ποιανού είναι το τραγούδι, αλλά γράφουν διεύθυνση Στέλιος Χρυσίνης. Όμως, διάφοροι που κάνανε κάποιο όνομα, είχαν κόντρα με το γέρο, δεν τον θέλανε. Σιγά- σιγά έβαζε το όνομά του μόνο στους καινούργιους. ΄Ητανε κάτι περισσότερο από υπάλληλος στην εταιρία, διευθυντικό στέλεχος κανονικό. Αλλά κι η εταιρία τον φρόντιζε, πρότεινε πάντα για κιθάρα τον Χρυσίνη. Ο Χρυσίνης ήτανε απ' το ξημέρωμα στην Columbia, απ' τις 8 το πρωί, κρεββάτι είχε εκεί.... Έτσι το 1952 ηχογραφώ το πρώτο μου τραγούδι στην Columbia, τότε που ανέβαινε κι ο Καζαντζίδης, αλλά δεν μου τον δώσανε, μου δώσανε τον Τσαουσάκη. Το Σαν σήμερα, σαν σήμερα σε στίχους του Χαράλαμπου του Βασιλειάδη. Οικτρά αποτυχία! Δεν είχα εγώ τη διεύθυνση της ορχήστρας, ο δίσκος έγραφε διεύθυνση Στέλιος Χρυσίνης>>. Αλλά και ο Κώστας Βίρβος στο πόνημά του, "Μια ζωή τραγούδια - Αυτοβιογραφία", (εκδόσεις Ντέφι} τονίζει:<< Ο Στέλιος Καζαντζίδης πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του ΄52. Είχε μάθει ότι μέσω του Χρυσίνη μπορούσε να μπει στις εταιρίες κι είχε προσκολληθεί σ' αυτόν. Τώρα αυτά που λένε οι άλλοι, ότι εγώ τον πήγα, τον έφερα, τον έκανα, μπορεί να βοήθησαν στο να τον γνωρίσουν, όμως μέσω του Χρυσίνη πρωτοτραγούδησε >>. Ο Καζαντζίδης ερμήνευσε πολλές συνθέσεις του δασκάλου του, ορισμένες εκ των οποίων έμειναν κλασικές: Είδα κι έπαθα κυρά μου, Καταδίκασέ με κοινωνία, Πυρ, γυνή και θάλασσα, Απ' έξω απ' τις φυλακές κ.ά. 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥΞΕ

Λίγο μετά τα μισά του '50 ο ρόλος και η επιρροή του Χρυσίνη σταδιακά ελαττώνονται. Εξακολουθεί να συμμετέχει ως κιθαρίστας σε πλήθος ηχογραφήσεων και να κάνει δυνατά σουξέ, όπως Κάτσε στον καναπέ μου με την Καίτη Γκρέυ σε στίχους Τσάντα, Τα χρόνια δεν έχουν καμιά σημασία με τον Πάνο Γαβαλά σε στίχους Σπύρου Κεφαλόπουλου αλλά ουσιαστικά τίθεται εκτός του κύκλου των μεγάλων εταιρειών. Ο λόγος στον Δερβενιώτη: << Ο Μηλιόπουλος μου πρότεινε την θέση του μαέστρου στην Columbia. Δεν δέχτηκα γιατί θα εκτειθόμουν στον κύκλο μας αν έπαιρνα την θέση ενός τυφλού ανθρώπου, κάτι που δεν θεωρούσα σωστό κι απ' την ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος. Βλέποντας όμως την αποφασιστικότητά του και την επιμονή του, πρότεινα να συνυπάρχουμε μαζί με τον Χρυσίνη στο ίδιο πόστο. Η απάντησή του ήταν, κάνε ότι θες, ο μισθός είναι αυτός που είπαμε, ούτε δεκάρα παραπάνω, αν θέλεις να τον μοιράζεσαι δικό σου θέμα αλλά εγώ θα έχω να κάνω μαζί σου και το δικό σου κεφάλι θα πάρω αν κάτι δεν πάει καλά. Δεν τον ήθελαν πια τον Χρυσίνη, δεν τους έκανε. Μετά από κάμποσο καιρό χώρισαν οι δρόμοι μας, κι εγώ ανέλαβα πλέον μόνος μου την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή>>. Ο Χρυσίνης καταφεύγει σε μικρότερες εταιρείες, στην RCA Vicor του Ορφανίδη, στην Astron του Αλεξάκη, στη Fidelity του Πατσιφά, στην Βεντέττα του Πελαγίδη κ.ά. Εκεί η Πόλυ Πάνου θα τραγουδήσει το Αλήτη κι αν σε λένε σε στίχους Λάκη Τσώλη, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τον Χρυσίνη ως μουσική μεγαλοφυία. Ανάλογα έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για το ταλέντο του και η Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια κ.ά. Συνεχίζει να αναδεικνύει νέα ταλέντα. Έχει μετακομίσει στο Μιχαή Βόδα 115, κι απ' το σπίτι του παρελαύνουν για ακροάσεις ερμηνευτές και δημιουργοί: Στράτος Κύπριος, Σοφία Σιδέρη, Ρίτα Σακελαρίου, Βούλα Πάλλα, Κώστας Καρουσάκης, Γιώργος Ταλιούρης κ.ά. Ο τελευταίος που έκανε το ντεμπούτο στη δισκογραφία στις αρχές του ΄60, με συνθέσεις του Χρυσίνη, μου είπε για τον «δάσκαλό του:<< Ήταν σπουδαίος μουσικός. Κατείχε δέκα όργανα. Όταν έπαιζε κιθάρα νόμιζες ότι άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Για αρκετό διάστημα μέναμε στο ίδιο σπίτι. Όπως συνέβη και με τον Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του. Μου δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού, τις αναπνοές, τους λαρυγγισμούς. Γλυκός άνθρωπος. Τον είχα σαν πατέρα μου. Του άρεσε να πηγαίνει στα ταβερνάκια, ιδιαίτερα τα παραθαλάσσια, να τρώει το ψαράκι του και να ακούει το κύμα. Ήταν πολύ θρήσκος. Προτού πιει το κρασάκι του, άδειαζε πρώτα ένα ποτήρι κάτω στο πάτωμα, κι έλεγε μια προσευχή. Κάθε Πάσχα τον συνόδευα σε τρεις επιτάφιους. Στον Κορυδαλλό, στον Άγιο Παντελεήμονα και στο Μοναστηράκι. Όταν το '66 κάναμε το Στολίδι είσαι μόνη σου σε στίχους του Κεφαλόπουλου χάλασε ο κόσμος. Ακόμα και σήμερα όπου το τραγουδήσω γίνεται χαμός! Είχαμε δουλέψει μαζί και στη Λουζιτάνια, στο Αιγάλεω. Έφυγε ξαφνικά. Με ειδοποίησαν και έτρεξα αμέσως στον Ευαγγελισμό. Πρόλαβα να τον δω και λίγο αργότερα έσβησε οριστικά. Ήμουν ένας από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία>>. 

Ο Στέλιος Χρυσίνης έφυγε απ' τη ζωή 14 Φεβρουαρίου του 1970, από «ρήξη ήπατος», λόγω της παχυσαρκίας αλλά και της οινοποσίας που έδιναν «λύση» στην ανασφάλειά και τη μελαγχολία που τον είχαν οδηγήσει η περιθωριοποίησή του από την δισκογραφία και ενδεχομένως η αναπηρία του. Ο χαμός του δενσυγκίνησε τα ΜΜΕ, πέρασε απαρατήρητος και ασχολίαστος. Λέγεται ότι στην κηδεία του στο Τρίτο Νεκροταφείο, ο Γιάννης Παπαϊωάννου έδιωξε κακήν κακώς εκπροσώπους της Columbia που πήγαν να «συμπαρασταθούν» στην ύστατη ώρα. 3.Εδώ και δεκαετίες, στην αγορά δεν κυκλοφορούσε ούτε ένας δίσκος πορτραίτο με τις επιτυχίες του ενώ λήθη και σιωπή περιέβαλλαν το έργο και την προσωπικότητά του. Η αδιαφορία και άγνοια των δεδομένων και της ιστορίας του λαϊκού τραγουδιού σε όλο της το μεγαλείο. Ευτυχώς, λύσεις έδωσε το Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας, όπου με πρωτοβουλία του Παναγιώτη Κουνάδη βγήκαν τρεις συλλογές με 46 συνθέσεις του και βιογραφικά στοιχεία. 

1. Από τη Ρεμπέτικη Ανθολογία του Τάσου Σχορέλη, Τόμος Δ΄, εκδόσεις Πλέθρον
2. Από συζήτηση που είχα με τον Καζαντζίδη και περιλαμβάνεται στο βιλίο «Κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω. Η πορεία και τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ατραπός.
3. Το επιβεβαιώνει ο Κώστας Χατζηδουλής στις σημειώσεις της αυτοβιογραφίας του Γιάννη Παπαϊωάννου, «Ντόμπρα και σταράτα» (εκδόσεις Κάκτος). ΠΗΓΗ
http://www.rebetiko.gr/news/mpalachoutis/chrysinis.htm



Πρότεινε το άρθρο ο Γιώργος Μπόλμπος