Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Τα πυρπολικά – Η πλωτή βόμβα 

Δημήτρης Τουτουντζής

Μετά το προηγούμενο θέμα μας, για τη ναυμαχία του Αργολικού, ας δούμε πως ήταν τα πυρπολικά ή μπουρλότα όπως τα έλεγαν οι αγωνιστές μας, όπως τόσο παραστατικά τα περιγράφει ο ιστορικός και συγγραφέας Νίκος Βασιλάτος, που αναρτήθηκε στον Ιστότοπο Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας.   argolikivivliothiki
Την ιδέα της δημιουργίας πλωτών εμπρηστικών βομβών, δηλαδή πυρπολικών, με στόχο τον εμπρησμό εχθρικών πολεμικών πλοίων, φαίνεται ότι πρώτοι την υλοποίησαν στη νεότερη εποχή οι Ολλανδοί, όταν στις αρχές του 17ου αιώνα κατά τη ναυμαχία των Ντάουνς (Downs), στα ανοικτά της Δουνκέρκης, καταναυμάχησαν έναν πολυπληθή αλλά δυσκίνητο ισπανικό στόλο. Έκτοτε και άλλοι ναυτικοί λαοί, όπως οι Άγγλοι, χρησιμοποίησαν πυρπολικά εναντίον εχθρών τους, στις θαλάσσιες πολεμικές τους περιπέτειες. Σε εξαιρετικά επιδέξιους όμως κατασκευαστές και χειριστές του τρομερού αυτού όπλου, εξελίχθη­καν οι Έλληνες ναυτικοί κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης. Τα πυρπολικά του ελληνικού στόλου έγιναν πραγματικά φρικτός εφιάλτης των κυβερνητών των μεγάλων οθωμανικών πλοίων, τα οποία στην ουσία ήταν πλωτά φρούρια.
Πριν από την ελληνική Επανάσταση, οι Ρώσοι, τον Ιούνιο του 1770, με μία τολμηρή και καλά οργανωμένη επιχείρηση πυρπολικών κατάφεραν να κατακάψουν μέσα σε λίγες ώρες τον πολυάριθμο οθωμανικό στόλο, που θέλοντας ν’ αποφύγει το μικρό αλλά εξαιρετικά επιθετικό ρωσικό στόλο, ναυλοχούσε στριμωγμένος στα ήσυχα νερά του Τσεσμέ. Οι Έλληνες ναυτικοί, που υπηρετούσαν τότε στα ρωσικά πλοία, ποτέ δεν ξέχασαν την τρομερή και καταστρεπτική δράση των πυρπολικών. Έτσι αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης κατασκεύασαν τα πρώτα πυρπολικά και πολύ γρήγορα εξελίχθηκαν σε επιδέξιους κατασκευαστές και χειριστές τους.


Κωνσταντίνος Νικόδημος - Πυρπολητής του 1821, σχέδιο του Καρλ Κρατσάιζεν.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Ορλάνδο, την ιδέα για τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού πυρπολικού στη δυτική Ελλάδα είχε ο Σπετσιώτης θαλασσόλυ­κος Γεώργιος Μυργιαλής, ενώ στην Ανατολή τα πρώτα πυρπολικά δημιούργησε ο Γιάννης Δημουλίτσας, γνωστός με το προσωνύμιο Πατατούκος, σε συνεργασία με το Ρώσο Ιβάν Αφανάσιεβ.
Η ιδέα του Μυργιαλή είχε οικτρή αποτυχία αφού το πυρπολικό που δημιουργήθηκε στον Κορινθιακό κόλπο και οδηγήθηκε από τον Γεώργιο Παξινό κατά των οθωμανικών πλοίων που ναυλοχούσαν
στο λιμάνι της Ναυπάκτου απέτυχε στο σκοπό του και κάηκε άσκοπα, ενώ προηγουμένως βάρκες του οθωμανικού ναυτικού το τράβηξαν μακριά από τα πολεμικά πλοία. Ο άτυχος κυβερνήτης του αιχμαλωτίστηκε από τις ίδιες αυτές βάρκες και φονεύτηκε με φρικτό τρόπο (ανασκολοπίστηκε και στη συνέχεια ρίχτηκε στην πυρά ενώ ήταν ακόμη ζωντανός).

Αντίθετα, τα πυρπολικά του Πατατούκου είχαν καλύτερη τύχη και ένα από αυτά στα τέλη Μαΐου 1821 κατέκαψε στην Ερεσό της Λέσβου ένα μεγάλο οθωμανικό δίκροτο εντυπωσιάζοντας με το απόλυτα καταστρεπτικό του αποτέλεσμα Έλληνες και Οθωμανούς. Έκτοτε, τα πυρπολικά ή «μπουρλό­τα», όπως συνήθιζαν να τα αποκαλούν οι Έλληνες ναυτικοί, μεταβλήθηκαν στο κύριο επιθετικό όπλο του ελληνικού στόλου κατά του αντίστοιχου οθωμανικού.

Τους πλοιάρχους των πυρπολικών τους επέλεγαν οι κοινότητες των Ψαρών, των Σπετσών και της Ύδρας. Αυτοί, δε, συγκροτούσαν τα πληρώματά τους από τους ικανότερους και τολμηρότερους Έλληνες ναυτικούς. Ήταν όλοι τους εθελοντές σ’ αυτήν την εξαιρετικά επικίνδυνη υπηρεσία. Συνολικά οι τολμηροί αυτοί ναυτικοί ήταν λιγότεροι από 500.

Όπως μας πληροφορεί ο ναύαρχος Νικόδημος, πυρπολητής και ο ίδιος, στα πυρπολικά υπήρχε εκούσια πειθαρχία, αλλά και ευταξία και αλληλοσεβασμός. Αποτέλεσμα αυτού του αλληλοσεβασμού ήταν οι πλοίαρχοι να αποκαλούν και να θεωρούν τους άνδρες των πληρωμάτων τους «συντρόφους». Τα πυρπολικά, κατά τις επιθέσεις τους εναντίον εχθρικών πλοίων, ακολουθούσαν πάντα πλοία συνοδείας για τη διάσωση των πληρωμάτων.

Η τακτική των πυρπολητών ήταν απλή. Είτε έκαναν νυχτερινές αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε μεγάλα αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία των Οθωμανών είτε στις ναυμαχίες, με τόλμη και δεξιοτεχνία, έφερναν σε ευνοϊκή θέση σε σχέση με τον εχθρικό στόλο το πυρπολικό τους και στη συνέχεια επέλεγαν το στόχο τους μεταξύ των μεγαλύτερων πολεμικών πλοίων του εχθρού. Με κατάλληλους χειρισμούς και ουριοδρομία προσπαθούσαν να αποφύγουν τα πυρά των αντιπάλων τους και να αγκιστρώσουν γερά το «μπουρλότο» τους πάνω στο πλοίο-θήραμα. Οι Οθωμανοί ναύτες προσπαθούσαν να τους απωθήσουν με καταιγισμό βλημάτων κάθε είδους πυροβόλων όπλων ή με βάρκες που έστελναν εναντίον τους και οι οποίες με γάντζους που έριχναν στο πυρπολικό προσπαθούσαν να το σύρουν με σκοινιά μακριά από το στόχο τους.

Οι ναύτες των πυρπολικών, συνήθως με εξαιρετική ψυχραιμία, αντιμετώπιζαν πάνω στην πλωτή βόμβα τους – που μερικές φορές ονόμαζαν «ηφαίστειο»- αυτές τις επικίνδυνες καταστάσεις και προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους και ν’ απομακρύνουν τις εχθρικές βάρκες με άφθονες βολές από τα τρομπόνια τους, που αποκαλούσαν «τρομπονιές».



Όταν τελικά στερέωναν γερά το πυρπολικό τους πάνω στο εχθρικό πλοίο και το πυροδοτούσαν, τα πληρώματα έφευγαν με τη σκαμπαβία που είχαν δεμένη στα πλευρά του πυρπολικού τους, ακολουθούμενοι μερικές φορές από εχθρικές βάρκες. Συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι πυρπολητές, μέχρι να μπουν κάτω από την προστασία του πλοίου συνοδείας, έδιναν πραγματικές μάχες με τα πληρώματα των εχθρικών πλοιαρίων που τους ακλουθούσαν. Για το λόγο αυτό, οι σκαμπαβίες όχι σπάνια ήταν εξοπλισμένες και με ένα κανόνι.

Όταν οι πυρπολητές πετύχαιναν την αποστολή τους, οι φλόγες από το «μπουρλότο» τύλιγαν το εχθρικό πλοίο, ενώ τα εμπρηστικά βλήματα από τις «μίνες» έπεφταν σαν πύρινη βροχή πάνω στα ξάρτια και το κατάστρωμα του. Οι φλόγες από τις «τρούμπες» τύλιγαν το ξύλινο σώμα του πλοίου και οι καπνοί από τα καιγόμενα ξύλα και κάθε είδους αντικείμενα έκοβαν την ανάσα και τύφλωναν τα πληρώματα, τους πεζοναύτες και τους στρατιώτες που επέβαιναν στο πυρπολούμε πλοίο. Οι εκρήξεις από το «μπουρλότο» αλλά και από τα πυρομαχικά του πλοίου-θηράματος προκαλούσαν τρόμο και στη συνέχεια μέχρι παραφροσύνης πανικό σε όλους τους επιβάτες του. Όταν τελικά οι φλόγες έφταναν στην αποθήκη πυρομαχικών του, ακολουθούσε μια ισχυρότατη έκρηξη και τα πάντα, κατακερματισμένα, τινάζονταν στον αέρα.

 Κατασκευή

 Σε πυρπολικά οι Έλληνες μετασκεύαζαν πλοία που αιχμαλώτιζαν και κρατούσαν ως λεία πολέμου, αλλά και παλιά, μικρά, ευέλικτα και ευκολοκυβέρνητα ελληνικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυρίως οι ναυτικές κοινότητες της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών αγόραζαν από τους πλοιοκτήτες τους είτε με χρήματα είτε με ομόλογα.

Η αξία ενός παλιού ιστιοφόρου για τη μετατροπή του σε πυρπολικό κυμαινόταν ανάμεσα σε τριάντα και εκατό χιλιάδες γρόσια. Η προετοιμασία και η μετασκευή ενός πλοίου σε πυρπολικό ήταν πραγματικά επίπονη εργασία που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και δεξιοτεχνία.

Άνοιγαν στο κατάστρωμα του πλοίου τετράγωνα ανοίγματα μήκους πλευράς0,65 μ., που ονόμαζαν «ρούμπους». Κάτω από τους «ρούμπους» ετοίμαζαν με σανίδια μέσα στον κοραδούρο ειδικές θήκες που ονόμαζαν «μίνες της φωτιάς» και «μίνες της μπαρού­της».

Στις «μίνες της φωτιάς» τοποθετούσαν μια εξαιρετικά εμπρηστική ύλη αποτελούμενη από θείο, νίτρο και πυρίτιδα. Την ύλη αυτή έπλαθαν σε βόλους δημιουργώντας σφαιρικά εμπρηστικά βλήματα. Πάνω από τους βόλους τοποθετούσαν φρύγανα και άλλα εύφλεκτα υλικά. Στις «μίνες της μπαρούτης» στερέωναν ημιβάρελα που ονόμαζαν «βουτσιά», μέσα στα οποία τοποθετούσαν μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας. Ειδικότερα, γύρω από το πρωραίο κατάρτι άνοιγαν τέσσερις ρούμπους όπου σφήνωναν ισάριθμα βαρέλια με κλίση προς τα εμπρός. Τα βαρέλια αυτά τα γέμιζαν μέχρις ενός σημείου με πυρίτιδα. Στη συνέχεια τοποθετούσαν ένα ξύλινο διάφραγμα και πάνω από το διάφραγμα τοποθετούσαν μερικές δεκάδες ευμεγέθη εμπρηστικά βλήματα.



Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 Αριστερά και δεξιά του πυροβόλου της πλώρης τοποθετούσαν τις «τρούμπες» που αποτελούσαν επινόημα του Πατατούκου. Ήταν οι τρούμπες τμήματα κορμών μεγάλων δέντρων μήκους μεγαλύτερου του ενός μέτρου που έφεραν μέχρι ενός σημείου του μήκους τους κοίλωμα διαμέτρου 12 ως15 εκατοστά. Το κοίλωμα αυτό το γέμιζαν με την ίδια εμπρηστική ύλη με την οποία κατασκεύαζαν τα εμπρηστικά βλήματα και την κατάλληλη στιγμή το πυροδοτούσαν με αποτέλεσμα οι «τρούμπες» να εκτοξεύουν τεράστιες φλόγες.

Τελικά οι φλογοβόλες αυτές συσκευές αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές κατά τον εμπρησμό μεγάλων οθωμανικών πλοίων από τα πυρπολικά. Οι εσωτερικές πλευρές του πυρπολικού αλείφονταν ολόκληρες με θείο, οινόπνευμα και πίσσα, ενώ σε διάφορα σημεία του τοποθετούσαν δέματα φρύγανων και δαδιών, ασκιά με πίσσα, βαρέλια με ρετσίνι και θειάφι, αλλά και δοχεία με οινόπνευμα και νέφτι.

Για την πυροδότηση του πυρπολικού κατασκεύαζαν με καρφιά και σανίδια ένα τετράγωνο λούκι στο υπόστρωμα, το οποίο ξεκινούσε από το ένα πορτέλο της πρύμνης, προχωρούσε μέχρι την πλώρη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της μιας πλευράς του πυρπολικού και στη συνέχεια γύριζε προς την πρύμνη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της άλλης πλευράς του, για να καταλήξει στο άλλο πορτέλο της πρύμνης -αν βέβαια υπήρχε και δεύτερο πορτέλο στην πρύμνη του πυρ­πολικού.

Κάθετα προς το λούκι αυτό κατασκεύαζαν άλλα βραχύτερα λούκια που οδηγούσαν στις μίνες της φωτιάς και εκείνες της μπαρούτης. Όλα αυτά τα λούκια τα γέμιζαν με πυρίτιδα για την πυροδότηση του «μπουρλότου» την κατάλληλη στιγμή. Στα πλαϊνά τοιχώματα του πλοίου άνοιγαν θυρίδες που ονόμαζαν «μπουκαπόρτες» για την κυκλοφορία του αέρα, όταν θα πυροδοτούσαν το πυρπολικό, και την ταχύτερη μετάδοση της φωτιάς. «Μπουκαπόρτες» ονόμαζαν επίσης και τα σκεπάσματα που κάλυπταν τα ανοίγματα των «ρούμπων». Όταν ταξίδευε το πυρπολικό, όλες οι «μπουκα­πόρτες» ήταν κλειστές για να μην επηρεάζονται από τη θαλασσινή υγρασία οι εύφλεκτες ύλες που μετέφερε. Όταν όμως το πυρπολικό βρισκόταν σε επίθεση, όλες οι «μπουκαπόρτες» του ήταν ανοιχτές.

Μέσο διαφυγής του πληρώματος του πυρπολικού αποτελούσε η σκαμπαβία του, την οποία σε περίπτωση επίθεσης εξαρτούσαν από ένα σκοινί που ήταν στερεωμένο σε όλο το μήκος τής μη βαλλόμενης πλευράς του πυρπολικού. Όταν κατάφερναν οι πυρπολητές να προσδέσουν γερά το πυρπολικό τους σ’ ένα από τα εχθρικά πολεμικά πλοία, τότε έφερναν τη σκαμπαβία στην πρύμνη του πυρπολικού τους και έμπαιναν όλοι μέσα σ’ αυτή. Τελευταίος έμπαινε ο πλοίαρχος, ο οποίος με τον πυρσό (μίτζα) ή τη χουλιάρα με τα αναμμένα κάρβουνα πυροδοτούσε την πυρίτιδα που βρισκόταν μέσα στα λούκια. Στη συνέχεια και ενώ το πυρπολικό και ο στόχος του τυλίγονταν στις φλόγες και συγκλονίζονταν από τις εκρήξεις, οι πυρπολητές με δυνατή κωπηλασία απομακρύνονταν με κατεύθυνση προς το πλοίο υποστήριξης του πυρπολικού τους, ναυμαχώντας πολλές φορές με τις εχθρικές βάρκες που με μανία τους καταδίωκαν μέχρι να πλησιάσουν προς το πλοίο προστασίας που τις υποδεχόταν με άφθονες κανονιές.

Νίκος Βασιλάτος Ιστορικός - συγγραφέας