Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 


ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 



Δημήτρης Τουτουντζής 

  
Όταν τα καράβια μας αρμένιζαν έξω από τον Αϊ-Στράτη, βλέπουν μια αλαμάνα (είδος μικρού ιστιοφόρου πλοίου) με τούρκικη σημαία. Ένα σπετσιώτικο, για να την ξεγελάσει, σηκώνει και αυτό τούρκικη σημαία και κάνει να την πλησιάσει. Αλλά η αλαμάνα τότε προσπαθεί να απομακρυνθεί και βλέποντας πως δεν μπορούσε να ξεφύγει, το πλήρωμά της, τη ρίχνει στα ρηχά στον κόρφο που βρίσκεται πίσω από τη μικρή πολιτεία του νησιού. Βγαίνει στην ξηρά και ταμπουρώνεται στα βράχια. Βλέπουν το «τούρκικο» μπρίκι να κατεβάζει τις σκαμπαβίες του και να τις γεμίζει αρματωμένους. Ετοιμάζονται να αντισταθούν, αλλά κοιτάζοντας τις φορεσιές τους παραξενεύονται γιατί δε μοιάζουν με τούρκικες.

    Ο Σταματάρας που ήταν αρχηγός εκείνων που ξεμπάρκαραν από την αλαμάνα, γιατί όπως θα δούμε ήταν και αυτοί Έλληνες, λέει στους άλλους:

    -Για σταθείτε, βρε παιδιά, να δούμε τι σόι άνθρωποι είναι, γιατί σαν Έλληνες μου φαίνονται.

    Βάζοντας τις παλάμες του χωνί στο στόμα, τους φωνάζει:

    -Τι είσαστε εσείς, βρε;

    -Σπετσιώτες.


    -Εμείς, αδέρφια, είμαστε Ψαριανοί. Τους αποκρίνονται τώρα όλοι μαζί από τη στεριά.

    Απορούνε και τα δύο μέρη, καθώς το ένα είχε πάρει τους άλλους για Τούρκους. Οι Σπετσιώτες όμως, βλέποντάς τους να είναι ντυμένοι με παράξενες φορεσιές, κοντοζυγώνουν με μεγάλη προφύλαξη. Τους εξετάζουν και ο Σταματάρας αρχίζει να τους ιστορεί όλα τα καθέκαστα.

    «Είμαι ο καπετάν Αντρέας Σταματάρας από τα Ψαρά. Τον Ιούνιο του περασμένου χρόνου σαλπάραμε από το νησί με το μίστικό μου να κάνουμε καταδρομές. Κάνοντας βόλτες στο μπογάζι της Χίου, πιάσαμε ένα τούρκικο καΐκι με δύο Οθωμανούς. Μας  τους εξαγόρασαν οι Τούρκοι για πέντε χιλιάδες γρόσια. Έχοντας αυτά τα χρήματα, σκέφτηκα να πάω στην Πάτμο να προμηθευτώ δύο κανόνια, για να αρματώσω καλά το μίστικό μου. Φτάσαμε στην Πάτμο μα δε βρήκαμε. Μάθαμε όμως πως έχουν στη Λέρο. Βάλαμε πλώρη κατά κει και μπήκαμε στο λιμάνι. Βλέπουμε τότε φουνταρισμένο ένα αυστριακό μπρίκι, που είχε πιάσει μια κασιώτικη γολέτα. Αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Έπειτα το μάθαμε. Βγήκαμε στην ξηρά. Πετύχαμε δυο κανόνια όπως τα θέλαμε, τα συμφωνήσαμε και τα βάλαμε στη βάρκα να τα πάμε στο μίστικο. Ο Αυστριακός, σαν είδε πως φορτώναμε κανόνια, στέλνει τη σκαμπαβία του με έναν αξιωματικό να μάθει τι άνθρωποι είμαστε. Πλησιάζει και μας ρώτησε.

    -Ψαριανοί, του αποκρίθηκα.

    -Και τα κανόνια τι τα θέλετε;

    -Μας έστειλε να τα αγοράσουμε, του λέω, το ψαριανό πολεμικό του καπετάν Νικολή Βελισάρη που βρίσκεται στην Πάτμο.

    Το είπα αυτό, που ήταν μισό αληθινό και μισό ψεύτικο για να τον ξεγελάσω. Το μπρίκι του Βελισάρη βρισκόταν στην Πάτμο, αλλά δε μας έστειλε.

    - Ελάτε με το μίστικο κοντά στο πλοίο μας, μας λέει ο αξιωματικός. Ο κυβερνήτης μας θέλει να σας ρωτήσει για τα Ψαρά.

    Φορτώσαμε τα κανόνια στο μίστικο και έπειτα επήγαμε και φουντάραμε κοντά στο

Αυστριακό. Στέλνει ο Αυστριακός τη σκαμπαβία του και με παίρνει. Σαν ανέβηκα στο πλοίο λέει στο δραγουμάνο του να με ρωτήσει την αιτία που ήρθαμε στη Λέρο και τι τα θέλαμε τα κανόνια. Του είπα τα ίδια, που είχα απαντήσει στον αξιωματικό του. Δίχως να εξετάσει τίποτα άλλο, προστάζει να με βάλουν στα σίδερα. Ξαναστέλνει  τη σκαμπαβία του με αρματωμένους και πιάνουν όλο το πλήρωμα και τους φέρνουν στο πολεμικό του, εκτός από τον αδερφό μου και το μούτσο που είχαν απομείνει στην ξηρά για ψώνια. Έπαιρναν έναν-έναν και τον κατέβαζαν στο αμπάρι, τάχατες πως θα τον εξετάσουν, και εκεί τον έδεναν χέρια και πόδια με αλυσίδες.

    -Γιατί μας σιδεροδένετε; Τους ρωτάμε.

    -Γιατί είσαστε κακοί άνθρωποι, μας αποκρίνονται.

    -Σαν είμαστε κακοί άνθρωποι, να μας παραδώσετε στη Σάμο, στα ψαρά ή στην Ύδρα να μας παιδέψει η Διοίκησή μας.

    Αυτοί μας είπαν πως δε γνωρίζουν τη Διοίκησή μας.

    Πριν βασιλέψει φάνηκε το πολεμικό του Βελισάρη να περνάει έξω από το λιμάνι της Λέρου. Οι Αυστριακοί φοβήθηκαν μην τυχόν, βλέποντας το μίστικό μας φουνταρισμένο κοντά στο αυστριακό, μπει για να δει τι τρέχει. Φωνάζουν στον αδερφό μου και στο μούτσο, που στο μεταξύ γύρισαν στο καράβι μας, να μαϊνάρουν (να κατεβάσουν) τη σημαία με το σταυρό. Δεν ακολούθησαν την προσταγή τους και τότε έστειλε ο Αυστριακός τη σκαμπαβία του να την κατεβάσει. Ύστερα αρμάτωσαν το μίστικο, έβαλαν δικούς τους ναυτικούς και κάνανε πανιά να κυνηγήσουν τους κουρσάρους, που μάθανε πως βρίσκονταν σε εκείνα τα νερά. Συναντήθηκαν όμως με ένα Τούρκικο, και αυτό τους έπιασε και τους οδήγησε στη Ρόδο, να ξεκαθαρίσει τι σόι ήταν αυτό το καράβι. Φωνάζει ο πασάς το μούτσο να τον ανακρίνει.

    -Έχει, μπρε τζογλάνι, κανόνια στα Ψαρά;

    -Έχει πολλά, πασά μου, του αποκρίνεται ο μούτσος.

    Βγάζει ο πασάς και δίνει στο παιδί πενήντα παράδες για μπαξίσι. Τους Αυστριακούς, αφού τους παίνεψε για την προθυμία τους να κυνηγάνε τους κλέφτες, τους έκανε ρεγάλα και τους κατευόδωσε. Γυρίσανε στη Λέρο και τότε το αυστριακό, η κασιώτικη γολέτα και το μίστικό μας, σήκωσαν πανιά. Εμείς πάντα στα σίδερα. Περάσαμε από την Αστυπάλαια και ο Αυστριακός πρόσταξε να βγάλουν από το αμπάρι το πλήρωμα του κασιώτικου και το άφησε ελεύθερο, εκτός από τον καπετάνιο που τον κράτησε μαζί μας. Σαλπάραμε και ιδέα δεν είχαμε σε ποια νερά αρμενίζαμε, κλεισμένοι στα σκοτεινά στο αμπάρι. Παρηγοριόμαστε όμως και λέγαμε πως θα μας ξεμπαρκάρει και εμάς σε κανένα δικό μας λιμάνι, όπως έκανε με τους Κασιώτες. Τέλος πάλι φουντάραμε και μάθαμε πως βρισκόμαστε στη Σμύρνη. Τότε απελπιστήκαμε.

    Πέρασαν έξι ημέρες. Μας βγάζουν από το αμπάρι, μας λύνουν τα σίδερα και μας πάνε σε μια αυστριακή φρεγάτα. Ήταν η ναυαρχίδα τους. Μας κοίταξε ο ναύαρχος και έπειτα μας ρώτησε αν κανένας από μας ξέρει να κάνει τον πιλότο στα νερά του Αιγαίου.

    -Όλοι μας ξέρουμε του αποκριθήκαμε, αλλά δεν πάμε πιλότοι γιατί επιθυμούμε να γυρίσουμε στην πατρίδα μας. Ένας μονάχα δέχτηκε, αλλά ήταν από την Πάτμο και όχι Ψαριανός. Τον κράτησε και πρόσταξε εμάς τους άλλους να μας χώσουν στη φυλακή. Τότε απομείναμε είκοσι από το μίστικο και ο Κασιώτης καπετάνιος. Πέρασαν είκοσι πέντε ημέρες. Έρχονται, μας βγάζουν και μας κατεβάζουν σε μια φελούκα.

    -Που μας πάτε; Τους ρωτάμε.

    -Θα σας βάλουμε στη γολέτα να σας πάμε στα Ψαρά.

    Μέσα στη φελούκα βρισκόταν και ένας μούτσος που ήταν χριστιανός σαν εμάς.       

    Μας λέει κρυφά: Μην τους πιστεύετε, θα σας ξεμπαρκάρουν στη Σμύρνη. Αρχίσαμε να φωνάζουμε και ζητούσαμε τα άρματά μας να πεθάνουμε πολεμώντας.

    -Μη φοβάστε, μας λένε, είσαστε καλοί άνθρωποι και οι Τούρκοι δε θα σας πειράξουν.

    Λογαριάσαμε πως εμείς χανόμαστε και τους παρακαλέσαμε να κρατήσουν το παιδί, να μην το αλλαξοπιστήσουν οι Τούρκοι. Αλλά ούτε και αυτό το δέχτηκαν. Συνοδεία από δύο άλλες φελούκες, γεμάτες αρματωμένους Αυστριακούς, μας έβγαλαν στην ξηρά και μας παρέδωσαν στον πασά. Πρόσταξε να μας δέσουν με σίδερα και μας έριξε στο μπουντρούμι. Την άλλη ημέρα με φώναξε ο πασάς και με ρώτησε πως μας έπιασαν οι Αυστριακοί. Αφού του ανιστόρησα τα καθέκαστα με ρώτησε : Έχετε Τούρκους στα Ψαρά; Έχουμε, του αποκρίθηκα, και δίνουν πέντε Τούρκους για κάθε έναν από μας. Συλλογίστηκε και είπε: Σας αγόρασα από τους Αυστριακούς για είκοσι οχτώ χιλιάδες τάλιρα. Θα γράψω στην Ισταμπούλ στο Ντιβάνι και εκείνο θα αποφασίσει για την τύχη σας.

    Μείναμε σαράντα πέντε ημέρες στα σίδερα. Εκεί που τρώγαμε, εκεί αποπατούσαμε. Καθημερινά ερχόταν και μα έβλεπε ο δραγουμάνος του Γαλλικού Προξενείου και μας παρηγορούσε. Μια ημέρα ο τσαούσης μας λέει: Ήρθε σουλτανικό φερμάνι να σας πάμε στην Ισταμπούλ.

    Με την άδεια του πασά μας έφεραν οι χριστιανοί φορέματα και ντυθήκαμε, γιατί οι Αυστριακοί μας τα άρπαξαν καθώς είμαστε πάνω στο καράβι. Μας έβγαλαν από το μπουντρούμι και μας έδεσαν με μια ψιλή αλυσίδα από το λαιμό τον έναν πίσω από τον άλλον. Η άκρη της αλυσίδας κρεμόταν από τη σέλα του τσαούση και ακολουθούσαν άλλοι καβαλάρηδες. Μας χτυπούσαν με το βούρδουλα να περπατάμε γρήγορα και εμείς τρέχαμε να προλάβουμε. Νυχτώσαμε σε ένα χωριό ίσα με τέσσερις ώρες από τη Σμύρνη. Την άλλη ημέρα μας βίαζαν πάλι να περπατήσουμε. Αλλά εμείς ύστερα από τόσον καιρό στα σίδερα είμαστε ξέπνοοι και δεν μπορούσαμε να ακολουθήσουμε. Έφεραν τότε ζώα και μας έβαλαν, χωρίς όμως να μας λύσουν την αλυσίδα από το λαιμό. Τα ζώα άλλοτε πήγαιναν πιο σιγά και άλλοτε τρέχανε και καθώς είμαστε δεμένοι μας έριχναν κάτω και μας έσερναν. Με τέτοια βάσανα φτάσαμε στη Μαγνησία και μείναμε τη νύχτα. Έπειτα από έντεκα ημέρες κακοπάθεια, ήρθαμε τέλος στα Μουδανιά με την ψυχή στο στόμα.

    Όταν ξεκινήσαμε από τη Σμύρνη συμφωνήσαμε μόλις βρούμε ευκαιρία να το σκάσουμε, γιατί καταλαβαίναμε πως έτσι ή αλλιώς είμαστε χαμένοι. Σε έναν τόπο όπου σταματήσαμε να περάσουμε μια νύχτα, μας πλησίασε κάποιος γέρος χριστιανός. Μας έδειξε συμπόνια και εμείς τον παρακαλέσαμε να φωνάξει έναν παπά να εξομολογηθούμε. Την άλλη ημέρα ήρθε πολύ πρωί και μας είπε πως παπά δε βρήκε, αλλά μας έφερε αντίδωρο της Μεγάλης Πέμπτης.

    -Φάτε το, μας λέει, και εγώ παίρνω πάνω μου τις αμαρτίες σας. Το φάγαμε. Τότε μας λέει: Εκείνο που έχετε στο νου σας, να μην το βγάλετε και ο Χριστός και η Παναγιά θα σας ελευθερώσουν. Μας το είπε πολλές φορές. Αλλά εμείς μην ξέροντας τι άνθρωπος είναι, του απαντούσαμε πως δεν έχουμε τίποτα στο νου μας. Όταν ξεκινήσαμε, μας ακολούθησε λίγο δρόμο και όλο μας έλεγε: Εκείνο που έχετε στο νου σας να μην το βγάλετε και ο Χριστός και η Παναγιά θα σας ελευθερώσουν.

    Στα Μουδανιά μας μπαρκάρισαν σε ένα καΐκι, σε αυτήν εδώ την αλαμάνα που βλέπετε. Ο καπετάνιος και το πλήρωμά του – αυτοί εδώ – είναι χριστιανοί. Φεύγανε με φορτίο για την Πόλη και τους ανάγκασαν να μας πάρουν στο καράβι τους. Μπάρκαραν και είκοσι γενίτσαρους να μας φυλάνε. Μας έκλεισαν στο αμπάρι δεμένους με σίδερα. Σαλπάραμε. Περνώντας το Μποζ Μπουρούν σηκώθηκε, για καλή μας τύχη, ενάντιος άνεμος και

ποδίσαμε. Αυτοί  έστειλαν δυο γενίτσαρους στην Πόλη να δώσουν την είδηση πως μας φέρνουν για να πάρουν το μπαξίσι.   

    Όσο βρισκόμαστε φουνταρισμένοι στο Μποζ Μπουρούν, λέω στους συντρόφους μου: Μας πάνε για θάνατο. Δε μας απομένει άλλο εκτός να λυθούμε και να σκοτώσουμε τους γενίτσαρους. Είτε σωνόμαστε είτε μας παίρνει ο χάρος και γλιτώνουμε από περισσότερα βάσανα. Όλοι το δέχτηκαν εκτός από ένα Φωκιανό. Αυτός είχε συγγενείς στην Πόλη και ήλπιζε να τον βοηθήσουν.

    -Πρώτα σκοτώνουμε εσένα, του λέω, και ύστερα τους Τούρκους. Τότε σώπασε.

    Δε βάλαμε όμως αμέσως σε πράξη την απόφασή μας, γιατί ολόγυρά μας βρίσκονταν αραγμένα άλλα εφτά τούρκικα καΐκια. Άλλαξε τέλος ο καιρός και όλα σηκώσανε πανιά με πλώρη για την Πόλη. Σαν ήρθε η νύκτα, αρμενίζαμε ανοιχτά από τον Αϊ-Στέφανο. Βοηθώντας ο ένας τον άλλον, λυθήκαμε από τα σίδερα. Πρώτος βγήκα εγώ στην κουβέρτα και πίσω μου οι άλλοι. Ριχτήκαμε με γυμνά τα χέρια πάνω στους γενίτσαρους και άλλους σφάξαμε με τα ίδια τους τα άρματα και άλλους τους πετάξαμε στη θάλασσα. Χάλαγαν, καθώς παλεύαμε, τον κόσμο στις φωνές και από τα άλλα καΐκια θα τους άκουσαν αλλά κανένα δεν κινήθηκε. Το πλήρωμα της αλαμάνας δεν το πειράξαμε μια και ήταν χριστιανοί. Μόνο που το προστάξαμε να κατεβεί στο αμπάρι. Αφού καταλάβαμε το καράβι, αλλάξαμε πορεία, να κατεβούμε το Μαρμαρά, να περάσουμε το μπογάζι και να βγούμε στο Αιγαίο.

    Το πρωί της άλλης ημέρας, το πλήρωμα της αλαμάνας μας παρακάλεσε να το αφήσουμε στα Αγανοχώρια. Αλλά τότε είδαμε ένα αυστριακό πλοίο γραμμής και σκεφτήκαμε να το πάρουμε με ρεσάλτο, να βγούμε με αυτό από τα Στενά και να παρατήσουμε το καΐκι μας στους Μουδανιώτες χριστιανούς, να πάνε όπου ο θεός τους φώτιζε. Φύσαγε όμως δυνατή όστρια και τα κύματα ήταν τόσο φουσκωμένα, που δεν μπορούσαμε να πετύχουμε το σκοπό μας.

    Πέντε ημέρες αρμενίζαμε και μας σώθηκε το νερό. Φουντάραμε στο Παλατάρι. Βάλαμε στα κεφάλια μας μπλε σερβιέτες να περάσουμε για ραγιάδες και το Φωτεινό, που ήξερε καλά τα τούρκικα, τον ντύσαμε με τα ρούχα των σκοτωμένων. Βγήκαμε κάμποσοι στο χωριό και συναντήσαμε έναν Τούρκο χωριάτη.

    -Χαϊρολά, του λέει ο Φωτεινός.

    -Χαϊρολσούν, μας αποκρίνεται.

    Αγαθός άνθρωπος καθώς ήταν δεν έβαλε κακό στο νου του, μας έδειξε με μεγάλη προθυμία που θα βρούμε νερό και μας φίλεψε καρπούζια από το μποστάνι του. Μας ρώτησε που πάμε.

    -Στην Τένεδο, του αποκρίνεται ο Φωτεινός.

    -Τζάνουμ, εκεί είναι κλέφτες στις θάλασσες και να έχετε το νου σας.

    Αφού του δώσαμε πολλές ευχές και εκείνος μας ευχήθηκε να μας παραστέκει στο δρόμο μας ο Αλλάχ, ανεβήκαμε στην αλαμάνα και σηκώσαμε πανιά. Μπήκαμε στο μπογάζι και περάσαμε έξω από τη Λάμψακο δίχως να μας υποψιαστούν. Ήταν νύχτα όταν φτάσαμε στο στενό του Τσανάκ-καλεσί. Ακούσαμε από το κάστρο της Ανατολής να μας φωνάζουν να φουντάρουμε, να μη βγούμε νύχτα από τα Δαρδανέλια. Αλλά εμείς κάναμε τον κουφό και ετοιμαστήκαμε να πολεμήσουμε αν μας κυνηγούσαν με φελούκες. Οι Τούρκοι, όταν είδαν πως δεν ακολουθήσαμε την προσταγή τους, άρχισαν να μας βρίζουν και να μας φοβερίζουν. Μας έριξαν και δυο κανονιές που τρύπησαν τα πανιά μας. Από το αντικρινό κάστρο, ακούγοντας αυτό το σαματά, μας ρίχνουν και αυτοί μια κανονιά. Αλλά εμείς, με γεμάτα τα πανιά μας βγαίνουμε από τα Στενά, φωνάζοντας όλοι

μαζί: Ζήτω η λευτεριά.

    Είπαμε πως πια σωθήκαμε και κάναμε σαν τρελοί από τη χαρά μας. Αλλά περνώντας από τα νησάκια Μαυριές, αντικρίζουμε ολόκληρη την αρμάδα. Μια φρεγάτα στρέφεται καταπάνω μας να δει τι είμαστε. Υψώνουμε την τούρκικη σημαία, που στο μεταξύ είχαμε κατεβάσει. Μας παράτησε. Περάσαμε ανάμεσα από τα τούρκικα και αράξαμε στην Τένεδο, στης Ποριάς το λιμάνι. Σαλπάραμε τέλος και από εκεί και τραβώντας για τα Ψαρά συναντηθήκαμε, αδέρφια, μαζί σας. Για Τούρκους μας κυνηγήσατε και εμείς για Τούρκους σας περάσαμε, είπε γελώντας ο Σταματάρας».

    Όταν αυτοί οι Ψαριανοί έφτασαν στο νησί τους, τους είδαν σαν αναστημένους. Οι οικογένειές τους, αφού τους έκλαψαν για πεθαμένους, τους είχαν κάνει μνημόσυνα και μοιράσανε και κόλλυβα για τις ψυχές τους. Τους κοίταζαν πια σαν να γεννήθηκαν δυο φορές. Και αυτοί ορκίστηκαν να μην κόψουν τα γένια τους πριν πάρουν εκδίκηση από τους αυστριακούς, που τους παρέδωσαν στους Τούρκους.



Πηγή: Δημήτρης Φωτιάδης, Ιστορία 4 Κανάρης.