Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΚΟΥ ΤΟ 1822



Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΚΟΥ ΤΟ 1822
Πως η Ερμιονική ακτή πήρε την ονομασία Μπουρλότο

Δημήτρης Τουτουντζής 

    Στις 12 Ιουλίου 1822, την αυγή, φάνηκε κατά το νησάκι Σίγρι της Μυτιλήνης η τουρκική αρμάδα (στόλος). Ήταν 6 ντελίνια, 15 φρεγάτες, πολλές κορβέτες, μπρίκια και γολέτες. Έχοντας πρύμα τον καιρό πέρασαν την άλλη ημέρα ανοιχτά από την Ύδρα, τραβώντας για τον κάβο Ματαπά. Αλλά ώσπου να πάνε στην Πάτρα, γιατί αυτός ήταν ο προορισμός τους, ο στρατός του Δράμαλη καταστράφηκε στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου. Δεν έμενε τίποτε άλλο στην αρμάδα και στον καινούργιο ναύαρχό της Κιοσέ Μεχμέτ πασά, παρά να σώσουν το πολιορκημένο από τους Έλληνες Ναύπλιο. Έπρεπε με κάθε τρόπο να το τροφοδοτήσουν τροφές και πολεμοφόδια, γιατί αλλιώς δεν μπορούσαν οι Τούρκοι να το κρατήσουν.

    Οι δικοί μας ετοιμάζουν με μεγάλη βία τα καράβια τους και όπως σωστά υποπτεύθηκαν πως η αρμάδα θα χτύπαγε τα δύο ναυτικά νησιά μας που βρίσκονται κοντά στον Αργολικό κόλπο, παίρνουν όλο τον πληθυσμό από τις Σπέτσες και τον πάνε στην Ύδρα, μια και είναι ευκολοϋπεράσπιστη. Στις Σπέτσες έμειναν μονάχα εξήντα παλληκάρια, με το Μέξη και τον Κολαντρούτσο, για να χειριστούν τα κανόνια που είχαν στήσει.

    Στις 5 Αυγούστου, 13 ψαριανά μαζί με δύο μπουρλότα, του Βρατσάνου και του Γιαλουράκη, σαλπάρανε για την Ύδρα και τις Σπέτσες. Στις 17 του ίδιου μήνα, τα καράβια και των τριών νησιών μας σηκώθηκαν στα πανιά περιμένοντας την αρμάδα.

    Στις 8 Σεπτεμβρίου, τα καράβια μας , 53 σκάφη με δέκα μπουρλότα έπλεαν ανάμεσα Παραπόλα, Σπετσοπούλα και Τρίκερι. Την αυγή οι βαρδακόστες μας ( πλοία ανιχνευτικά), είδαν τα εχθρικά πλοία να ανεβαίνουν το Μυρτώο πέλαγος. Εκτός από τα Τούρκικα ήταν μαζί τους και οι αρμάδες του Αλγεριού, του
Τούνεζι, της Τριπολίτιδας και του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη. Ένα δάσος από άλμπουρα και ένα κοπάδι από πανιά ανηφόριζε το Αιγαίο με τις πλώρες γυρισμένες κατά τα δυο νησιά μας. Ο Μιαούλης κάνει σινιάλο να πισωγυρίσουν τα δικά μας και να μπούνε στο μπουγάζι, ανάμεσα Σπέτσες, Ύδρα και Ερμιόνη. Χωρίστηκαν στα δύο, δεκαοχτώ κομμάτια και κάμποσα μπουρλότα, με το Μιαούλη, τάχθηκαν στο στενό μπροστά από τις Σπέτσες, σε τρεις σειρές από έξι καράβια η κάθε μια και τα υπόλοιπα κατά τα νησάκια Τρίκερι και Δοκό να προστατέψουνε την Ύδρα.

    Ο εχθρικός στόλος κινήθηκε πολύ επιδέξια πέρα από κάθε προσδοκία, που κατά τις 10 το πρωί μπήκε στο μπουγάζι, περνώντας ανάμεσα από τη Σπετσοπούλα και το Τρίκερι. Με αυτή του τη μανούβρα χώρισε στα δύο το στόλο μας. Ο Μιαούλης που βρισκόταν, καθώς είπαμε, με τα καράβια μας μπροστά από τις Σπέτσες, μέσα στο στενό, ανεβάζει το σινιάλο: «Ο στόλος να ακολουθήσει το ναύαρχο». Αλλά για πού;… Εδώ μπερδεύονται τα πράματα. Γιατί αν διαβάσουμε τον Τρικούπη θα δούμε πως γράφει: « Ο Μιαούλης, όσον γενναίος τόσον και συνετός, επιμένων εις το πρώτον του σχέδιον επόδισε και έπλεε πλησίστιος προς την Πελοποννησιακήν παραλίαν». Ο Ορλάνδος πάλι γράφει τα αντίστροφα:  «Σκοπόν είχε ίσως να υποχωρήση μετά των μετ’ αυτού πλοίων, και να περιμείνωσι τον εχθρόν ή εκτός του Αργολικού κόλπου, ή εις τον μυχόν αυτού πλησίον του Ναυπλίου. Το σχέδιο τούτο ήτον ολέθριον». Και παρακάτω γράφει: «Ωραίον σχέδιον να εγκαταλείψη αμαχητί την νήσον και τους εν αυτή εις την διάκρισιν του εχθρού, αυτόν

δε τον εχθρόν κύριον του πεδίου της μάχης και να περιμένη αυτόν (κύριος οίδε πότε) εις ανοικτήν θάλασσαν ,όπου ο εχθρός ηδύνατο να επωφεληθή εξελίτων όλας του τας δυνάμεις».

    Πέσαμε καθώς βλέπουμε σε μια διαφορά ανάμεσα στους Σπετσιώτες και τους Υδραίους. Ας δούμε όμως τι έγινε.

    Όταν ο Μιαούλης σήκωσε το σινιάλο που είπαμε, τα περισσότερα καράβια αρνήθηκαν να υπακούσουν. Αντί να τον ακολουθήσουν, ορμάνε  ενάντια στον εχθρό. Πρώτοι από όλους ο Γιάννης Τσούπας, ο Δημήτρης Λάμπρου ή Λεωνίδας, ο Αντώνης Κριεζής, ο Ανάργυρος Λεμπέσης και ο Λεονάρδος Θεοδωρής, ποδίζουν σε σχήμα πετάλου και ανοίγουνε φωτιά στα τούρκικα, προς έκπληξη εχθρών και φίλων. Και πραγματικά στεκόταν θέαμα παράδοξο να βλέπεις αυτά τα λιγοστά σιτοκάραβα με τα κανονάκια τους, να χτυπιούνται με εκείνα τα θεόρατα βουνά, τα ντελίνια και τις φρεγάτες. Σαν είδε ο Μιαούλης πως δεν τον ακολούθησαν, αναγκάστηκε να γυρίσει. Οι κανονιέρηδες από τις Σπέτσες ανοίγουν και αυτοί φωτιά στην αρμάδα, χωρίς να μπορούν όμως να την βλάψουν, αλλά για να φανερώσουν ότι και στο νησί υπάρχει στρατιωτική δύναμη.

    Εν τω μεταξύ άλλα εχθρικά πλοία, μπαίνοντας βαθιά στο μπουγάζι δυσκολεύουν τα υπόλοιπα δικά μας, που κινδυνεύουν να τσακιστούν πάνω στα βράχια στο Δοκό. Καθώς μάλιστα μπουνατσάρισε μέσα στο στενό, κατέβασαν τις βάρκες τους να τα ρυμουλκήσουν.

    Ξαφνικά τα τούρκικα και μια αλγερινή φρεγάτα, σε μια σπιλιάδα, ρίχνονται να τα καταστρέψουν. Τότε ο Πιπίνος, ενθαρρύνοντας το τσούρμο του ορμάει να κολλήσει το μπουρλότο του στη φρεγάτα. Θερίζουνε την κουβέρτα του τα μισδράλια (κανόνια γεμάτα με ποσότητα μεταλλικών βλημάτων), λαβώνουν δύο ναύτες του μα εκείνος τραβάει ολόισια πάνω του. Πέφτει δίπλα του. Την ίδια στιγμή που έβαζε φωτιά, οι Αλγερινοί, καλοί και αυτοί θαλασσινοί και παλληκάρια, κάνουνε ρεσάλτο. Καμιά πενηνταριά δρασκελούν τα παραπέτα, με τα μαχαίρια στο στόμα και πηδάνε στο μπουρλότο, μέσα στους καπνούς και στις φλόγες. Γυρεύουν να μανουβράρουν τα πανιά και το τιμόνι του να το απομακρύνουν. Άλλοι λαμπαδιάζουν ζωντανοί και άλλοι μισοκαμένοι ρίχνονται στη θάλασσα για να σωθούν, μα δεν παρατάνε το σκοπό τους. Πετυχαίνουν τέλος να λυτρώσουν τη φρεγάτα τους από το φλογισμένο αγκάλιασμα. Το μπουρλότο του Πιπίνου αρμενίζει πια μόνο του πάνω στο κύμα. Ο αέρας το σπρώχνει στα ρηχά στην ακτή της Ερμιόνης και αποκαίγεται. Από τότε το μέρος αυτό ονομάστηκε μπουρλότο. Αλλά δε χάθηκε άδικα, γιατί βάζοντας τους εχθρούς σε αναταραχή, έδωσε τον καιρό στους δικούς μας να ανασάνουν.

    Πάνω στην Ύδρα, από την Αγία Τριάδα μέχρι τα καμίνια και το Βληχό, άντρες,  γυναίκες, παιδιά και από τα δύο νησιά, κοίταζαν αυτήν την άνιση ναυμαχία, που από αυτήν κρεμόταν ο θάνατος και η ατιμία τους, από τη μια, η σωτηρία τους από την άλλη. Έβλεπες στα πρόσωπά τους να ζωγραφίζεται κάποτε η λύπη και κάποτε η αγαλλίαση. Άλλοτε δεν άκουγες μήτε μουρμουρητό, καθώς απομένανε βουβοί με την ψυχή στο στόμα, βλέποντας τα καράβια τους να κινδυνεύουν, και άλλοτε, σε μια καλή μανούβρα τους, λέγανε λόγια επαινετικά για τον καθένα και μπήγανε χαρούμενες φωνές.

    Και τα δύο μέρη πολέμαγαν με την ίδια μανία. Οι Τούρκοι να βουλιάξουν τα φτωχά σταροκάραβά μας, τη μόνη μας ελπίδα μια και δεν μπορούσαμε να τα ξαναποκτήσουμε, και οι δικοί μας αγωνίζονταν για ό,τι είχανε καλύτερο σε τούτον τον κόσμο: για πατρίδα, για σπίτια, για γυναίκες, για μάνες, για παιδιά. Ο λόγος αυτός που ειπώθηκε από τους Έλληνες στη Σαλαμίνα, μπορούσε να ακουστεί και τώρα για αυτούς τους Έλληνες του

Εικοσιένα, που ναυμαχούσαν στα στενά ανάμεσα σ τις Σπέτσες, Ύδρα και Ερμιόνη.

    Είναι τόσος ο καπνός που σκεπάζει την ακύμαντη θάλασσα, που δεν μπορείς να διακρίνεις σκάφη, άλμπουρα, πανιά. Κάπου-κάπου, στα υψηλότερα σημεία των αλμπούρων, μόλις ξεχωρίζεις για λίγο σε μια πνοή του ανέμου είτε τα άλικα μπαϊράκια με το μισοφέγγαρο είτε τη μαύρη παντιέρα της Ύδρας με το σταυρό, το φίδι και την κουκουβάγια. Πλησίαζε δύο από το μεσημέρι. Τέσσερις ώρες μάχονταν και μένει ακόμα αναποφάσιστη η τύχη. Τότε η περίσταση άρπαξε μέσα από το σωρό των αγωνιστών έναν ταπεινό θαλασσινό, τον Σπετσιώτη μπουρλοτιέρη Κοσμά Μπαρμπάτση, και του χάρισε τη αθάνατη δόξα να γίνει ο ήρωας εκείνης της ημέρας. Βρισκόταν μαζί με τα δεκαοχτώ καράβια μας μπροστά από τις Σπέτσες, που με δυσκολία κράταγαν το βάρος του εχθρού. Από την ξηρά οι κανονιέρηδες και από τη θάλασσα τα πληρώματα, ξέχωρα από το καράβι του Γιάννη Τσούπα που επίτηδες τον πλησίασε, μπήγουν τις ενθαρρυντικές φωνές για να τον φιλοτιμήσουν:

    - Κουράγιο, ρε Κοσμά!...

    - Άντε, καπετάν Μπαρμπάτση!

    - Τι το έχεις μωρέ το έρμο και το φυλάς;

    - Πάνω τους αδέλφια!

    Και τότε ο Μπαρμπάτσης, όπως γράφει ο Ορλάνδος: «Ανώτερος εαυτού γενόμενος την στιγμήν εκείνην, ανέβη πελώριος επί της κορωνίδος της πρύμνης του πυρπολικού του, και σύρας την μάχαιράν του ενθαρρύνει διά της τόλμης του τους συμπλωτήρας του, διατάξας δε εν ακαρεί διά της βροντώδους φωνής του τον πηδαλιούχον να στρέψη την πρώραν του ηφαιστείου κατά του πλησιεστέρου και τρομακτικωτέρου εχθρικού δικρότου, όπερ εικάζεται ότι ήτον η στολαρχίς»   

    Και πραγματικά αυτή ήταν. Όταν ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς είδε την απόφαση του μπουρλότου μας και θυμήθηκε το πάθημα του Καραλή, ο φόβος λύγισε τη θέλησή του, στρέφει τη ναυαρχίδα να βγει από το μπογάζι. Τον ακολουθεί όμως ο Μπαρμπάτσης, και βλέπεις το αλλόκοτο θέαμα, το τρομερό ντελίνι (πλοίο με δύο σειρές κανόνια σε κάθε πλευρά), βαρώντας το καραβάκι μας με τα κανόνια της πρύμης, να προσπαθεί τρομαγμένο να γλιτώσει. Έμοιαζε φάλαινα να την κυνηγάει σπάρος.

    Όταν τα άλλα τούρκικα είδανε τη ναυαρχίδα τους να πλέει κατά το πέλαγος, υπέθεσαν ότι ήταν σινιάλο να αποτραβηχτούν και άρχισαν να μανουβράρουν να βγουν  και αυτά από τα στενά. Τότε τα πληρώματα από τα καράβια, οι γυναίκες και τα παιδιά από τη στεριά, βλέποντας τα πλοία του σουλτάνου να φεύγουν, άρχισαν τα γιούχα. Οι Έλληνες είχαν μείνει νικητές.

    Τα καράβια μας πέρασαν τη νύχτα ανάμεσα Σπέτσες και Ύδρα, όσο η αρμάδα κινείτο στα ανοιχτά με μέτριο καιρό. Στις 9 και στις 10 του μήνα ήταν τόση η μπουνάτσα, που ούτε οι Τούρκοι έκαναν το παραμικρό κίνημα, ούτε οι δικοί μας. Τα καράβια μας καθώς στερήθηκαν και αυτό ακόμα το νερό, άφησαν πλοία να περιπολούν  στην είσοδο του στενού και τράβηξαν για την παραλία απέναντι από την Ύδρα (στο Μετόχι), να πάρουν προμήθειες. « Εψές προς το εσπέρας», έγραφε στις 9 Σεπτεμβρίου ο Μιαούλης, «με την γαλιόταν μας σας εγράψαμε δια να μας προφθάσετε μπαρούτι ότι το εκουσουμάραμε (το ξοδέψαμε)». Οι Υδραίοι του στείλανε όχι μονάχα μπαρούτι, μα σήκωσαν στα πανιά και άλλα εφτά καράβια και έτσι έγιναν τα δικά μας εξήντα κομμάτια.



Πηγές.



  1. Δημήτρης Φωτιάδης, Ιστορία 4 Κανάρης, Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.



  1. Ορλάνδος,  Αρχείον Ύδρας,  Τρικούπης 



  1. Γιώργος Σκανδάλης: Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.