Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Η ανθρώπινη πλευρά της Γέννησης του Χριστού.



Αφήγημα Μαρίκας Κανέλλη – Τουτουντζή 

Δεκέμβριος Έτος Μηδέν.

    Στη Ναζαρέτ δεν έχει χαράξει ακόμα. Το κρύο έξω είναι τσουχτερό.΄Οστόσω ο κύρης του σπιτιού, που δεν είχε καλοκοιμηθεί το βράδυ, ετοιμάζει στον αχυρώνα το γαϊδουράκι του.
  - Θα είσαι συντροφιά μας Σταχτή μου, στο μεγάλο μας ταξίδι, είπε ο κύρης. Φόρτωσε στο Σταχτή ένα μεγάλο δοχείο νερό, το σανό του ζώου και ύστερα μπήκε στο σπίτι.
 - Μαριάμ, ψέλλισε. Ξύπνα καλή μου. Όσο πιο νωρίς φύγουμε τόσο καλύτερα. Ετοίμασε τα φαγώσιμα και ντύσου ζεστά. Άρχισε κιόλας  να χιονίζει.
  - Μην ανησυχείς Ιωσήφ, θα ετοιμαστώ γρήγορα. Νάμαι κιόλας. Πάρε τα ρουχαλάκια για το μωρό, εδώ τα έχω.
    Η Μαριάμ έριξε μια νοσταλγική ματιά στο σπίτι της. Πέρασε από το κατώφλι και με τη βοήθεια του Ιωσήφ ανέβηκε στο Γαϊδουράκι.
  - Ας ξεκινήσουμε και ο Θεός μαζί μας είπε ο κύρης.
    Προχωρούν σιωπηλοί, το χιόνι πυκνώνει. Ο Ιωσήφ που τραβάει το γαϊδουράκι κρυώνει λιγότερο. Η Μαριάμ πάνω στο ζώο και ακίνητη νοιώθει πολύ κρύο.
  - Πως είσαι Μαριάμ; - Κρυώνω Ιωσήφ.
  - Σταματώ. Τις απαντά και ρίχνει μια ζεστή κουβέρτα στα πόδια της.
  - Θα νοιώσεις καλύτερα - της λέει – με πολλή ηρεμία.
  - Αχ Ιωσήφ, πως ήρθαν έτσι τα πράγματα;

  - Τι θες να πεις Μαριάμ;
  - Να, να περιμένω παιδί και να είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε ένα μεγάλο ταξίδι και μάλιστα μέσα στην καρδιά του χειμώνα!
  - Τι να κάνουμε Μαριάμ; Ο Καίσαρας διέταξε να γίνει απογραφή. Δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε. Γλύκανε την αγωνία σου με τη σκέψη ότι στην ιδιαίτερη πατρίδα μας τη Βηθλεέμ, θα συναντήσουμε αγαπημένους συγγενείς.
  - Προσεύχομαι τώρα Ιωσήφ και χρειάζομαι λίγη αυτοσυγκέντρωση γι’ αυτό.   
    Πολλά  χιλιόμετρα μακριά μια άλλη τριάδα ανδρών μόνο, έχει ξεκινήσει από τα βάθη της Ανατολής για κάποιο σκοπό. Ανεβασμένοι στις καμήλες τους συζητούν:
  - Τι λες Βαλτάσαρ, οι αστρονομικές και αστρολογικές σου μελέτες θα μας αξιώσουν να δούμε το «Παιδίον Βασιλέα»;
  - Είμαι σίγουρος Χαμούρ ότι η σύνοδος αυτή των πλανητών, φέρνει Μεγάλο Γεγονός στην ανθρωπότητα.
  - Και συ Ζεφάν, ξαναλέει ο Χαμούρ, νομίζεις ότι με τα μαθηματικά και τη φυσική, είμαστε μέσα στα χρονικά πλαίσια του Γεγονότος;
  - Χαμούρ μην αμφιβάλεις.
    Ο Χαμούρ σταματάει και λέει: Ώρα να ταΐσουμε τις καμήλες και λίγο να ξαποστάσουμε. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Το βράδυ είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε πανδοχείο στο δρόμο μας.
    Έφαγαν ό,τι είχαν πάρει από την Περσία, που ξεκίνησαν, ήπιαν και δροσίστηκαν και ανέβηκαν ξανά στις καμήλες να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
    Μέσα στην κρύα μέρα, δειλά από ένα σύννεφο προβάλλει ο ήλιος. Οι αχτίδες του φώτισαν τα πολυτελή ρούχα των τριών σοφών και έλαμψαν τα μαβιά και σμαραγδένια πετράδια που στόλιζαν τους μανδύες τους. Ο Χαμούρ, που έκανε τις ερωτήσεις στους άλλους δύο και ήταν σκεπτικός αλλά όχι άκεφος είπε:
  - Οι γραφές που μελέτησα είναι σαφείς και συμφωνούν και με τις δικές σας μελέτες. Δε σας κρύβω όμως φίλτατοι σοφοί ότι η αγωνία μου είναι πολλή μεγάλη. Πότε θα φτάσουμε; Που ακριβώς θα πάμε; Πως θα είναι ό,τι δούμε;
    Δεν απόσωσε την κουβέντα του και ένα δυνατό φως πρόβαλλε μπροστά τους, αλλά αρκετά μακριά.
  - Να και ένα μικρό κατάλυμα. Απόψε θα ξεκουραστούμε, είπε ο Ζεφάν, αφού κάνουμε πρώτα μια φωτισμένη συζήτηση.
  Πριν μπούμε μέσα όμως, είπε ο Βαλτάσαρ σας καλώ να παρατηρήσουμε πολύ προσεχτικά το φωτεινό αστέρι. Εσύ Χαμούρ έχεις τον πρώτο λόγο. Η μελέτη που έκανες για τα άστρα, συμπίπτει με αυτό που βλέπουμε μπροστά μας; Ελπίζω να έχεις μαζί σου τα κείμενα της Αστροσοφίας.
  - Και βέβαια τα έχω. Απόψε θα τα μελετήσω ξανά.
    Χαράματα ξεκίνησαν για τον προορισμό τους οι τρεις σοφοί. - Μέσα στο χειμώνα οι μέρες είναι μικρές και πράττουμε σωστά που ξεκινάμε νωρίς, είπε ο Ζεφάν. Προτείνω λοιπόν, σήμερα να σταθμεύσουμε μόνο για φαγητό και όχι για ύπνο τη νύκτα, για να κερδίσουμε χρόνο και χιλιόμετρα. Συμφωνούμε είπαν οι άλλοι δύο.
    Η Μαριάμ με τον Ιωσήφ στην άλλη πλευρά, προχωρούν αντιμετωπίζοντας τις αντίξοες συνθήκες, με υπομονή και προσευχή.
  - Ιωσήφ πονώ.
  - Κάνε λίγη υπομονή Μαριάμ. Να! Φαίνονται τα φώτα της Βηθλεέμ.
  - Νομίζω ότι πλησιάζει η ώρα μου καλέ μου Ιωσήφ. Κράτησε τότε το σχοινί του σταχτή ο Ιωσήφ, και έκανε βήματα πίσω, πλησιάζοντας τη Μαριάμ. Τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της αγγίζοντας τρυφερά το μωρό στην κοιλιά της.
  - Γρήγορα θα ελευθερωθείς, της είπε σεμνά. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του και ένοιωθε εξάντληση αλλά και ευγνωμοσύνη για’ αυτόν τον ηλικιωμένο άνδρα. Ήταν η προστασία της.
  - Πονάω πολύ, είπε πάλι. Χάραζε. Ένα νεαρό βοσκόπουλο βρέθηκε στο δρόμο τους.
  - Πως μπορώ να σας βοηθήσω; Είπε.
  - Οδήγησέ μας σε παρακαλώ, είπε ο Ιωσήφ, στο σπίτι του Ιωσάφαθ, του καλαθοποιού. Είναι συγγενής μας.
  - Γρήγορα θα είμαστε σπίτι του. Μένει στην παραπάνω γειτονιά από μας, είπε το βοσκόπουλο. Πως σε λένε; Τον ρώτησε η Μαριάμ.
  - Ιωήλ, είπε αυτό.
    Φτάσανε στο σπίτι του Ιωσάφαθ. Χτύπησαν την πόρτα και ο κύρης του σπιτιού, άνοιξε.
  - Ιωσήφ αγαπημένε μου, γιατί άργησες; Δεν έχω ούτε μια άκρη να σας φιλοξενήσω. Είναι γεμάτο το σπίτι μου.
  - Δεν πειράζει, ψέλλισε με θλίψη ο Ιωσήφ. Ιωήλ, κοντά στην αγορά, είναι το σπίτι του παιδικού μου φίλου, του Ωησέ. Πήγαινέ μας και εκεί. Τα ίδια όμως. Ο Ωησέ φιλοξενούσε πολλούς και δε χωρούσε και αυτός. Η Μαριάμ αναστέναξε και η καρδιά του Ιωσήφ ράγισε. Το βοσκόπουλο, βλέποντας τα δύσκολα και την απόγνωσή τους, τους λέει:
  - Ξέρω μια σπηλιά, όχι μακριά από δω. Ο βοριάς δεν την πιάνει και ένα φυσικό φαινόμενο, την κάνει να μοιάζει με φωλιά. Εκεί θα σας πάω. Θα είστε ασφαλείς. Έφτασαν. Ζώα υπήρχαν αγκαλιασμένα για να ζεσταθούν.
  - Περίμενε λίγο Μαριάμ, είπε ο Ιωσήφ. Έστρωσε τότε παχύ σανό από τα ζώα και πήρε από το ζεμπίλι ένα ζεστό στρωσίδι. Το έστρωσε στο σανό. Με προσοχή πήρε τη μαριάμ στα δυο του χέρια, και την απίθωσε πάνω στο πρόχειρο στρώμα. Άναψε φωτιά, ζέστανε νερό και σε λίγο, η κόρη της Ναζαρέτ, κρατούσε αγκαλιά ένα γλυκό αγοράκι. Γύρισε τότε τα μάτια της και κοίταξε με ευγνωμοσύνη τον Ιωσήφ. Μετά αφού θήλασε λίγο το μωρό, την πήρε ο ύπνος. Ο Ιωσήφ αναστέναξε με ανακούφιση και έγειρε το κεφάλι του να ξεκουραστεί.
   Σε μια ώρα περίπου τους ξύπνησε θόρυβος και ομιλίες. Είχαν φτάσει οι τρεις Σοφοί από την Ανατολή. Τάχασε ο Ιωσήφ. Στα χέρια τους κρατούσαν Δώρα: Σμύρνα, Χρυσό και Λίβανο. Γονάτισαν ευλαβικά μπροστά στο Βρέφος. Ήρθαμε από την Ανατολή – είπαν – μόνο και μόνο να προσκυνήσουμε το Μεγάλο Βασιλιά. Σήμερα η Ανθρωπότητα αλλάζει σελίδα. Ο Ιωσήφ σάστισε. Η κόρη Μαριάμ όμως, που γνώριζε το Θείο Σχέδιο έμεινε σιωπηρά ευτυχισμένη
    -Θεία Μητέρα, της απηύθυνε το λόγο, ο Μάγος Βαλτάσαρ. Σήμερα, προσκυνούμε το Μεσσία. Γαλούχησε τον  όπως οι Άγγελοι σου έχουν μηνύσει. Όταν γίνει δώδεκα χρόνων, θα ξαναρθούμε, στη Ναζαρέτ πια. Θα τον πάρουμε κοντά μας να μας διδάξει την Αγάπη, γιατί ο Θεός Αγάπη εστί. Θα μας διδάξει το Αγαπάτε Αλλήλους και το Αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Το δυσκολότερο όλων. Θα σας αναμένω, είπε η Θεία Μητέρα. Γνωρίζω καλά το Σχέδιο και το Θέλημα του Θεού και Πατέρα Του
    Τότε, Θεία  Έμπνευση κατέλαβε το νου του Ιωσήφ και είπε με σεβασμό στη Μαριάμ. Τώρα εννόησα κόρη της Ναζαρέτ ότι ο γιος σου, μετά τα δώδεκα χρόνια του θα ξεκινήσει το έργο Του «από Αγάπη, με Αγάπη, για την Αγάπη». έκλεισε τα μάτια, και κατόπιν έτεινε τα χέρια του στον ουρανό. Γένοιτο Θεέ μου, είπε. Τα δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του και σιγοψυθίρισε! Σ΄ ευχαριστώ Ουράνιε Πατέρα που συμπεριέλαβες και μένα στο Θείο Σχέδιο Σου για μια καλύτερη Ανθρωπότητα!
    Εδώ τελειώνει η αφήγησή μου από την πλευρά την ανθρώπινη.
    Πλησιάζουν Χριστούγεννα για όλους. Είναι η γέννηση του Λόγου. Για τη Θεία φύση του Χριστού μας σας αναφέρω τον Κανόνα της Ωδής Θ που λέει: «Σήμερον η Παρθένος τίκτει τον Δεσπότην, ένδον εν τω σπηλαίω Σήμερον ο Δεσπότης τίκτεται ως βρέφος υπό Μητρός Παρθένου».
    Σας εύχομαι Καλά Χριστούγεννα. Ας θυμόμαστε όλοι αυτό που είπε ο Άγγελος Σιλέσιος (1) το 1670 μ. Χ. δηλ. τον 17ο  αι.
     «Χίλιες φορές κι αν γεννηθεί ο Χριστός στη Βηθλεέμ, δεν έχει σημασία, αν δεν γεννηθεί στις καρδιές μας». Δηλαδή αν δεν γεννηθεί η Αγάπη στις καρδιές μας.


(1) Ο Άγγελος Σιλέσιος ήταν Γερμανός Θεολόγος και Ιστορικός.