Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Η αγάπη στο μυαλό ενός Κέρβερου

                                        Αργύρης Παλούκας | Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης
      
Συντάκτης: Χρήστος Αγγελάκος

Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον.
Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη.
Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό.
Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι. Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.

Αργύρης Παλούκας Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης
Θα μπορούσε να είναι το πρώτο κεφάλαιο μιας Αισθηματικής Αγωγής, της Ιστορίας ενός νέου, γραμμένο χτες από άλλο συγγραφέα. Εξάλλου τις καλύτερες ιστορίες τις γράφει η ζωή.
Η ιστορία μας ξεκινάει μ’ έναν νεαρό ποιητή που βγάζει την πρώτη του συλλογή και τη λέει «Το ξέφτι».

Κι ύστερα γίνεται μια συνάντηση σ’ ένα σταυροδρόμι. Γενναδίου και Φειδίου, όπου ο Αργύρης δουλεύει εκείνη την εποχή στη Βιβλιοθήκη του Εθνικού, ψηφιοποιώντας το αρχείο του.
Παίρνει το «Ξέφτι», στρίβει στη γωνία και το παραδίδει στα χέρια του Γιάννη Κοντού, στον Κέδρο. 5ος όροφος.
Κι από ένα ξέφτι πλέκεται μια φιλία που φέρνει τα δώρα της: από τον Κοντό μαθαίνει ο Παλούκας τον Χειμωνά, όταν εκείνος του χαρίζει το «Μυθιστόρημα».
Η ιστορία ξετυλίγεται σαν κομποσκοίνι στα χέρια του. Η λέξη «αγωγή» είναι η μόνη που μπορεί να την περιγράψει: ένα μυθιστόρημα μαθητείας.
Το μυθιστόρημα γράφεται ακόμα, αλλά ξέρουμε πώς θα τελειώσει.
Με την ίδια φράση που τελειώνει και το βιβλίο του Φλομπέρ: «Εδώ βρίσκεται ό,τι καλύτερο είχαμε».
Αργύρη, η τελευταία φράση του Γιάννη στη διαθήκη του μου έφερε δάκρυα στα μάτια.
«Εγώ ποιήματα έγραφα, δεν έβλαψα κανέναν».
Οταν ένας άνθρωπος, με τη σκέψη του θανάτου, καταλήγει σ’ αυτή τη φράση, έχει συλλάβει την ύπαρξή του με τον πιο απλό και ειλικρινή τρόπο.
Αλλά μοιάζει και με την απολογία ενός παιδιού. «Εγώ να παίξω ήθελα, δεν ήθελα να σπάσω το βάζο». Εχει, δηλαδή, κάτι παιγνιώδες μέσα της.
Μια παιδική ψυχή.
Μια παιδικότητα που την είχε ο ο Γιάννης και στο σπίτι του και στα αντικείμενά του και στον τρόπο που συναναστρεφόταν τους ανθρώπους. Ηταν τρυφερός μ’ εκείνους που ήθελε.
Σου άφησε τα πνευματικά του δικαιώματα λέγοντάς σου «εσύ είσαι Κέρβερος». Γίνεσαι Κέρβερος γι’ αυτούς που αγαπάς;
Σκέψου ότι ο Κέρβερος είναι ο μόνος που δεν νικήθηκε από τον Ηρακλή. Αστειεύομαι φυσικά, αλλά ναι, αυτό που λες ισχύει.
Κέρβερος είσαι και τώρα με την Ανθολογία του Χειμωνά «Αγάπη σαν ακολασία».
Κέρβερος από αγάπη. Εσκυψα πάνω από τον Χειμωνά, που τον γνώρισα το 2009, όταν μου έδωσε ο Κοντός το «Μυθιστόρημα». Εσκυψα εκεί, σαν το σκυλί.
Υπόγειες διασυνδέσεις της αγάπης. Μέσα από τον Γιάννη βρίσκεις τον Χειμωνά και πραγματοποιείται αυτή η Ανθολογία.
Που είναι μια αγαπητική πράξη…
Που επιλέγεις να τη δηλώσεις και στον τίτλο.
Καθένας βέβαια μπορεί να δώσει στην έννοια της αγάπης όποια σημασία θέλει.
Εσύ ποια της δίνεις;
Της καλοσύνης χωρίς αντάλλαγμα, της αφοσίωσης και της συνέπειας. Δεν είναι τυχαίος ο αφορισμός του Χειμωνά: «Αγαπάω σημαίνει κάνω ένδοξο έναν άνθρωπο».
Σημαίνει ότι η αγάπη είναι μια επιλογή.
Στην οποία προσηλώνεσαι.
Είναι μια προσήλωση, αλλά όχι αγκίστρωση, ένα άνοιγμα μάλλον σ’ ένα ψυχικό τοπίο που θέλει διαρκώς καλλιέργεια.
Η ακολασία πού χωράει κατά τη γνώμη σου;
Η ακολασία δένει με μια αγάπη εκρηκτική, που έχει ξεπεράσει την έξαψη και είναι πέρα από τα όρια.
Σχεδόν μυθιστορηματική, σχεδόν ανέφικτη, αλλά καλό είναι να την ονειρευόμαστε, γιατί μπορεί και να προκύψει.
Ο Γιώργος Διαλεγμένος έλεγε σε μία συνέντευξη «αναζητάω το τέλειο για να έχω το μισό», κι αυτό περίπου λέει κι ο Χειμωνάς…
Από τον τρόπο που μιλάς για την Ανθολογία, μοιάζει σαν να τη χρωστάς σε κάποιον.
Στον εαυτό μου πρώτα απ’ όλα.
Αυτό ήθελα ν’ ακούσω.
Οταν «ανθολογείς», όταν επιλέγεις κάτι, το κάνεις πρωτίστως για να ικανοποιήσεις μια δική σου ανάγκη. Το κίνητρο είναι εγωιστικό.
Με μια διαφορά: δεν συνδέεται με τον ναρκισσισμό και με κάτι κλειστοφοβικό, αλλά με ένα σκοπό που τον έχεις θέσει ως όνειρο ζωής.
Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;
Η ανάγκη σου να μοιραστείς και να μοιράσεις. Γι’ αυτό το έφτιαξα αυτό το βιβλίο.
Ηθελα να το μοιραστώ και πράγματι το μοιράστηκα, χάρη στη Μάγγη Μίνογλου, την εκδότρια της «Κριτικής».
Με πίστεψε κι έτσι εκπληρώθηκε αυτό το όνειρο. Είδες; Ανακυκλώνουμε διαρκώς τις ίδιες έννοιες.
Τι είναι για σένα ο Χειμωνάς στο τοπίο της ελληνικής λογοτεχνίας;
Μια ώθηση.
Κύμα;
Ωθηση. Παρηγοριά και στήριξη όταν γράφω.
Οταν έγραψα το δεύτερο βιβλίο μου για τον θάνατο ενός πολυαγαπημένου μου προσώπου…
Ο Χειμωνάς ήταν εκεί;
Αν δεν είχα διαβάσει το «Μυθιστόρημα» του Χειμωνά, θα το είχα γράψει διαφορετικά.
Ο Χειμωνάς μού έδωσε την ένταση, το πυρ, κάτι απλό εντέλει, την ώθηση.
Γιατί διάλεξες την αγάπη απ’ όλα τα θέματα των βιβλίων του;
Την έχω ανάγκη, και σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου και στην εποχή που ζούμε.
Σαν τη μόνη δυνατή απάντηση;
Στην εποχή της θολούρας, σ’ αυτή την εποχή που δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει, που πνίγεσαι μεσοπέλαγα και προσπαθείς να κρατηθείς στη ζωή και να κολυμπήσεις μέχρι έξω, η αγάπη μπορεί να σε κρατήσει.
◼ Κι εδώ εισχωρεί ο τίτλος του Κάρβερ: «Για ποιο πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη».
Αγάπη γι’ αυτό που έχω επιλέξει. Διαλέγω ζωή, Χρήστο, είναι τόσο απλό. Διαλέγω τη δική μου ζωή, ακόμη κι αν είναι αιρετική ή ξώφαλτση για τους άλλους. Αγαπάω ίσον παίρνω θέση.
Κι αυτή η θέση μεταβάλλεται ή μένει σταθερή; Για μένα είναι άγραφο χαρτί που ξαναγράφεται κάθε μέρα απ’ την αρχή.
Φυσικά και μεταβάλλεται. Οσο μεγαλώνουμε, αλλάζει ο πίνακας περιεχομένων.
Είναι άλλες οι απαιτήσεις, άλλα πράγματα αγαπάς στη μια ηλικία, άλλα στην άλλη.
Ομως κάποιες σταθερές παραμένουν, μη γελιόμαστε. Η αφοσίωση, παραδείγματος χάριν.
Εχεις αγαπήσει κάποιον άνθρωπο παράφορα;
Εννοείται. Και είμαι πολύ τυχερός γι’ αυτό.
Πηγαίνεις καθημερινά γυμναστήριο, στη γειτονιά σου, στη Νίκαια. Πώς συνυπάρχει το σώμα με την επίμονη διεργασία των λέξεων;
Θα σου απαντήσω πάλι με Χειμωνά: «Αλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει».
Μιλάμε για ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει.
Οι λέξεις έχουν σώμα;
Πάρε τον Σεφέρη στα «Τρία κρυφά ποιήματα». Δες τον στίχο που κατέβασε από το μυαλό του, σαν να άνοιξε ξαφνικά μια στρόφιγγα: «Ενας γλάρος αγριεμένος με τον χειμώνα».
Δεν είναι πραγματικός; Δεν είναι αληθινός;
Οι λέξεις δεν είναι ποτέ χάρτινες, είναι ουσιαστικά μια προέκταση της σωματικότητάς σου, της ζωής σου, των επιθυμιών σου.
Ετοιμάζεις την επόμενη ποιητική συλλογή σου. Θα μου πεις κάτι γι’ αυτήν ή θα κρατήσεις κρυφά τα χαρτιά σου;
Το βιβλίο είναι έτοιμο σχεδόν, το έχω αφήσει λίγο να ξεκουραστεί, να κάτσει που λέμε…
◼ Είσαι υπομονετικός όταν γράφεις;
Δεν είμαι ο τύπος που θα καθίσει στο γραφείο του για να γράψει. Ο Γιάννης καθόταν, σηκωνόταν κάθε πρωί κι έγραφε κάτι σ’ ένα χαρτί.
Εχω πολλά τέτοια στο σπίτι. Εγραφε και μετά το ξανάπιανε. Εγώ δεν έχω συνθήκες, μπορεί να είμαι στο τρόλεϊ, στη θάλασσα, στον δρόμο και να περπατάω.
Πρόκειται για μια απολύτως φυσική λειτουργία.
Αρα γραφή και ζωή γίνονται ένα.
Αν δεν ήταν ένα, αν μου έτρωγε το γράψιμο κάτι από τη χαρά της ζωής, δεν θα το ’κανα.
Ομως γραφή σημαίνει και εξάντληση. Διπλή εξάντληση, του νοήματος και του σώματος. Πράγμα που με ξαναστέλνει στον βυρωνικό Χειμωνά και στην παράφραση: «γραφή σαν ακολασία», με την έννοια της έκρηξης, της διάρρηξης ή της υπέρβασης των ορίων.
Ο Χειμωνάς τερμάτισε πολλά πράγματα, τερμάτισε πρώτα απ’ όλα τη σκέψη του πριν καταλήξει στα γραπτά του.
Εφτασε σ’ ένα όριο. Εφτασε τη γλώσσα σ’ ένα σημείο σχεδόν ενοχλητικό, μιας ενοχλητικής και δυσάρεστης ακρίβειας, που τη θεωρώ μεγάλο δίδαγμα.
Ακόμα κι όταν μετέφραζε «Αμλετ» ή «Βάκχες» ή «Μήδεια», τον ενδιέφερε πρωτίστως το αίσθημα, η πράξη που κρύβεται πίσω από τις λέξεις.
Κατά μία έννοια ήταν εχθρός της γλώσσας. Εξάντλησε όλα τα όρια κι έτσι πέτυχε μια ακρίβεια χειρουργική.
Αυτό είναι το υλικό που σου προσφέρει. Κι αυτή είναι μια πράξη αγάπης: σου προσφέρω κάτι καθαρό.
Μια δωρεά;
Ναι, μια δωρεά. Μια απάντηση: «Με θες;». «Οχι». «Ναι».
Το ίσως είναι ένα θολό λογοτεχνικό τοπίο. Η πίστη, η αφοσίωση, η αγάπη, η καλοσύνη του Κοντού, ο λόγος του Χειμωνά, όλα αυτά είναι κάτι καθαρό, χειροπιαστό.
Μια κατάφαση στη ζωή.
Λέει ο Χειμωνάς «έσπασε ένα μπουκάλι λύπη εδώ». Αυτός έτσι το αισθάνθηκε και το έγραψε.
Εμένα που το διαβάζω, μου ανοίγει ένα χώρο τεραστίων διαστάσεων που δεν μετριέται.
Μου παραδίδει ένα πεδίο ανοιχτό σε ερμηνείες, γεμάτο ελευθερία.
Εσπασε με την έννοια της λύτρωσης; Εσπασε και δεν έχει άλλη λύπη; Ή, τι κρίμα, δεν μπορώ να ζω χωρίς λύπη, θέλω το μπουκάλι μου πίσω; Τόσο ευρύχωρο.
Εσύ τι αισθάνεσαι; Ανακούφιση ή λύπη;
Ανακούφιση, εννοείται. Αν μπορούσα να σπάσω όλες τις λύπες, θα τις έσπαγα.

Αργύρης Παλούκας Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

 Ποιος είναι

Ο Αργύρης Παλούκας γεννήθηκε το 1975 στην Ερμιόνη της Αργολίδας. Σπούδασε Θεατρολογία στην Αθήνα, όπου ζει από το 1994.
Εχει εκδώσει τα ποιητικά βιβλία «Το ξέφτι» (Μανδραγόρας, 2007), «Το αλάτι πίσω από τ' αυτί» (Κέδρος, 2009), «Θέλω το σώμα μου πίσω» (Μεταίχμιο, 2011).
Για το τελευταίο τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το 2012.
Κείμενά του για πρόσωπα και θέματα της λογοτεχνίας έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους.