Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Η ΦΡΕΓΑΤΑ ΕΛΛΑΣ


Η ΦΡΕΓΑΤΑ ΕΛΛΑΣ 

Δημήτρης Τουτουντζής

Στις 24 Νοεμβρίου 1826, έφτασε στο Ναύπλιο η φρεγάτα «Ελλάς», που ναυπηγήθηκε στη Νέα Υόρκη. Ήταν καράβι 1.660 τόνων, που η καρένα του είχε μάκρος 168 πόδια και το κατάστρωμά του 180. Πίσω από τις μπουκαπόρτες του βρίσκονταν 64 κανόνια των 32 λιτρών, τοποθετημένα σε δύο σειρές. Τα μισά στο «κατάφρακτο πυροβολείο» και τα άλλα μισά στο κατάστρωμα.
    Το όμορφο αυτό καράβι στάθηκε από κατασκευής του άτυχο. Στοίχισε, καθώς θα δούμε, τρεις φορές περισσότερο από όσο έπρεπε και τέλος τινάχτηκε στον αέρα όχι από τον εχθρό, αλλά από ελληνικά χέρια.
    Όταν τα ξεφτέρια μας για τα δάνεια Ορλάνδος και Λουριώτης πήραν εντολή από την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη να φτιάξουν ή να αγοράσουν «8 φρεγάτες Α΄ τάξεως των 44 κανονιών», κοίταξαν μήπως βρουν έτοιμες στο Λονδίνο. Πέτυχαν κάτι μεγάλα τρικάταρτα καράβια της Εταιρείας των Ινδιών, αλλά τα λογάριασαν για παλιά και δυσκίνητα. Αποφάσισαν λοιπόν να παραγγείλουν δύο φρεγάτες στα ναυπηγεία της


Αμερικής. Κάποιον χρειάζονταν να στείλουν να παρακολουθεί τη ναυπήγηση. Και αυτός έπρεπε βέβαια να ήταν αν όχι ναυπηγός, τουλάχιστον θαλασσινός για να γνωρίζει από καράβια. Οι αντιπρόσωποί μας στο Λονδίνο έστειλαν το Γάλλο στρατηγό του ιππικού Lallemand! Του έδωσαν και 120 λίρες μισθό το μήνα, για τις τόσες γνωριμίες που είχε μα τα άλογα και όχι με τις φρεγάτες. Όσο απίστευτο και αν ακούγεται, αυτή είναι η πραγματικότητα.

    Σαν έφτασε ο στρατηγός στη Νέα Υόρκη, φόρεσε τα σπιρούνια του και άρχισε τις διαπραγματεύσεις με δύο εμπορικούς οίκους. Ο ιδιοκτήτης του ενός οίκου, ονόματι Bayard, του φάνηκε άνθρωπος μεγάλης εμπιστοσύνης, γιατί ήταν πρόεδρος του φιλελληνικού κομιτάτου. Αλλά ο θεός να σε φυλάει από τους προέδρους των φιλελληνικών κομιτάτων.

    Οι δύο εμπορικοί οίκοι , αμέσως κατάλαβαν πως ο Γάλλος στρατηγός είχε βαθιά μεσάνυχτα για τη δουλειά που τον έστειλαν. Αφού εξαργύρωσαν ,πριν να βάλουν ούτε ένα μαδέρι στα σκαριά, την επιταγή των 120.000 λιρών που τους έφερε από το Λονδίνο, τον συμβούλεψαν πως θα ήταν πιο συμφερτικό αντί να συμφωνούσαν «κατ’ αποκοπή» το τι θα εστοίχιζαν οι φρεγάτες, να τις έφτιαχναν «επί αποδώσει λογαριασμού βάσει ημερησίας εργασίας». Και από κείνη τη στιγμή άρχισε η λεηλασία. Η «Ελπίς» και ο «Σωτήρ», όπως είχαν ονομάσει τις δύο φρεγάτες άρχισαν να καταβροχθίζουν δολάρια. Ως το τέλος του Νοεμβρίου 1825, που τελείωνε η εξάμηνη προθεσμία της παράδοσής τους είχαν εισπράξει 750.000 δολάρια, ποσό πολύ μεγαλύτερο από όσο θα έπρεπε να κοστίσουν  ετοιμοπαράδοτες. Φτάνει να πούμε πως η αμερικανική κυβέρνηση πλήρωνε για όμοια πολεμικά πλοία 250.000 δολάρια το ένα και τόσο υπολόγιζαν πως θα κόστιζαν και οι αντιπρόσωποί μας στο Λονδίνο. Όταν λοιπόν πήραν την είδηση πως η κάθε φρεγάτα θα στοίχιζε 500.000, το πολύ 550.000 δολάρια και πως θα έπρεπε να στείλουν και άλλες 275.000 δολάρια, πάγωσαν. Πενταράκι δεν είχε μείνει πια από τα δάνεια, αν και στο χαροκαμένο τόπο μας έφτασαν κάτι ψίχουλα μόνο.

    Όταν μαθεύτηκε στην Ελλάδα πως οι δύο φρεγάτες, που τόσες ελπίδες στηρίζαμε σε αυτές, βρίσκονταν αραγμένες στα ναυπηγεία της Νέας Υόρκης και δεν επρόκειτο να σαλπάρουν αν δεν έστελναν και άλλα χρήματα, ξέσπασε το «σκάνδαλο του Λονδίνου» καθώς το ονόμασαν, και ας ήταν ο Ορλάνδος γαμπρός των Κουντουριωταίων. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στείλει τον Σπανιολάκη στο Λονδίνο να ξεκαθαρίσει την υπόθεση. Ο Σπανιολάκης παρακάλεσε τον Αλεξ. Κοντόσταβλο, που ήταν έμπορος στο Λονδίνο, να πάει στην Αμερική και να προσπαθήσει είτε θυσιάζοντας τη μια από τις δύο φρεγάτες να σώσει την άλλη, είτε να τις πουλήσει και τις δύο για να γλιτώσουμε λίγα χρήματα που τόσο αναγκαία ήταν τότε για μας.

    Μόλις οι φιλέλληνες ναυπηγοί της Νέας Υόρκης αντίκρισαν τον Κοντόσταβλο, μεγάλωσαν ξανά τις απαιτήσεις τους. Και επειδή ο Κοντόσταβλος άρχισε να φωνάζει και να τους απειλεί πως θα βγάλει στη φόρα την παλιανθρωπιά τους, τον συμβούλεψαν «φιλικά» να μην κάνει φασαρία, γιατί σύμφωνα με το νόμο «υπέκειτο εις φυλάκισιν και τα σκάφη εις δήμευσιν αν κοινωνιολογηθή ότι προωρίζοντο δι’ εμπόλεμον κράτος», όπως γράφει ο Κωνσταντινίδης.

    Με τα πολλά τέλος ο Κοντόσταβλος και με τη βοήθεια του γερουσιαστή Everret, φίλου του Κοραή, κατάφερε να αγοραστεί από την αμερικανική κυβέρνηση ο «Σωτήρας» για 233.570 δολάρια και 97 σέντσια, δηλαδή 225.000 δολάρια πιο λίγο από όσο μας στοίχισε. Με τα χρήματα αυτά βγήκε τέλος από τα σκαριά η «Ελπίδα», που μας στοίχισε 750.000 δολάρια, δηλαδή τρεις φορές περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε να στοιχίσει.

    Στις 4 Οκτωβρίου 1826 αναχώρησε τέλος η «Ελπίδα» από τη Νέα Υόρκη για την Ελλάδα. Για καπετάνιο είχε τον Gregory και πλήρωμα του σκοινιού και του παλουκιού. Πάνω στη φρεγάτα βρισκόταν και ο Κοντόσταβλος. Στη μέση του ωκεανού οι πιο άθλιοι από το πλήρωμα, συμφώνησαν να καταλάβουν το πλοίο, και να πάνε να το πουλήσουν στην Κολομβία όσο και όσο. Δύο από αυτούς, προσπαθώντας να σκοτώσουν πρώτα τον Κοντόσταβλο, του πετούν με τρόπο ένα τσεκούρι. Αλλά δεν τον πέτυχαν. Τότε ο Gregory, κρατώντας από ένα δίκαννο πιστόλι σε κάθε χέρι, τους φωνάζει: «Όποιος βγει μπροστά τον καίω»! 

    Τέλος η «Ελπίδα», έπειτα από 52 ημέρες πολυτάραχο ταξίδι, φουντάρισε στο Ναύπλιο. Χαιρετίστηκε από το Παλαμήδι με κανονιές, ανέβασε την ελληνική σημαία και ονομάστηκε «Ελλάς». Αλλά ούτε τότε τελείωσαν τα βάσανά της. Βγήκε στη φόρα καινούργιος μπελάς. Το πλήρωμα λογάριαζε να ξεσηκωθεί, να σκοτώσει τον καπετάνιο και να πάει να παραδώσει το πλοίο στον Ιμπραήμ με την ελπίδα να πληρωθεί καλά. Αλλά τους πρόλαβαν. Ανεβαίνει στο πλοίο ο Μιαούλης με τριάντα αρματωμένους και τους λέει: «Είτε βγαίνετε στην ξηρά, είτε σας πετώ στη θάλασσα». Ξεμπάρκαραν και ησύχασαν.

    Στις 6 Δεκεμβρίου, το πλοίο έφτασε στην Αίγινα. Η Διοίκηση τότε πρόσταξε την επιτροπή των Ψαριανών να διαλέξει «έναν επιστάτην προσωρινόν δια να συμπεριλάβει μεθ’ εαυτού και ναύτας εκατόν, τιμίους και αξίους» για να φυλάξουν τη φρεγάτα. Η επιτροπή των Ψαριανών όρισε επιστάτη τον Κανάρη. Τη φύλαξε ώσπου ήρθε ο Μιαούλης που η κυβέρνηση έβαλε καπετάνιο.

    Ο Καποδίστριας έφτασε στο Ναύπλιο τη νύχτα στις 6 Ιανουαρίου 1828 με το εγγλέζικο πλοίο «Warspite», που τιμητικά το συνόδευαν η Γαλλική φρεγάτα «Ήρα» και η Ρωσική «Ελένη». Στις 9 Ιανουαρίου έφυγε για την Αίγινα με το ίδιο πλοίο, συντροφευμένος όχι μόνο από τη Γαλλική και τη Ρωσική φρεγάτα, αλλά και από πολλά δικά μας καράβια και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.

    Ο Καποδίστριας έστειλε στη Σάμο μια μικρή ναυτική δύναμη, για να προλάβει κάθε τυχόν επιχείρηση του εχθρού σε αυτήν, που άντεξε ως τότε σε όλες τις μπόρες. Σε αυτή τη μικρή δύναμη βρίσκονταν και οι δύο μεγάλοι ναυτικοί ήρωες του Εικοσιένα, ο Μιαούλης και ο Κανάρης. Ο πρώτος με τη φρεγάτα «Ελλάς» και ο δεύτερος με το μπουρλότο του.

    Οι Τούρκοι, που έχασαν το μεγαλύτερο μέρος της αρμάδας τους στο Ναβαρίνο, άρχισαν αμέσως να ναυπηγούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν καινούργια καράβια, που τόσο τα είχαν ανάγκη. Στη Μυτιλήνη έβαλαν στα σκαριά μια κορβέτα των 22 κανονιών. Όταν ο Μιαούλης έμαθε πως ήταν πια έτοιμη και όπου να είναι θα σαλπάριζε για τα Στενά, σήκωσε πανιά και στι2 22 Μαΐου φουντάρισε ανατολικά της Τενέδου, για να της στήσει καρτέρι.

    Οι Τούρκοι της Τενέδου, βλέποντας την φουνταρισμένη φρεγάτα και μην ξέροντας τι πλοίο είναι, καθώς δεν είχε υψώσει σημαία, έστειλαν στις 24 Μαΐου τον αντιπρόξενο της Ολλανδίας να μάθει. «Επειδή», λέει ο Μιαούλης, «έβλεπον πλέον ασύμφορον εις τον σκοπό μας το να παραμείνωμεν εκεί, ανήχθημεν εκείθεν περί μέσην νύκτα, και διευθυνόμεθα προς το ακρωτήριον Μπαμπά». (Από γράμμα του Μιαούλη στον Καποδίστρια με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1828 που δημοσιεύτηκε στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 29/8/1828. Από το ίδιο γράμμα είναι παρμένα και όλα τα αποσπάσματα που αναφέρουμε παρακάτω). Την άλλη ημέρα ξημερώθηκε η φρεγάτα μας έξω από τον κάβο, που βρίσκεται αντίκρυ από τη Μυτιλήνη. Και να , από την αυγή είδαν

δύο πλοία, το ένα τρικάταρτο και το άλλο δικάταρτο. Αμέσως κατάλαβαν πως το μεγαλύτερο ήταν η κορβέτα που περίμεναν και γεμίζοντας όλα τα πανιά βάζουν πλώρη καταπάνω του.

    Οι Τούρκοι του κάστρου του Καραμπαμπά κάνουν με καπνούς σινιάλα στα δύο πλοία να τρέξουν να προστατευθούν κάτω από τα κανόνια της στεριάς. Τότε ο Μιαούλης, όπως γράφει: «Διά να μη διακινδυνεύσω λοιπόν το δίκροτον (το «Ελλάς»), εις το αλίμενον αυτό και τραχύ ακρωτήριον, έκρινα εύλογον να καλέσω τον Κ. Κανάρην εκ Σάμου, δια να τα καύσωμεν διά του πυρπολικού».

    Μόλις πήρε την είδηση του Μιαούλη ο Κανάρης, σήκωσε δίχως καθυστέρηση πανιά και στις 29 Μαΐου έφτασε στον Καραμπαμπά όπου βρήκε τη φρεγάτα μας να παραφυλάει τα τούρκικα. Ο Μιαούλης εξήγησε στον Κανάρη τις δυσκολίες που είχε και του ζήτησε να κάψει με το μπουρλότο την κορβέτα. Ο Κανάρης, αν και έβλεπε πόσος ήταν ο κίνδυνος, καθώς θα χτυπιόταν και από τα δύο καράβια του εχθρού και από το κάστρο, δέχτηκε με μεγάλη προθυμία.

    Την άλλη ημέρα, 30 Μαΐου, στις 4 το απόγευμα, με ευνοϊκό άνεμο, βγήκε μπροστά η φρεγάτα μας και άνοιξε χοντρή φωτιά. Έπειτα, μέσα από τους καπνούς, ξεπρόβαλε το μπουρλότο του Κανάρη, με απλωμένα όλα τα πανιά, κύρια και βοηθητικά. Γύρω του κόχλαζε η θάλασσα όχι μόνο από τις μπάλες, αλλά και από τα βόλια. Τις μπαταριές των κανονιών ακολουθούσαν οι μπαταριές των καριοφιλιών. «Με την συνήθην του ευτολμίαν», καθώς γράφει ο Μιαούλης, κολλάει ο Κανάρης το μπουρλότο του στην πλώρη του τρικάταρτου. Ρίχνονται όλοι στη σκαμπαβία του μπουρλότου, βάζουν φωτιά, τινάζονται οι φλόγες τυλίγοντας την κορβέτα. Άλλοι από το πλήρωμα πηδάνε στη θάλασσα να σωθούν και άλλοι οι πιο τολμηροί πιάνουν τις τρόμπες. Τρέχουν από παντού βάρκες και καταφέρνουν να δέσουν, ρίχνοντας γάντζους με σχοινιά στο μπουρλότο και ρεμουλκόντας το να το απομακρύνουν. Η κορβέτα σώθηκε προσωρινά, με μεγάλες ζημιές στα πανιά, στα ξάρτια και στο κατάστρωμα. Την άλλη ημέρα αποφασίζει ο Μιαούλης να το αποτελειώσει με τα κανόνια της φρεγάτας μας. Καταμεσήμερο, με μέτριο άνεμο, πλησιάζει. Με την πρώτη ομοβροντία της μιας πλευράς, με 32 κανόνια των 32 λιτρών, καταστρέφει τα άλμπουρα, τις αντένες, τις σκαλιέρες, και τα κρεμασμένα

ξάρτια. Στρέφει και αδειάζει τα κανόνια της άλλης πλευράς, γκρεμίζοντας τις υπερκατασκευές της πρύμης και τρυπώντας το σκάφος στα βρεχάμενα. Αρχίζει να κάνει νερά και με την τρίτη ομοβροντία τη βουλιάζει. Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι προσαράζουν το δικάταρτο στα ρηχά για να το σώσουν. Την άλλη ημέρα ο Μιαούλης, βλέποντας ότι οι Τούρκοι το ξεκάθισαν και το αγκυροβόλησαν, πλησιάζει και με μια ομοβροντία το βουλιάζει. Την πρώτη Ιουνίου η φρεγάτα μας συναντάει ένα μικρό πλοίο γραμμής με γαλλική σημαία. Από τον καπετάνιο του μαθαίνουν οι δικοί μας πως μόνο μέσα στην κορβέτα χάθηκαν ως 140 Τούρκοι.

    Ας δούμε όμως το τέλος της φρεγάτας μας.

    Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια, ο Μαυροκορδάτος, είχε αποτραβηχτεί στην Τήνο περιμένοντας την ώρα του. Όταν αισθάνθηκε ισχυρός, έχοντας τη συγκατάθεση όχι μόνο της Αγγλίας αλλά και της Γαλλίας να φύγει από τη μέση ο Καποδίστριας, αμέσως έβαλε μπρος τη φαναριώτικη μηχανή της δολοπλοκίας. Αφού ξεσήκωσε τη Σύρο, ήρθε στην Ύδρα, όπως έκανε και το 1823 στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο. Τον οδηγούσε, καθώς γράφει ο Βερναρδάκης, «πάθος άγριον και θηριώδες, μη φρίξαν ενώπιον του εμπρησμού του εθνικού στόλου, μη οπισθοχωρήσαν ενώπιον της αναρχίας». Σαν έφτασε στην Ύδρα έβαλε τους Κουντουργιωταίους, Δ. Βούλγαρη, Μ. Τομπάζη, Β. Μπουντούρη, Α. Κριεζή, Ν. Οικονόμου και το Μιαούλη να φτιάξουν μια «συνταγματική επιτροπή». Από εκείνη τη στιγμή η Ύδρα ξεκίνησε ανταρσία μην υπακούοντας σε τίποτα την κυβέρνηση. Ένας καινούργιος εμφύλιος πόλεμος άρχιζε.

    Στα χρόνια της επανάστασης, όπως είδαμε, όλα τα καράβια ήταν ιδιόκτητα. Στον καιρό του Καποδίστρια, ο στόλος έγινε εθνικός, έχοντας για ναύσταθμο τον Πόρο. Μια και ο Μιαούλης και ο Σαχτούρη, που είχαν τα ανώτερα αξιώματα, ξεσηκώθηκαν ενάντια στην κυβέρνηση, την αρχηγία την πήρε ο Κανάρης. Πήρε λοιπόν εντολή να ετοιμάσει τα καράβια, για να πάνε στη Σύρο για να επιβάλλουν την τάξη. Όταν αυτό το γεγονός μαθεύτηκε στην Ύδρα, η «συνταγματική επιτροπή» με το Μαυροκορδάτο συγκεντρώθηκε στο σπίτι του Μιαούλη.

    Γράφει ο Κασομούλης: «Συλλογιζόμενοι σοβαρώς οι πρόκριτοι τι να αποφασίσουν και σκυθρωπάζοντας, ο Μαυροκορδάτος παρουσιάσας εν γράμμα ενός φίλου του από Ναύπλιον τους λέγει ότι το μόνον σωτήριον ήτον δια αυτούς να καταλάβουν τα εις τον Πόρον πολεμικά πλοία». Το αποφάσισαν.

    Πρώτος ξεκίνησε ο Αντώνης Κριεζής, στις 14 Ιουλίου 1831, με εξήντα ναυτικούς. Γράφει ο Αλέξανδρος Κριεζής: «Έκαμαν ζάπτει την φεργάτα η Ελλάς, συνεννοούμενοι και με όσους εφύλαττον την φεργάταν». Ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης, ο Σαχίνης και ο Μαυροκορδάτος, που με άλλους διακόσιους ως τρακόσιους παραφύλαγαν έξω από τον Πόρο, αμέσως μπήκαν στο στενό και πιάσανε την κορβέτα «Ύδρα», το μπρίκι «Σωτήρας» και το ατμοκίνητο «Καρτερία». Ο Κανάρης έτυχε να βρίσκεται στην κορβέτα «Νήσος των Σπετσών», που έκανε επισκευές. Πάει ο Σαχτούρης και του λέει: καπετάν Κωνσταντή, δεν έρχεσαι πάνω στο ναύαρχο να συμβιβαστείτε για να μην έχετε ύστερα μπερδέματα;

    «Ο Μιαούλης», γράφει ο Ευαγγελίδης, «μετεχειρίσθη πάσαν δυνατήν πειστική τέχνην, όπως προσυλητίση υπέρ της συνταγματικής μερίδος τον έτερον δαφνοστεφή ήρωα Κ. Κανάρην, κυβερνήτην της κορβέτας αι Σπέτσαι. Εις μάτην όμως, ο γενναίος ψαριανός ήν φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος, εις ο παρέμεινε πιστός καθ’ όλον αυτού τον βίον, και προσέκειτο τω Κυβερνήτη, μεθ’ όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής».   

 Και ο Αλέξανδρος Κριεζής λέει: «Εβάσταξεν ο κανάγιας και πάντοτε με πονηρίαν εζητούσε ο Κανάρης να τους φύγη. Τον επήραν μέσα εις την φεργάταν παρακαλώντας τον, ο Μαυροκορδάτος, ο Μιαούλης δια να γυρίση μαζί τους και δεν εστάθη τρόπος. Και είμασθεν και ημείς εις αυτήν την παρακέλευσιν».

    Ούτε βέβαια «κανάγιας» ήταν ο Κανάρης και ούτε «φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος». Ήταν πάνω από όλα Έλληνας πατριώτης. Τα έργα του Μαυροκορδάτου τα γνώριζε πολύ καλά.

    Ο καπετάν Ζάκας, μη μπορώντας να βλέπει το παράξενο οι κεφαλές της Ύδρας να παρακαλούν τον Κανάρη και αυτός να αρνιέται, φωνάζει: Ντροπή μας να παρακαλάμε ποιόν; Έναν μπουρλοτιέρη!

    -Για κοίτα εκεί, λέει κάποιος άλλος Υδραίος καπετάνιος, που δεν τον πιάνουμε να τον βάλουμε στα σίδερα!

    Ο Αντώνης Κριεζής του αποκρίνεται: Αυτό δεν είναι δικιά μας δουλειά.

    Σαν είδε ο Μιαούλης πως δεν ήταν τρόπος να αλλάξει τη γνώμη του Κανάρη, προστάζει να τον κλείσουν στο αμπάρι. Έπειτα όμως από λίγο μετάνιωσε και τον άφησε ελεύθερο να τριγυρνάει πάνω στη φρεγάτα. Την άλλη ημέρα την αυγή, ο Κανάρης βρίσκει την ευκαιρία, μπαίνει σε μια βάρκα και το σκάει. Πάει στην Αίγινα, αρματώνει όπως μπόρεσε δύο καράβια, και τα έφερε να μπλοκάρει το Μιαούλη, μαζί με το Ρώσο ναύαρχο Ρίκορντ, με τη ναυαρχίδα του «Πριγκιπέσα Λόβιτς» και δύο μπρίκια, τον «Τηλέμαχο» και τον «Οδυσσέα». Έφτασαν το δειλινό στις 16 Ιουλίου και έκλεισαν το βορεινό άνοιγμα του στενού του Πόρου που βλέπει προς τα Μέθανα, ενώ ένα τάγμα του ταχτικού πεζικού έπιασε τον Γαλατά απέναντι από την πολιτεία του νησιού. Λοχαγός σε αυτό το τάγμα ήταν ο Κασομούλης ο οποίος και διηγείται τα γεγονότα.

    Οι Ποριώτες, μόλις ο Μιαούλης κατέλαβε τα καράβια, ξεσηκώθηκαν και αυτοί ενάντια στον Καποδίστρια με αρχηγό το Χριστόδουλο, ωραίον άντρα και καλόν αγωνιστή. Ο Χριστόδουλος, σαν έμαθε πως με το στρατό, που έπιασε το Γαλατά βρισκόταν και ο παλιός του φίλος ο Κασομούλης, ζήτησε να τον δει με την ελπίδα να του αλλάξει τη γνώμη. Συναντήθηκαν αλλά όμως δεν μπόρεσε να αλλάξει τη γνώμη του Κασομούλη.

    Στις 19 Ιουλίου, έφτασε ο Καλλέργης με την καβαλαρία και έπιασε τα Μέθανα. Στις 20 ήρθε στο Γαλατά το τάγμα του ταχτικού πεζικού του Μαλάμου και εκατόν πενήντα Κρανιδιώτες με το Νικηταρά τον τουρκοφάγο, που πήρε και την αρχηγία. Στις 23 του ίδιου μήνα, έριξαν άγκυρα στον Πόρο και οι διοικητές της Αγγλικής και της Γαλλικής μοίρας, Λάιονς και Λαλάντ. Το απόγευμα της άλλης ημέρας ο Μιαούλης, σύμφωνα με όσα γράφει η εφημερίδα «Απόλλωνας» του Πολυζωίδη, ανέβηκε στη φρεγάτα του Λαλάντ, όπου βρίσκονταν ο Εγγλέζος μοίραρχος Λάιονς και ο κυβερνήτης του Ρωσικού μπρικιού «Τηλέμαχος» σαν αντιπρόσωπος του Ρίκορντ. Του ζήτησαν να παρατήσει τα καράβια, εκείνος όμως τους αποκρίθηκε πως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί τα κρατούσε έπειτα από απόφαση του κοινού της Ύδρας.

    -Αν θελήσετε, τους λέει, να τα πάρετε με τη βία, θα τα κρατήσω μέχρι τέλους.

    Ο Γάλλος και ο Εγγλέζος, που δεν είχαν την παραμικρή βέβαια όρεξη να πιέσουν τον Μιαούλη να παρατήσει τα πλοία, πρόβαλαν, για να κερδίσουν χρόνο, να μείνουν τα πράγματα όπως ήταν ώσπου να πάνε στο Ναύπλιο να συμβουλευτούν τους αντιπρεσβευτές τους και να γυρίσουν με τις οδηγίες τους. Το δέχτηκε ο Μιαούλης.

    Την άλλη ημέρα, κατά τις 6 το βράδυ, τα κυβερνητικά στρατεύματα πέρασαν το στενό και ξεμπάρκαραν στον Πόρο. Καθώς έκαναν να προχωρήσουν κατά την πόλη, τους

περίμενε ο Χριστόδουλος με τους δικούς του. Με γυμνό το σπαθί του τράβαγε μπροστά και εκεί αλλοίμονο, τον βρήκε ο θάνατος από αδερφικό βόλι. «Όλοι έκλαυσαν τον άνδρα», γράφει ο Κασομούλης, «και εκείνοι και ημείς, δια τας αρετάς του». Μέσα στην πολιτεία ξέσπασε μεγάλη ταραχή. Γυναίκες, παιδιά, αρματωμένοι έτρεχαν φωνάζοντας αρβανίτικα: Έρδε μπρένδα λιάπη! (Μπήκανε οι Λιάπηδες!).

    Οι κυβερνητικοί όμως σταμάτησαν για να μη βρεθούν κάτω από τα κανόνια της «Ελλάδας», και τότε ,όλη εκείνη την νύχτα, ο κόσμος μπαίνοντας σε καΐκια έφευγε για την Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Πόρος ερημώθηκε από τον πληθυσμό του. Έμειναν μόνο οι αρματωμένοι.

    Ως εκείνη την ώρα, η είσοδος του στενού που βρίσκεται προς τα Τσελεβίνια, παρέμενε ανοιχτή για το Μιαούλη. Από αυτήν έρχονταν τα καΐκια από την Ύδρα και του έφερναν ειδήσεις και τροφές. Στις 26 όμως Ιουλίου, το ρωσικό μπρίκι «Τηλέμαχος» και μια σαλούπα (μικρότερο ιστιοφόρο) αγκυροβολούν έξω από το μικρό νησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου, το μπούρτζι του Πόρου, εμποδίζοντας το πέρασμα. Ο Μιαούλης βλέποντας να τον μπλοκάρουν από παντού, παίρνει την απόφαση να χτυπήσει πρώτος τους Ρώσους, αν δεν θελήσουν να απομακρυνθούν. Ας αφήσουμε όμως τον Κασομούλη να μας ιστορήσει τα όσα έγιναν: «Μόλις απάτησε εις το νησί ο Φαλάγγας, και φωνάζουν αμέσως εκ της κορβέτας (η νήσος των Σπετσών) και από το φρούριον (που βρισκόταν επάνω στο νησάκι), να σηκωθεί η σαλούπα εκείθεν ή ότι θα τους χτυπήσουν. Οι Ρώσοι όμως, οίτινες ούτε εδειλίαζον ούτε χρεωστούσαν να υπακούσουν, δεν τους έδιναν σημασίαν. Ιδόντες οι αποστάται ότι ούτε καν γύριζαν να τους ιδούν, αμέσως στρέψαντες τα δύο πυροβόλα εκ του επιθαλασσίου και τα της κορβέτας κατά της σαλούπας, μόλις επυροβόλησαν καταπάνω της, την ιδίαν στιγμήν εκραγέν το πυρ πανταχόθεν, και από τον Πόρον και από όλα τα υπ’ αυτούς πλοία, κατά των Ρωσικών και του Τυπικού σώματος, ηνάγκασαν να ανοίξουν και αυτοί τον πόλεμον γενικώς».

    Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες ώρες με μεγάλη επιμονή και από τα δύο μέρη. Σκοτώθηκαν πάνω στην κορβέτα 14 και μερικοί Ρώσοι στη σαλούπα και στον «Τηλέμαχο».

    Έπειτα από τούτη τη ναυμαχία, οι Υδραίοι ναύτες βλέποντας πως έχαναν τη ζωή τους από τις κακές αποφάσεις των αρχηγών τους, άρχισαν ανά 10, ανά 20 να λιποτακτούν κρυφά, όσοι δε έμειναν ζητούσαν μισθό από το Μιαούλη και το Μαυροκορδάτο. Σε δύο ημέρες δεν είχαν μείνει περισσότεροι από εκατόν πενήντα. Με τόσους λίγους ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης και ο Σαχίνης όχι μόνο δεν μπορούσαν να κρατάνε ετοιμοπόλεμα τα καράβια, αλλά δυσκολεύονταν και να τα κουμαντάρουν. 

    Την άλλη ημέρα δύο ρωσικά πολεμικά, ο «Οδυσσέας» και ο «Τηλέμαχος», μαζί με τα δύο καράβια που έφερε ο Κανάρης, φτάσανε κάτω από το μοναστήρι και προχωρώντας πέρασαν την είσοδο του στενού και φουντάρισαν ανατολικά από το μπούρτζι. Πρώτος άνοιξε φωτιά ο «Οδυσσέας» και έπειτα τα άλλα. Χτυπούσαν το μπούρτζι, την κορβέτα «η νήσος των Σπετσών» και τον «Αχιλλέα», τα οποία και αντιπυροβολούσαν. Ο Μιαούλης γράφει πως ο καπετάνιος της «Νήσου των Σπετσών» είχε προσταχθεί να κάψει σε ώρα ανάγκης το πλοίο και να αποσυρθεί στο φρούριο, όπως και έπραξε. Ο Κασομούλης όμως λέει πως ο «Οδυσσέας» με βολή κατόρθωσε να πυρπολήσει την κορβέτα. Όπως και αν έγινε, ένας μονάχα σκοτώθηκε και δύο πληγώθηκαν από τους δικούς μας και τέσσερις πληγώθηκαν στον «Οδυσσέα», που έπαθε και αρκετές αβαρίες στα βρεχάμενα. Αναγκάστηκε λοιπόν να αποτραβηχτεί, να κάνει το γύρο του νησιού και να αράξει μπροστά από τις ρωσικές αποθήκες για επισκευαστεί. Απέτυχε και η

προσπάθεια των κυβερνητικών να καταλάβουν το μπούρτζι. 

    Στις 31 Ιουλίου, ανεβαίνει ο Σαχίνης στο γαλλικό μπρίκι «Grenadier», που με κυβερνήτη τον Βάλιαν είχε φτάσει πριν από δύο ημέρες και βρισκόταν φουνταρισμένο κοντά στα ρωσικά, να του πει πως ο Μιαούλης πήρε απόφαση να τινάξει στον αέρα την «Ελλάδα» και όλα τα άλλα καράβια. Ο Κασομούλης, που αναρωτιέται γιατί οι Υδραίοι αποφάσισαν να κάψουν το στόλο, γράφει: «Φαίνεται ότι οι πρόσφυγες πολιτικοί συνένοχοι (Μαυροκορδάτος & Σία) διά να τους ενοχοποιήσουν περισσότερον τους έβαλαν αυτήν την ιδέαν».

    Ζητούσαν δηλαδή να κόψουν όλες τις γέφυρες, για να μην μπορέσουν να συμβιβαστούν οι Υδραίοι με τον Καποδίστρια. Για το ρόλο που έπαιξε ο Μαυροκορδάτος για να παρθεί μια τέτοια απόφαση, έχουμε την ακόλουθη μαρτυρία του εκδότη της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» Π. Πανταζή: «Αλλά τον ερωτώμεν (τον Μαυροκορδάτο) ποίος παρόξυνε, παρώθησε, ενέπεισε τον Ναύαρχόν μας να πράξη την αθεράπευτον εκείνην ζημίαν εις το έθνος; Ηκούσαμεν τον ίδιον μακαρίτην Μιαούλην να λέγη μετ’ αναστεναγμού βαθέως: ΄΄Ο ραδιούργος Μαυροκορδάτος με κατάφερε να βάλω φωτιάν, και εις το ίδιόν μου σπίτι ΄΄».

    Ο μόνος που αντίκρουσε επίμονα το Μαυροκορδάτο ήταν ο Κριεζής. Είπε πως έφτανε να πάρουν τη φρεγάτα και να φύγουν για την Ύδρα.

    Όταν ο κυβερνήτης του «Grenadier» Βαλιάν άκουσε την απόφαση που πήρε ο Μιαούλης, ανέβηκε στην «Πριγκιπέσα Λόβιτς» και προσπαθώντας να προλάβει την καταστροφή παρακάλεσε τον Ρίκορντ να μη χτυπήσει προτού γυρίσουν από το Ναύπλιο ο Λάιονς και ο Λαλάντ με τις οδηγίες των αντιπρεσβευτών. Ο Ρίκορντ του αποκρίθηκε πως ήταν πρόθυμος να περιμένει τον ερχομό τους, φτάνει 150 κυβερνητικοί στρατιώτες με τον έπαρχο Ράμφο να πέρναγαν από τον Γαλατά στον Πόρο. Ο Μιαούλης όμως αρνήθηκε να το δεχτεί, γιατί ήταν φανερό πως πια δε θα μπορούσαν, αν τυχόν έβαζαν σε πράξη τη φοβερή απόφασή τους, να ξεφύγουν από το στενό.

    Ξημέρωσε η 1η Αυγούστου. Πάνω στη φρεγάτα «Ελλάς» είχαν μείνει τελευταίοι ο Μιαούλης και ο Κριεζής με λίγους ναύτες. Ο Μαυροκορδάτος, όταν πάρθηκε η απόφαση να τιναχτούν τα καράβια στον αέρα, φρόντισε και έφυγε μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα.

    Η ώρα περνούσε και τίποτα ακόμα δεν έδειχνε το τι σε λίγο θα ακολουθούσε. Από την Ύδρα, φάνηκαν να έρχονται η γαλλική φρεγάτα «Καλυψώ» και η Αγγλική «Μαδαγασκάρη», με το Λαλάντ και το Λάιονς. Λίγο ακόμα και όλα έπαιρναν τέλος ειρηνικό, γιατί οι οδηγίες που έφερναν ήταν συμβιβαστικές και τις είχε δεχτεί ο Καποδίστριας. Αλλά, κάποια στιγμή τα στρατεύματα που βρίσκονταν στο Γαλατά, βλέπουν κατά τις δέκα, μια ωραία πάσαρα (βάρκα) να ξεκινάει από τη φρεγάτα «Ελλάς» και να κινείται κοντά στην ακτή του Πόρου προς το στενό. Στην αρχή νόμισαν πως η πάσαρα πήγαινε να δώσει κάποιο μήνυμα και δεν κινήθηκαν. Σαν έφτασε κοντά στο εκκλησάκι, αντίκρυ στο μπούρτζι, βροντή ακούστηκε από τη φρεγάτα και αμέσως από την κορβέτα»Ύδρα». Η μεν φρεγάτα διαλύθηκε σε χιλιάδες κομμάτια, η δε κορβέτα βούλιαξε και έμεινε το μισό της έξω από το νερό. Ο Μιαούλης και όσοι ήσαν στην πάσαρα διέφυγαν με δυνατή κωπηλασία στην Ύδρα, ενώ μια τρίτη βροντή αντιλάλησε στο στενό του Πόρου. Η μπαρουταποθήκη του μικρού πάνω στο μπούρτζι κάστρου τινάζεται αναποδογυρίζοντας τις ντάπιες. Η ωραία φρεγάτα «Ελλάς» το καμάρι τότε των θαλασσινών μας, που μας κόστισε 750.000 δολάρια, βρήκε αυτόν τον πρόωρο και άδοξο τάφο στα νερά του Πόρου.

    Ο Κανάρης, που βρισκόταν στον Πόρο πάνω στα δύο κυβερνητικά καράβια, είπε:    

    «Ο Μιαούλης παρέδωσε στις φλόγες τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Το όνομα αυτού που έκανε μια τέτοια πράξη στέκεται άξιο να παραδοθεί στο αιώνιο ανάθεμα». Τα λόγια αυτά του Κανάρη βρίσκονται στην προκήρυξη που έβγαλε στις 3 Αυγούστου 1831 ο Καποδίστριας για το κάψιμο του στόλου. Τα σκληρά αυτά λόγια του Κανάρη, ίσως να τα λέγαμε και εμείς αν βρισκόμαστε την ώρα αυτή στον Πόρο, μέσα στην οργή και τον πόνο. Τώρα όμως που πέρασαν τόσα χρόνια, δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να ρίξουμε ένα τέτοιο ανάθεμα στον Μιαούλη, που τόσες φορές οδήγησε στη νίκη τα καράβια μας ενάντια στις αρμάδες της Πόλης, της Αιγύπτου, του Αλγεριού και της Μπαρμπαριάς. Θύμα καθώς είδαμε, στάθηκε και αυτός του άθλιου Μαυροκορδάτου, βάζοντας φωτιά «στο ίδιο του το σπίτι». Ο Ραγκαβής ονόμασε το κάψιμο του στόλου μας από το Μιαούλη «μεγαλουργόν έγκλημα». Ίσως αυτός ο χαρακτηρισμός να στέκεται ο πιο σωστός από όλους.

    Και σαν να έπρεπε εκείνη την ημέρα να ξεχειλίσει ως επάνω το ποτήρι του κακού, τα κυβερνητικά στρατεύματα πέρασαν από το Γαλατά στον Πόρο και ρίχτηκαν μέσα στην πολιτεία καίγοντας και λεηλατώντας, σαν να την είχαν κυριεύσει από τους εχθρούς.

    Και για να κλείσουμε την αυλαία στην τραγωδία που παίχτηκε το καλοκαίρι του 1831 στον Πόρο, οι μεγάλοι πατριώτες σε αυτή δεν στάθηκαν ούτε ο Μιαούλης, ούτε ο Κανάρης, ούτε ο Νικηταράς, ούτε ο Καλλέργης, ούτε ο Σαχτούρης, ούτε ο Σαχίνης, ούτε ο Κριεζής και ούτε βέβαια ο Μαυροκορδάτος, αλλά δύο ταπεινοί Έλληνες, ο Μυκονιάτης ναύτης Γιώργης Γαλατσίδης και ένας στρατιώτης που η ιστορία δε μας έσωσε ούτε καν το όνομά του. Ο πρώτος, καθώς υποπτεύθηκε πως την ίδια τύχη με την «Ελλάδα» και την «Ύδρα» θα είχε και η «Καρτερία, πέταξε τα ρούχα του, ρίχτηκε στη θάλασσα και κολυμπώντας με όση δύναμη μπορούσε έφτασε στο πλοίο και με τον κίνδυνο να τιναχτεί μαζί με αυτό, σκαρφάλωσε στο κατάστρωμα και βρίσκοντας το φυτίλι το έκοψε και την έσωσε. Η κορβέτα «Εμμανουηλία» βρισκόταν αραγμένη κοντά στη φρεγάτα «Ελλάς». Σε αυτήν έφτασε κολυμπώντας και ανέβηκε ο άγνωστός μας στρατιώτης και να τη σώσει.

    Σε αυτούς τους δύο, το ναύτη και το στρατιώτη, ας στήσουμε στον Πόρο με τη φαντασία μας το άγαλμά τους, για να θυμίζουμε στους δυνατούς του τόπου μας πως όταν πάνε για τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες τους, να βλάψουν την Ελλάδα, μέσα στον αγνό λαό θα βρίσκονται πάντα οι ταπεινοί που είναι έτοιμοι, με θυσία και αυτής ακόμα της ζωής τους, να την σώσουν.



Πηγές: Αλέξανδρος Κριεζής. Ευαγγελίδης. Δημήτρης Φωτιάδης (Ιστορία 4, Κανάρης). Κωνσταντινίδης. Αρχείον Ύδρας. Βερναρδάκης. Κασομούλης. Εφημερίδα «Ανεξάρτητος».