Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Φωτεινόν  και  μέγα  δώρον  η  φωτιά  των  ανακτόρων


Φωτεινόν  και  μέγα  δώρον  η  φωτιά  των  ανακτόρων
                                    Γ. Σουρής

Βασίλη  πόθεν  έρχεσαι  μες  τη  δική  μας  τρέλα;
Από την  πόλιν  έρχομαι  και  στην  κορφή  κανέλα…
Χίλιες  φορές  σπολάτι  σας,
είδα  και  το  Παλάτι  σας από  παντού  να  φλέγεται
και  σαν  δαδί  να  καίγεται.
Νερό  δεν  είχατε  σταλιά,
και  στης  φωτιάς  τη  ζέστη
βλέπω  κι  αυτόν  τον  Βασιλιά
ως  είδος  πυροσβέστη.
Τρέχουν  με  τρόμπες  μερικοί,
ανάβει  κάθε  μούρη,
κι  ο  Βασιλιάς  εδώ  κι  εκεί
προβαίνει  με  τσικούρι.

Χειροκροτώ  το  Βασιλιά,
ευοί  στον  Κορωνάτο
δώσε  τσικούρι  στα  παληά
και  γκρέμισέ  τα  κάτω.
Τσικούρωνε,  κι  απ’  της  φωτιάς  την στάκτη  μιαν  αυγή
νέο  Παλάτι  ζηλευτό,
νέο Παλάτι  λατρευτό
περίφωτο  να  ’βγη.
Αυτό  το  πυρ  του  Παλατιού  έστω  καθαρτήριον
και  πυρ  εξιλαστήριον
κι αληθινά  σωτήριον…
Για  τη  φωτιά  του  Παλατιού  κόσμος  βογγά  και  κλαίει,
κι  ο  κυρ  Θανάσης  έλεγε  κι  ο  κυρ  Θανάσης  λέει:
Για  δες  καιρό  που  διάλεξε  φωτιά  κι  αυτό  να  πάρει
και  να  γενή  περίφλεκτο  κι  εσπερινή  θυσία,
τώρα  που  θα  φωτίζονται  καμπόσοι  με  λυχνάρι,
τώρα  που  φορολόγησα  κάθε  φωτοχυσία.
Για  ’δες  καιρό  που  διάλεξαν  κι  Ανάκτορα  σεπτά
ν’  ανάψουν  σαν  την  κάμινον  των  παίδων  των  επτά
τώρα  που  καθώς  φαίνεται,  δεν  έχομε  λεπτά…
Φωτιά  κι  εδώ  φωτιά  κι  εκεί  και  χαλασμός  Κυρίου,
το  παν  η  φλοξ  ας  πυρπολεί  πυρός  καθαρτηρίου.
Κι  άρχισαν  ξένοι  δάκτυλοι  και  πάλιν  να  φυτρώνουν
σαν   ήλθε  κι  Άγγλων  άγημα  μ’ Εγγλέζικη  σημαία,
εγ’  όμως  είδα  δάκτυλα  με  τρόπο  να  σουφρώνουν,
και  τώρα  τρέχα  γύρευε  να  βρεις  τα  κλοπιμαία…
Άλλοι  κλαμένοι  κοίταζαν  παλιές  τοιχογραφίες,
άλλοι  δακτύλους  έβλεπαν  και  μηχανορραφίες,
κι  άλλοι  περίμεναν  να  βγει  καμία  Πριγκηπέσα
και  να  τους  ’πει  κοπιάστε  παραμέσα,
κι  ελεύθερα,  παρακαλώ,  καθένας  σας  ας  πάρει
το  πράγμα,  που  γουστάρει…
                                                                 εφημ.  ΡΩΜΗΟΣ  2/1/1910