Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης: Είδες - μου λέει - γεννήθηκε η ευσπλαχνία. Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ

Πρόταση:  Έλλη Βασιλάκη

Η Γέννηση, είναι ίσως, το ωραιότερο ποίημα που έχει γραφτεί για τα Χριστούγεννα.
Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
klik.gr
 Με το δικό του, μοναδικό τρόπο, εκφράστηκε ο Τάσος Λειβαδίτης για το πανανθρώπινο νόημα των Χριστουγέννων. Θα λέγαμε πως εκτός από την ποιητική δεινότητα του ποιητή, διακρίνεται ο εκπληκτικός ψυχικός και πνευματικός του κόσμος.
«Τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε (…) άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς», γράφει ο στενός φίλος και συνεργάτης του Τίτος Πατρίκιος για το Τάσο Λειβαδίτη.
Ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»), το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα»), το Α΄ Κρατικό
Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»). Είναι ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων», έγραψε ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.
Ακολουθούν αποσπάσματα από τη «Γέννηση» και τα «Χριστούγεννα» της Συλλογής «Ο αδελφός Ιησούς» του Τάσου Λειβαδίτη
"Η γέννηση"
Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου `δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες - μου λέει - γεννήθηκε η ευσπλαχνία».
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα `χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ` αυτό.
"Η γέννηση"
“Η δημιουργία του κόσμου δεν τέλειωσε ακόμα. Την αποτελειώνουν κάθε μέρα οι εργάτες και οι ποιητές.”
"Η γέννηση"
“Στην αρχή ήταν το χάος. Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος, σ’ έναν κόσμο ραγισμένο μ’ έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα ζητιανεύοντας την ύπαρξή του. Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο. Φιληθήκαμε Κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλον.”
«Παραμονή Χριστουγέννων»
(σ’ ένα στρατιωτικό αντίσκηνο στο μέτωπο) […]
«Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου μα είναι πολλά χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση για να πεθάνεις.
Θα ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας. […]
Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
-Θωμά, πάρε τσιγάρο και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά. Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου.
Ο Θωμάς σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα.
Το άλλο του χέρι είναι κομμένο.
Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα.
 Το σαγόνι του θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.
Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο.
 Πιο μακριά η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα. Συλλογιέσαι τα άστρα πίσω απ’ την καταχνιά σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη χώσε τα χέρια σου.
-Καληνύχτα, Θωμά. Καλά Χριστούγεννα.
Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.»