Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

φραγκοχιώτικα και greeklish


Tou  ploutu  axortagia  tsi  doxas  peina
                                                                                tοu  xrysafiou akrivia  katarameni
                                                                                     posa  gia  sas  kormia  nekra  apomeina
                                                                                     posoi  adikoi  polemoi  sikomenoi
                                                                                                                  Erofili



Του Γιάννη Λακούτση
Μετά  το  γλωσσικό  ζήτημα  που  απασχόλησε  την  ελληνική  κοινωνία,  η  γλώσσα  που  επικράτησε  μέχρι  και  σήμερα  είναι  εκείνη  της  Δημοτικής.     Με  την  πάροδο  των  χρόνων  και  λόγω  της  ανάπτυξης  της  τεχνολογίας,  κυρίως  οι  νέοι  είναι  επηρεασμένοι  κατά  μεγάλο  ποσοστό  από  το  κινητό  τηλέφωνο  και  τη  χρήση  ηλεκτρονικού  υπολογιστή. Μέσω  της  ανάπτυξης  της  τεχνολογίας  υιοθετήθηκε  μια  ανεπίσημη  διάλεκτος  βασισμένη  στη  Δημοτική,  τα  greeklish. Μια  διάλεκτος  χωρίς  συγκεκριμένο  λεξιλόγιο  και  γραμματική,  αλλά  με  έναν ξενόφερτο  τρόπο  γραφής  των  νέων  ελληνικών. Η  επικράτηση  του  λατινικού  αλφαβήτου  στο  διαδίκτυο  υπήρξε  για  τους  αρχικούς  τουλάχιστον  χρήστες  του  υποχρεωτική,  επειδή  οι  λιγότερο ομιλούμενες  γλώσσες,  ανάμεσά  τους  και  η  ελληνική,  δεν  υποστηρίζονταν  από  τα  λογισμικά  προγράμματα  και  δεν  αναγνωρίζονταν  από  τον  ηλεκτρονικό  υπολογιστή. Μια  ιδέα  για  την  προϊστορία  της  γραφής  αυτής  μας  δίνει  το  παρακάτω  απόσπασμα  από  κείμενο  του  λογοτέχνη  Κώστα  Καρθαίου  το  1934: « Υπάρχουν  κείμενα  της  Βυζαντινής  εποχής  γραμμένα  με  λατινικούς  χαρακτήρες.  Επίσης  στην  Κρήτη  και  στην  Κύπρο  κατά  τον  Μεσαίωνα  τα  λαϊκά  τραγούδια  γράφονταν  με  λατινικούς  χαρακτήρες.  Αργότερα,  από  το  1800,  πολλά  ελληνικά  βιβλία  τυπώθηκαν  στη  Σμύρνη  με  λατινικούς  χαρακτήρες  και  έγινε  απόπειρα  να  κυκλοφορήσει  ελληνική  εφημερίδα  γραμμένη  με  αυτό  τον  τρόπο.  Οι  Λεβαντίνοι  της  Σμύρνης,  που  μιλούσαν  όλοι  ελληνικά  αλλά  δυσκολεύονταν   να  μάθουν  την  απελπιστική  ορθογραφία  μας,  χρησιμοποιούσαν  πάντα  τους  λατινικούς  χαρακτήρες  για  να  γράψουν  τα 
ελληνικά.  Αργότερα  τους  μιμήθηκαν  οι  Χιώτες  και  άλλοι  έμποροι  του  εξωτερικού  που  έγραφαν  τα  γράμματα  και  τα  τηλεγραφήματά  τους  στα  ελληνικά  αλλά  με  λατινικούς  χαρακτήρες.  Αυτή  η  φραγκοχιώτικη  γλώσσα  χρησιμοποιούνταν  και  από  Έλληνες  για  να  γράψουν  σε  άλλους  Έλληνες  που  κατοικούσαν  στη  Σμύρνη,  στο  Λονδίνο  η  αλλού…». 
Γράφοντας  τα  παραπάνω  ο  Καρθαίος,  στηρίζεται  σε  κείμενο  του  Φώτου  Γιοφύλλη  στο  περιοδικό  Πρωτοπορία  του  1930.  Ο  Καρθαίος  μαζί  με  άλλους  διανοούμενους  της  εποχής  (Μένιος  Φιλήντας,  Δημήτρης  Γλυνός,  Νίκος  Χατζιδάκης  κ.α.),  ζητούσαν  να  χρησιμοποιούνται  αποκλειστικά  οι  λατινικοί  χαρακτήρες  για  τη  γραφή  της  νέας  ελληνικής  και  να  εισαχθεί  η  φωνητική  ορθογραφία. Τα  κείμενά  τους  διασώζονται  μαζί  με  διάφορα  παραδείγματα  φωνητικής  και  λατινικής  γραφής  των  ελληνικών,  στον  τόμο  "Φωνητική γραφή" εκδόσεις  Κάλβος  1980


Για  την  ιστορία  των  greeklish,  σε  άρθρο  του,  (ΤΟ  ΒΗΜΑ  05/09/1999),  ο  κ.  Ιωάννης  Ανδρουτσόπουλος,  γλωσσολόγος-ερευνητής,  διδάκτωρ  του  Πανεπιστημίου  της  Χαιδελβέργης,  αποκαλύπτει  ότι  αυτό  που  σήμερα  ο  κόσμος  αποκαλεί  λατινοελληνικά,  greeklish  η  φραγκολεβεντίνικα,  δεν  είναι  φαινόμενο  της  δεκαετίας  μας.  Αντίθετα  είναι  μια  πρακτική  που  εμφανίστηκε  σε  διάφορους  τόπους  και  εποχές  και  εφαρμόστηκε  από  διάφορες ελληνικές  κοινότητες  με  διαφορετικούς  τρόπους. Τα  φραγκολεβαντίνικα  βρίσκονταν  σε  χρήση  τον  20ο  αιώνα  απ’  ότι  φαίνεται  σε  επιστολές  που  στέλνονταν  από  το  μέτωπο  της  Αλβανίας  το  1940.



Στο  ερώτημα  πολλών,  αν  χάσουμε  ένα  μέρος  από  τον  εθνισμό  μας  με  την  εισαγωγή  ξενικού  αλφαβήτου,  ο  γλωσσολόγος  Νίκος  Χατζιδάκης  έχει  απαντήσει  στην   «Νέα  Εστία» το  1931  ως  εξής:  «Χάνουμε  από  τον  εθνισμό  μας  όταν  μαθαίνουμε,  όπως  τώρα  κάνουμε,  μουσική  από  νότες  που  γράφονται  σε  ένα  διεθνές  μουσικό  αλφάβητο; Χάνουμε  τον  εθνισμό  μας  όταν  λογαριάζουμε  στο  διεθνές  σήμερα  σύστημα  γραφής  των  αριθμών;  Χάνουμε  τέλος  πάντων  τον  εθνισμό  μας  όταν  ντυνόμαστε  ευρωπαϊκά;» Ένα  από  τα  πρώτα  ελληνικά  κείμενα  γραμμένα  με  λατινικούς  χαρακτήρες  είναι  η  Ερωφίλη  του  Γεωργίου  Χορτάτση  η  Χορτάτζη,  το  οποίο,  σύμφωνα  με  τον  καθηγητή  Γλωσσολογίας  του  ΑΠΘ  Γιώργο  Παπαναστασίου,  γράφτηκε  το  1595  και  εκδόθηκε  πρώτη  φορά  το  1637  στη  Βενετία. Το  έργο  σώζεται  σε  τρία  χειρόγραφα,  ενώ  υπάρχει  μαρτυρία  και  για  τέταρτο  χειρόγραφο,  χαμένο  σήμερα.  Το  χαμένο  χειρόγραφο  μνημονεύεται  από  τον  ιερέα  Ματθαίο  Κιγάλα,  πρώτο  εκδότη  της  «Ερωφίλης»,  ως  αυτόγραφο  του  Χορτάτζη  γραμμένο  με  λατινικούς  χαρακτήρες.




Σε  άρθρο  της  η    εφημερίδα  ΡΗΞΗ  στις  20/09/2008, αναφέρεται στον  συγγραφέα  Φίλιππο  Αργυριάδη,  και στο  βιβλίο  του  « Η  γραπτή  μας  γλώσσα και  οι  δολιοφθορείς  της»  Εκδ.  Μήνυμα.  Σύμφωνα  με  τον  συγγραφέα  οι  πρώτες  απόπειρες  για  την  αλλοίωση  του  γραπτού  μας  λόγου  χρονολογούνται  από  το  1514,  όταν  ο  Ισπανός  αρχικαρδινάλιος  και  ιεροεξεταστής  Φρανθίσκο  Χιμένεθ  δε  Θισνέρο (Fransisco  Jimenez  de  Cisnero),   τύπωσε  την  Καινή  Διαθήκη  στην  ελληνική  γλώσσα,  αλλά  στο  μονοτονικό. «Αφού  η  κατά  μέτωπο  επίθεση»,  συνεχίζει  ο  συντάκτης  του  άρθρου  της Ρήξης , «για  την  επιβολή  του  λατινικού  αλφαβήτου  απέτυχε,  άρχισε  μια  έμμεση,  αλλά  συντονισμένη  προσπάθεια,  αρχικά  για  την  βαθμιαία  αλλοίωση  του  γραπτού  μας  λόγου.  Η  συνταγή,  όπως  τείνει  να  αποδειχθεί  από  τις  σχετικές  μεθοδεύσεις,  ήταν  η  εξής:  Σε πρώτο  στάδιο  έπρεπε  να  επιτευχθεί  η  κατάργηση  του  παραδεδομένου  τονικού  συστήματος,  που  είχε  πλέον  καθιερωθεί  με  την  χρήση  επί  αιώνες  (ώστε  να  εντυπωθεί  και  οπτικά  και  να  μη  δημιουργεί  υποσυνείδητες  αντιδράσεις), αρχικά  με  την  υιοθέτηση  του  μονοτονικού  και  στην  συνέχεια  του  ατονικού.  Η  δεύτερη  φάση  θα  περιελάμβανε  την  κατάργηση  της  ιστορικής  ορθογραφίας  και  την  εφαρμογή  της  φωνητικής  γραφής.  Το  τρίτο  στάδιο  θα  ακολουθούσε  αμέσως  μετά  με  την  υιοθέτηση  του  λατινικού  αλφαβήτου  στον  γραπτό  μας  λόγο.  Σε  συνδυασμό  με  ανάλογες  γλωσσικές  απλοποιήσεις  (κατάργηση  πτώσεων,  τρίτης  κλίσης  κ.λ.π.)  ο  δρόμος  για  την  άλωση  της  νεοελληνικής  θα  ήταν  πλέον  ανοικτός». Για  παπικό  δάκτυλο,  μιλάει  ο   Λίνος  Πολίτης  στην « Ιστορία  της  Νεοελληνικής  λογοτεχνίας»  Εισαγωγή  σελ  17,  «Προηγουμένως,  στον  17ο  αιώνα,  στα  βενετοκρατούμενα  μέρη  είχε  επικρατήσει  να  γράφονται  ελληνικά  με  λατινικά  στοιχεία,  το  σύστημα  χρησιμοποιήθηκε  και  από  την  παπική  προπαγάνδα  για  τους  Έλληνες  καθολικούς  των  νησιών  («φραγκοχιώτικα»)». Σύμφωνα  με  το Φιλολογικό  περιοδικό  ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ,  1978  σελ.  577,  τα  φραγκοχιώτικα  δεν  προορίζονταν  για  τον  προσηλυτισμό  των ορθοδόξων,  αλλά  είχαν  στόχο  να  αποτρέψουν  τους  Φράγκους  από  τυχόν  διαρροές  προς  την  ορθοδοξία: «Τα  φραγκοχιώτικα  είχαν  σαν  στόχο  τους  πρωταρχικό,  να  συγκρατήσουν  τους  Φράγκους  μέσα  στους  κόλπους  της  θρησκείας  τους  και  να  τους  διαφοροποιήσουν  γλωσσικά  από  το  ιθαγενές  στοιχείο  για  ν’  αποτρέψουν  έτσι  τυχόν  διαρροές  προς  τον  Ελληνισμό  και  την  ορθοδοξία.  Τα  φραγκοχιώτικα είχαν  λοιπόν  ανασταλτικό  χαρακτήρα.  Το  περιεχόμενό  τους  ήταν  πάντα  κατηχητικό  και  διδασκαλικό,  δηλαδή  σκοπός  τους  ήταν  να  υπενθυμίζουν  στους  Φράγκους  την  Christianici  didaskalia”. Δεν  προορίζονταν  για  τους  Έλληνες,  δηλαδή  δεν  είχαν  προσηλυτιστικούς  σκοπούς».  Στο  πως  έβλεπαν  οι  Έλληνες  ορθόδοξοι  τους   «κατώλυκους»  και  τα  φραγκοχιώτικα  βιβλία,  αναφέρεται  η  εφημερίδα  « Αθηνά»  στις  2  Ιουλίου  1841.




Προσπάθεια  καθιέρωσης  του  λατινικού  αλφαβήτου  και  της  φωνητικής  γραφής,  έγινε  από  τον  Κων.  Καραμανλή,  την  πρώτη  τετραετία  της  μεταπολίτευσης.(ΤΟ  ΒΗΜΑ  25/7/1999):  «Την  πρώτη  φορά  η  κρίση  ξέσπασε  σε  μια  συνάντηση  του  Καραμανλή  με  τον  Κ.  Τσάτσο  (προτού  γίνει  Πρόεδρος  της  Δημοκρατίας  ήταν  υπουργός  Πολιτισμού)  και  τον  αείμνηστο  Ευάγγελο  Παπανούτσο.  Τους  είχε  καλέσει  ο  τότε  πρωθυπουργός  στο  γραφείο  του  για  να  συζητήσουν  θέματα  Παιδείας.  Σε  μια  στιγμή  ο  Καραμανλής  τους  είπε  ότι  θα  έπρεπε  κάποια  στιγμή  να  σκεφθούν  το  ενδεχόμενο  να  συνδυασθεί  το  ελληνικό  αλφάβητο  με  το  λατινικό,  να  εξετασθεί  ακόμη  και  το  θέμα  της  φωνητικής  γραφής.  Σαν  ελατήρια  πετάχτηκαν  επάνω  οι  δύο  συνομιλητές  του  Καραμανλή.  « Δεν  πίστευα  στα  αυτιά  μου!»  θα  αφηγηθεί  αρκετά  χρόνια  αργότερα  ο  Κ.  Τσάτσος… Οπωσδήποτε  οι  δύο  συνομιλητές  του  τότε  πρωθυπουργού  δήλωσαν  ότι  παραιτούνται  κ.λ.π.,  κ.λ.π.  και  ο  Καραμανλής  απέσυρε  το  θέμα».