Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ   


Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ   

Δημήτρης Τουτουντζής 

Μετά την καταστροφή του στόλου στον Πόρο, «οι Υδραίοι εθεώρουν εαυτούς νικητάς», γράφει ο Πρόκες Όστεν και έχει δίκιο. Και ήταν «νικητές» όχι μόνο γιατί έκαψαν τα καλύτερα «καποδιστριακά» κατά τη γνώμη τους καράβια, τα εθνικά δηλαδή, αλλά γιατί οι Εγγλέζοι και οι Γάλλοι, που ως τότε τους βοηθούσαν στα κρυφά, πήραν πια ανοιχτά το μέρος τους. Ο Πρόκες Όστεν παραδέχεται πως οι αντιπρεσβευτές της Γαλλίας και της Αγγλίας Ρουάν και Ντόκινς «ήσαν τα κύρια στηρίγματα και ενίοτε οι αρχηγοί της συνωμοσίας». Οι Υδραίοι ανέβασαν στα καράβια τους Γαλλική σημαία και με αυτήν έκαναν επιδρομές αρπάζοντας τα ταμεία. Τιμώρησαν μάλιστα την Τζια και την Κύθνο, γιατί αυτά τα δύο νησιά ήταν πιστά στον Καποδίστρια και φώναξαν τον Κανάρη να τα προστατεύσει από τους Υδραίους. Ο Άγγλος μοίραρχος Λάιονς δε δίσταξε να πάει με τη φρεγάτα του «Μαδαγασκάρη» στη Σύρο, προκαλώντας την «εις φανεράν αποστασίαν, ίνα προλάβη την συγκάλεσιν της εθνικής συνελεύσεως ήτις έμελλε να δώση εις τον κυβερνήτην νέας δυνάμεις»,όπως γράφει ο Πρόκες Όστεν. Τα ρωσικά πάλι καράβια και ο Κανάρης με το μπρίκι «Κίμβρος» κυνηγούσαν όπου συναντούσαν τους Υδραίους και χτυπούσαν τους ξεσηκωμένους της Μάνης.

    Από τότε ο τόπος θα χωριστεί όχι σε εθνικά κόμματα, αλλά σε
τρεις ξενοκίνητες φατρίες: στους ναπαίους, στους μπαρλαίους και στους μοσχομαγκίτες. Τα παρατσούκλια που τους κόλλησε ο λαός έχουν την ακόλουθη καταγωγή: Ναπαίους ονόμασε τους ρωσόφιλους οπαδούς του Καποδίστρια από κάποιον Νάπα, φανατικό καποδιστριακό. Μπαρλαίους είπε τους μαυροκορδατικούς και αγγλόφιλους, από κάποιον Μπαρλά φωνακλά, ελαφρόμυαλο και ψευδό που ορκιζόταν στο όνομα του Μαυροκορδάτου. Μοσχομαγκίτες έβγαλε τους Κωλετιστές και γαλλόφιλους, από κάποιον Μόσχο δεκανέα στο στρατό που είχε για θεό τον Κωλέτη (τη δεκαρχία στο στρατό την έλεγαν τότε μάγκα, λέξη παρμένη από τα άταχτα σώματα).

    Ο Καποδίστριας καταλαβαίνει, πως οι εχθροί του κρατάνε ένα περίφημο χαρτί στο χέρι τους, το «συνταγματικό», και αδιάκοπα το παίζουν και ας είναι, πολύ λίγοι όσοι αληθινά πιστεύουν σε αυτό. Για να τους αντιμετωπίσει, αποφασίζει στις 2 Αυγούστου, μια μέρα δηλαδή έπειτα από το κάψιμο του στόλου από το Μιαούλη, να προκηρύξει εκλογές για νέα εθνική συνέλευση. Συγχρόνως παίρνει τα αξιώματα από τον αδερφό του Βιάρο και τον διατάζει να φύγει γρήγορα από τη χώρα, καθώς όλοι τον κατηγορούσαν, ακόμη και Γενναίος, ο γιος του Κολοκοτρώνη, σαν πρωταίτιο του κακού. Αυτό θα είχε κάποια αξία αν γινόταν στην ώρα του. Αλλά τώρα ήταν αργά. Η διαφορά ανάμεσα στον Καποδίστρια και στον Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους δεν ήταν πια για μεθόδους και για πρόσωπα, αλλά διαφορά ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γαλλία από τα μια και τη Ρωσία από την άλλη. Νιώθοντας οι εχθροί του κυβερνήτη τις πλάτες τους τόσο γερές, ήθελαν να φύγει ο «τύραννος». Και αποφάσισαν, αν δεν μπορέσουν να τον παραμερίσουν με άλλο τρόπο, να τον ξεπαστρέψουν. Έκαναν ακόμα και έρανο για να πληρώσουν φονιάδες να τον σκοτώσουν. Να τι γράφει ο Πρόκες Όστεν:


    «Είχον συνοικειωθή πολύ προς την ιδέαν ταύτην. Χρηματική συλλογή προς εκμίσθωσιν δολοφόνων εγίνετο σχεδόν αναφανδόν, και ταύτην ηνείχετο ο Μαυροκορδάτος και ενεθάρρυνεν ο Ζωγράφος».

    Ο Δημήτρης Υψηλάντης βρισκόταν τότε αποτραβηγμένος στο Άργος, εναντιωμένος και αυτός στον Καποδίστρια. Δε ντραπήκαν να ζητήσουν και από αυτόν χρήματα για να ξεκάνουν τον τύραννο. Αλλά ο τίμιος αυτός άνθρωπος και πατριώτης τους απάντησε: Όχι, ο Καποδίστριας δεν είναι τύραννος. Αν ήταν δε θα πλήρωνα φονιάδες, αλλά εγώ ο ίδιος θα τον σκότωνα.


    Ο Παναγιώτης Καλεβράς αναφέρει πως έδωσαν στο Νικολέτο, τον καμαριέρη του Καποδίστρια 25.000 γρόσια για να ρίξει φαρμάκι στον καφέ του, αλλά ο Νικολέτος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή και τα μαρτύρησε όλα στον κυβερνήτη. Όταν είδαν πως δεν ήταν εύκολο να βρουν φονιάδες, έστρεψαν την προσοχή τους στους Μαυρομιχαλαίους. Καλύτερη εκλογή δεν μπορούσαν να κάνουν.

    Οι Μανιάτες, στα κακοτράχαλα μέρη που ζούσαν, είχαν στα χρόνια της Τουρκιάς δική τους διοίκηση. Προστατευμένοι από τη φτώχια τους και τα άγρια φαράγγια χαίρονταν μια λευτεριά σκληρή σαν τη δύσκολη ζωή τους. Για να επιζήσουν λάτρευαν τα άρματα, όπως οι Σουλιώτες. Άγριος ο τόπος, άγριες και οι συνήθειές τους. Μια δικαιοσύνη γνώριζαν. Η προσβολή έπρεπε να ξεπλυθεί με αίμα. Έπειτα από το ξεσηκωμό του 1769, που σε αυτόν πρωτοστάτησαν οι Μανιάτες, οι Τούρκοι διόριζαν κάποιον από τρανή γενιά Μπέη, που ήταν υπόλογος σε αυτούς. Δηλαδή η Μάνη ήταν μισοανεξάρτητη ηγεμονία, πληρώνοντας στους Τούρκους φόρο υποτέλειας. Μπέης στη Μάνη έγινε το 1815 ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, που για αυτό έμεινε στην ιστορία ως Πετρόμπεης.

    Όταν ήρθε ο Καποδίστριας και έφυγε ο Ιμπραήμ από το Μωριά και αρχίσαμε να γινόμαστε πια κράτος, η Μάνη δεν μπορούσε να κρατήσει τα προνόμιά της που είχε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Χάνοντάς τα χάσανε και οι Μαυρομιχαλαίοι τα εισοδήματά τους από τα μονοπώλια του λαδιού, των βελανιδιών και από το νοικίασμα των τελωνείων στα λιμάνια. Αυτό δεν τους άρεσε καθόλου. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Καποδίστριας έκανε εχθρούς τους μεγαλοκοτζαμπάσηδες του Μωριά και τους μεγαλονοικοκύρηδες της Ύδρας.


    Ο «αιώνιος απαιτητής», όπως ονομάστηκε ο Πετρόμπεης, ζητούσε αδιάκοπα γρόσια από τον Καποδίστρια. Του έδωσε σε διάφορες δόσεις 70.000 φοίνικες, ποσό μεγάλο για εκείνη την εποχή. Το Μάρτιο του 1829, ο Πετρόμπεης ζήτησε πάλι από τον Καποδίστρια 50.000 γρόσια. Ο Σπηλιάδης γράφει πως όταν έχασε τα εισοδήματα της Μάνης έλεγε: «Ας μου δώσουν την Εύβοια να απολαύσω τα έσοδά της και να ζήσω αξιόπρεπα». Όταν λοιπόν ο Καποδίστριας σταμάτησε να τους δίνει χρήματα, σήκωσαν τη σημαία της αποστασίας στη Μάνη. Ο Πετρόμπεης, που ήταν γερουσιαστής, βρισκόταν στο Ναύπλιο. Ζήτησε την άδεια να πάει στη Μάνη, τάχα να την ησυχάσει. Δεν του την έδωσαν. Τότε με την βοήθεια του Άγγλου συνταγματάρχη Γκόρντον, μπήκε στο καράβι του και έφυγε για τη  Μάνη το Φεβρουάριο του 1831, για να ξεσηκώσει περισσότερο τους Μανιάτες. Αλλά στο Κατάκωλο, τον έπιασε ο Κανάρης και τον έφερε πίσω στο Ναύπλιο, όπου μια επιτροπή από γερουσιαστές με πρόεδρο το Βιάρο, αδελφό του Καποδίστρια, τον κήρυξε προδότη και τον κλείσανε στο Ιτς-Καλέ. Εννιά μήνες τον είχαν φυλακισμένο χωρίς να τον δικάσουν.


    Στο Ναύπλιο έμεναν ο γιος του Πετρόμπεη, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, ο παλιός πρόεδρος της αντικυβερνητικής επιτροπής, που από αυτόν παράλαβε την εξουσία ο Καποδιστρίας, και ο μικρότερος από τα αδέρφια του Πετρόμπεη, ο Κωνσταντής Μαυρομιχάλης, ωραίος άντρας, ψηλός με κάτι μουστάκες που έφταναν μέχρι τα αυτιά του. Τους είχαν κάτω από αστυνομική επιτήρηση, καθώς λέμε σήμερα, αλλά και οι δυο τους χαίρονταν «όλην την ελευθερίαν εντός της πολιτείας και τας συναναστροφάς όλων εν γένει των επισήμων ανδρών»καθώς γράφει ο Κασομούλης. Αστυνόμος στο Ναύπλιο ήταν ο Κωνστ. Αξιώτης, που δεν άφηνε ούτε τρύπα χωρίς να την ψάξει. Κάθε ημέρα παρακολουθούσαν από κοντά, θείο και ανιψιό δύο όργανα της κυβέρνησης. Με την αιτία πως ήταν φασαρία η συχνή αλλαγή των φρουρών τους, Οι Μαυρομηχαλαίοι ζήτησαν να τους βάλουν μόνιμους φύλακες. Ο Αξιώτης, που δεν υποψιάστηκε, όρισε δύο στρατιώτες, το Γιάννη Καραγιάννη από το Ζητούνι και τον Αντρέα Γεωργίου από την Πάτρα. Οι θείος και ανιψιός, αμέσως άρχισαν  με πολλά ταξίματα προσπαθώντας να τους πάρουν με το μέρος τους και το κατάφεραν. Όταν πια βεβαιώθηκαν πως τους ήταν τελείως  αφοσιωμένοι, τους φανέρωσαν το σκοπό τους. Από φύλακες είχαν γίνει συνωμότες.


    Πως όμως ο θείος και ο ανιψιός πήραν την απόφαση να σκοτώσουν τον Καποδίστρια και ποιος τους έσπρωξε σ’ αυτό; Ας δούμε τι γράφει ο Δημητρακάκης: «Ο Ζωγράφος οδηγήθηκε το 1830 στο Ναύπλιο για εξορία. Ζήτησε να δει τον Κυβερνήτη, ο οποίος όχι μόνο τον δέχτηκε, αλλά και τον διόρισε μέλος του Ακυρωτικού. Αλλά ο Μπερούκας διά του Βιάρου αδελφού του Κυβερνήτη τον απέλυσε από την υπηρεσία αυτή. Ο Ζωγράφος λοιπόν αποχαιρετώντας το Λόντο του είπε στο αυτί: Ένα πιστόλι θα μας σώσει από τον άνθρωπο αυτό (τον Κυβερνήτη). Και είναι ο πρώτος που εκδήλωσε αυτήν την ιδέα και μετά την καλλιέργησε στους εξόριστους της Ύδρας όταν έφτασε εκεί. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης χορήγησε 1000 βενετικά φλωριά για τον εκτελεστή. Ο Ζωγράφος έγραψε στο γνωστό φαύλο τόσο  πριν και μετά από την Επανάσταση, καθώς και κατά τη Βασιλεία ακόμη, Ανδρέα Καλαμογδάρτη προεστό της Πάτρας, πατέρα της νεόνυμφης τότε Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε πολλές σχέσεις στο Ναύπλιο με τους δύο Μαυρομιχαλαίους. Ο Καλαμογδάρτης μόλις άκουσε ότι θα παραλάβει τόσο χρηματικό ποσό, φρόντισε μέσω της κόρης του να ωθήσει τους Μαυρομιχαλαίους στη δολοφονία του Κυβερνήτη. Αυτοί δε διαβίβασαν αυτήν τη σκέψη στους συγγενείς τους και τους ζήτησαν να συνεννοηθούν με τους Γάλλους αξιωματικούς που βρίσκονταν εκεί, αν μπορούν να στείλουν πλοίο για να τους παραλάβει μετά τη δολοφονία, για να μπορέσουν να διαφύγουν. Οι Γάλλοι δέχθηκαν, και ζήτησαν από τους αντιπροσώπους της Γαλλίας και της Αγγλίας στο Ναύπλιο να συνδράμουν τους δολοφόνους μετά την πράξη τους. Ο Καλαμογδάρτης έδωσε στους Μαυρομιχαλαίους 250 φλωριά και τους είπε ότι κατόπιν θα στείλει τα υπόλοιπα ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ενώ είχα λάβει ολόκληρο το ποσό των 1000 φλωριών».

    Οι πληροφορίες αυτές του Δημητρακάκη φαίνονται πειστικές, γιατί τα ίδια βεβαιώνει και ο Σπηλιάδης, που ήταν τότε γραμματέας της Επικρατείας, δηλαδή πρωθυπουργός. Τα ίδια λέει, με τον ακόλουθο σύντομο τρόπο και ο Κολοκοτρώνης: «Τους εγύρισαν τα μυαλά, τάζοντές τους χιλιάδες τάλλαρα και άλλα, και αν δεν επαρακινούντο αυτοί από μεγάλας υποσχέσεις, και να είναι βέβαιοι ότι θα γλυτώσουν, δεν το αποφάσιζαν ποτέ». (Κολοκοτρώνη απομνημονεύματα). Αλλά και ο ίδιος ο Πετρόμπεης, έπειτα από χρόνια, το 1840, ομολόγησε την αλήθεια, λέγοντας στον ιατροφιλόσοφο Πύρο, που κατηγορούσε τον Καποδιστρία, όπως αναφέρει ο Βλαχογιάννης: «Δεν τα μετράς καλά, φιλόσοφε! Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους, που ήταν η αιτία, να χάσω εγώ τους δικούς μου και το έθνος έναν άνθρωπο, που δε θα τον ματαβρεί και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα».


    Όταν θείος και ανιψιός πήραν την απόφαση, φαίνονταν για να μη δώσουν υποψίες, «πειθήνιοι εις το καθεστώς». Προσπάθησαν μια-δυο φορές να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους, αλλά είτε γιατί δίστασαν είτε από άλλες αιτίες, δεν τα κατάφεραν. Τότε συνέβη το ακόλουθο περιστατικό. Όταν ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ πέρασε από τη Μάνη, πήγε και τον βρήκε η γριά μάνα του Πετρόμπεη και τον ξόρκισε να μεσιτέψει στον Κυβερνήτη να αφήσει ελεύθερο το γιο της. Όταν έφτασε στο Ναύπλιο ο Ρίκορντ
παρακάλεσε τον Καποδίστρια να δει τον Πετρόμπεη και να συμβιβαστούν. Στην αρχή ο Καποδίστριας αρνήθηκε, αλλά με τα πολλά δέχτηκε και πρόσταξε να του τον φέρουν στις 5 το απόγευμα ημέρα Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου. Έβγαλαν τον Πετρόμπεη από το Ιτς-Καλέ και συνοδευμένο από γερή φρουρά τον πήγαν στον κυβερνήτη. Για κακή όμως τύχη την ίδια εκείνη ημέρα έφτασε ταχυδρομείο από την Ευρώπη και ο Καποδίστριας διάβασε ένα άρθρο του «Ταχυδρόμου» του Λονδίνου, που τον έλεγε τύραννο και πράκτορα των Ρώσων. Ανάμεσα σε πολλές κατηγορίες ανέφερε και την καταδίωξη των Μαυρομιχαλαίων. Διαβάζοντάς το νευρίασε, καθώς είδε την Αγγλική  πολιτική να του ανοίγει πια και δημοσιογραφικό πόλεμο. Οργίστηκε τόσο που δεν ήθελε κανέναν να δει και περισσότερο από κάθε άλλον τον Πετρόμπεη που ονομαστικά αναφερόταν στο άρθρο. Όταν λοιπόν του είπαν πως τον έφεραν, πρόσταξε να τον πάνε πίσω στη φυλακή. Ο Πετρόμπεης έγινε, με το δίκιο του θηρίο, καθώς νόμισε πως αυτό το φέρσιμο δεν είχε άλλη αιτία παρά να τον εξευτελίσουν ακόμη περισσότερο.
    -Παιδιά, λέει στους στρατιώτες, μια χάρη σας ζητώ, πριν με πάτε πίσω στο Ιτς-Καλέ να με περάσετε από το σπίτι του γιου μου.

    Σεβάστηκαν την επιθυμία του γέρου. Σαν έφτασαν έξω από αυτό φωνάζει ο Πετρόμπεης: Γεια σας, παιδιά.

    Πρώτος άκουσε τη φωνή του ο γιος του και λέει στο θείο του τον Κωνσταντή: Ο γέρος!

    Βγαίνουν στην πόρτα.
    -Τι κάνεις; Τον ρωτάνε.
    -Τα βλέπετε! Τους αποκρίνεται με μανία και δίχως άλλο τίποτα να πει έφυγε περιτριγυρισμένος από τη φρουρά.


    Θείος τότε και ανιψιός παίρνουν την απόφαση να δώσουν την άλλη ημέρα τέλος στο σκοπό τους, σκοτώνοντας τον Καποδίστρια στην εκκλησία. Το πρώτο που φρόντισαν, καθώς γράφει ο Δημητρακάκης, ήταν να στείλουν μήνυμα στον καπετάνιο του γαλλικού καραβιού που έφτασε επίτηδες πριν από λίγες ημέρες, «όπως την επαύριον Κυριακήν λίαν πρωί τους έχη ετοίμην μίαν λέμβον παρά την μικράν θυρίδα του φρουρίου την κειμένην πλησίον της οικίας του Αν. Δεληγιάννη».


    Το βράδυ θείος και ανιψιός έφαγαν και ήπιαν με τον Αν. Λόντο και τον Αντρέα Καλαμογδάρτη, που καθώς είπαμε, είχε μεσιτέψει ανάμεσα στους Υδραίους και τους Μαυρομιχαλαίους.


    Ξημέρωσε η Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831.Ο Κωνσταντής και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης σηκώθηκαν πριν να φέξει και λαμπροστολίστηκαν σαν να πήγαιναν σε γιορτή. Ο Κωνσταντής έριξε πάνω του την πλουμιστή κάπα του, κρατώντας κάτω από αυτήν την πιστόλα του με το λύκο ανασηκωμένο και γεμάτη με τέσσερα βόλια, ενώ ο Γιωργάκης τη μαύρη του κάπα. Παίρνοντας μαζί τους, τους δύο φύλακες, τον Καραγιάννη και το Γεωργίου, αρματωμένους και αυτούς, ξεκίνησαν για την εκκλησία του Αϊ-Σπυρίδωνα. Σαν έφτασαν, ο Γιωργάκης μπήκε με το Γεωργίου να ανάψει ένα κερί. Έπειτα πήγε και στάθηκε μέσα από την πύλη του ναού ακουμπώντας στο αριστερό φύλλο της εσωτερικής πόρτας. Ο Κωνσταντής ακούμπησε με τον αριστερό ώμο του στη δεξιά καθώς βγαίνουμε από την εκκλησία κόγχη της πύλης, κοιτάζοντας κατά τη μεριά που θα φαινόταν να έρχεται ο Καποδίστριας. Ο Καραγιάννης στάθηκε αντίκρυ από αυτόν στο στενό δρομάκι. Καθώς ήταν ακόμα πρωί, λιγοστοί βρίσκονταν στην εκκλησία, οι περισσότερες γυναίκες.  
 
Ο Καποδίστριας σηκώθηκε και αυτός χαράματα για να πάει καθώς συνήθιζε στις γιορτές, να λειτουργηθεί στην εκκλησία του Αϊ-Σπυρίδωνα. Φόρεσε το άσπρο παντελόνι
του και τη βαθυγάλαζη ρεντικότα του με τις δύο σειρές τα ασημένια κουμπιά που παράσταιναν το φοίνικα, το μυθικό πουλί που αναγεννιέται από τη στάχτη του και που ήταν το έμβλημα της Φιλικής Εταιρίας, έβαλε και το βαθυγάλαζο από τσόχα κασκέτο του και ξεκίνησε, κατά τις εξήμισι το πρωί, παίρνοντας μαζί του τους δύο φύλακες που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στο σπίτι του, το Γιώργη Κοζώνη από την Κρήτη, κουλό από το δεξί το χέρι, που το έχασε πολεμώντας τον Ιμπραήμ στο Νιόκαστρο, και τον Τριπολιτσιώτη κλητήρα Δημήτρη Λεωνίδα. Ο Κοζώνης φόραγε στο σελάχι του γεμάτη τη μονόκανη πιστόλα του, αλλά ο Λεωνίδας δεν είχε γεμίσει τη δική του.


    Φεύγοντας από το σπίτι με τους δύο φύλακες που τον ακολουθούσαν, πέρασε από το σιντριβάνι, γύρισε δεξιά, μπήκε στα δρομάκια και σε λίγο πρόβαλε στο πλάτωμα της εκκλησίας. Μόλις έστριψε στο στενό δρομάκι αντίκρισε τον Κωνσταντή. Το τι πέρασε από το νου του κανείς βέβαια δεν το ξέρει. Οι λίγοι όμως που έτυχε να τον δουν τις τελευταίες εκείνες στιγμές του βεβαιώνουν πως φανέρωσε κάποιο δισταγμό. Στάθηκε, έβγαλε την ταμπακέρα του, έπιασε λίγο καπνό, το ρούφιξε, γύρισε το κεφάλι του και έριξε μια ματιά κατά το σπίτι του Παναγιώτη Ρόδιου, που ήταν τότε υπουργός των Στρατιωτικών και έτυχε να βρίσκεται στο παράθυρο. Όλα αυτά δείχνουν πως θέλησε να κερδίσει καιρό για να πάρει μιαν απόφαση. Έπειτα χώνοντας την ταμπακέρα στην τσέπη του, προχώρησε αποφασιστικά. Από αυτό το περιστατικό ειπώθηκε από το λαό πως «το φιλότιμο έφαγε τον Καποδίστρια».


    Αφού δρασκέλισε τα λίγα βήματα που τον χώριζαν από την πόρτα της εκκλησίας και έφτασε σ’ αυτήν, έβγαλε το κασκέτο του και χαιρέτησε τον Κωνσταντή, που σκύβοντας λιγάκι μπροστά και φέρνοντας το αριστερό του χέρι στο φέσι του τον αντιχαιρέτησε. Και καθώς έκανε να πατήσει το σκαλοπάτι και βρέθηκε φάτσα με το Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, ο Κωνσταντής τον αρπάζει με το αριστερό του χέρι από το σβέρκο και τον στριφογυρίζει φωνάζοντας τη γνωστή λαϊκή παροιμία;  «Και εγώ κακά χερόβολα και εσύ κακά δεμάτια».


    Συγχρόνως ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης κάνοντας δύο βήματα μπροστά έχωσε το μικρό μαυρομάνικο μαχαίρι του στο βουβώνα του Καποδίστρια. Τη στιγμή που ο Κωνσταντής του άδειαζε πίσω από το κεφάλι του, κοντά στο δεξιό αυτί την πιστόλα του και ο Καραγιάννης έριχνε και αυτός χωρίς να τον πετύχει. Το βόλι του σφηνώθηκε στην αριστερή, βγαίνοντας από την εκκλησία, κόγχη της πύλης. Το χάλασμα που έκανε στον τοίχο, φαίνεται ακόμη και σήμερα σκεπασμένο με γυαλί.


    Ο Κωνσταντής, συγκράτησε για λίγο τον Καποδίστρια και έπειτα, όταν βεβαιώθηκε πως πέθανε, τον άφησε να σωριαστεί.


    Οι τέσσερις φονιάδες, έτρεξαν αμέσως να φύγουν. Τράβηξαν ίσια το στενό δρόμο να βγουν στη θάλασσα. Βρέθηκαν όμως μπροστά σε σκαλωσιές και σε μαδέρια μιας κατοικίας που χτιζόταν. Ο Κωνσταντής τότε, παρατώντας του άλλους, γυρίζει και παίρνει αριστερά ένα δρομάκι που οδηγούσε στο Ιτς-Καλέ.


    Ο κουλοχέρης Κοζώνης, που την πρώτη στιγμή σάστισε, βλέποντας να σωριάζεται ο Καποδίστριας φώναξε: -Σε σκότωσαν κυβερνήτη μου!


    Δεν άργησε όμως να συνέλθει και βγάζοντας με το αριστερό του χέρι από το σελάχι την πιστόλα του, ρίχνεται να κυνηγήσει τους φονιάδες. Καθώς βλέπει τον Κωνσταντή να τρέχει τον ανήφορο, τον πυροβολεί. Ο Κωνσταντής σωριάζεται, καθώς το βόλι του κουλοχέρη τον βρήκε στην πλάτη. Ο Κοζώνης νομίζοντας πως τον σκότωσε, γυρίζει να κυνηγήσει τους άλλους. Αλλά αυτοί στο μεταξύ, πέρασαν το εμπόδιο και δεν φαίνονταν πουθενά. Γυρίζει πίσω ο Κοζώνης να δει τι έγινε με τον Κωνσταντή και δεν τον βλέπει.


Αυτός, που η πληγή του αν και βαριά δεν τον σκότωσε, κατάφερε να ανασηκωθεί. Αντικρίζει ανοιχτή πόρτα και μπαίνει σε αυτή. Κατοικούσε μια χήρα. Βγάζοντας το χρυσό δαχτυλίδι του της το δίνει, λέγοντάς της: -Πάρε το και σώσε με!  


    Αλλά η γυναίκα, που είχε ακούσει τις πιστολιές και έβλεπε αίματα να τρέχουν από αυτόν τον άγνωστό της άντρα, αρχίζει τις φωνές. Αναγκάζεται ο Κωνσταντής να βγει και να τραβήξει τον ανήφορο. Τότε τον είδε ο Κοζώνης και μη μπορώντας καθώς ήταν με ένα χέρι, να γεμίσει την πιστόλα του, φώναζε: -Ελάτε να μου γεμίσετε την πιστόλα μου!


    Ο Σουλιώτης Φωτομάρας, που έμενε σε ένα σπίτι πάνω σε τούτο το δρομάκι, ακούει τις φωνές, βγαίνει στο παράθυρο και ρωτάει: -Τι ίστ, ορέ;


    -Σκότωσε τον κυβερνήτη! Του αποκρίνεται ο Κοζώνης.


    Βγάζει με μιας ο Σουλιώτης την πιστόλα του και την αδειάζει στον Κωνσταντή. Ξανασωριάζεται ο δύστυχος. Αλλά ούτε και αυτή η λαβωματιά είναι θανατηφόρα. Καταφέρνει κάπως να ανασηκωθεί, κάθεται και κοιτάει ολόγυρα τα παράθυρα σαν να ζητούσε από κάπου βοήθεια. Φτάνει όμως ο Μομφεράτος, αξιωματικός του πυροβολικού, με έξι στρατιώτες.


    Γράφει ο Κασομούλης: «Αγριεμένοι όλοι ως λέοντες, διασπώντες τον άλλοι με τας λόγχας, άλλοι με κοντάκια κτυπώντες να ξεθυμάνουν, άλλοι άλλως όπως έφθανεν ο καθείς, αφού εντός των βασάνων εζήτησεν έλεος πολλάκις αγωνιών με τους λόγους: Δεν πταίω εγώ, στρατιώται, άλλοι με έβαλαν».  


    Εν τω μεταξύ μαζεύτηκε κόσμος. Του έδεσαν χέρια και πόδια και άρχισαν να τον σέρνουν –ένας από αυτούς ήταν και Ο Θ. Ζαχαρόπουλος γυναικάδελφος του Νικηταρά.


    Μη με λερώνετε, βρε παιδιά! Φώναζε ο Κωνσταντής. Μωρέ δε βρίσκεται κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει με μια πιστολιά;


    Συνεχίζει ο Κασομούλης: «Σύροντάς τον ασπλάχνως πλέον και βιαίως, κτυπώσα η κεφαλή του κατά γης τον κατήφορον μέχρι της πλαταίας, από την ρεύσιν του αίματος των πληγών, από τους κτύπους ημιθανής καταντήσας, όταν τον έφεραν και τον έρριξαν εις το προαύλιον του στρατώνος γυμνόν, εις μόνον το υποκάμισον και βρακί ενδυμένον και κάλτζαις, επροξένει τρόμον η θέα του».   


    Εφτάψυχος ήταν ο άμοιρος. Τον παράτησαν εκεί κατάχαμα στην αυλή του στρατώνα, χωρίς κανείς να τον βοηθήσει στο μαρτύριό του. Χαροπάλεψε ώρες ώσπου στις 4 το απόγευμα έβγαλε την τελευταία πνοή και ησύχασε. Τον έσυραν τότε ως την πόρτα του κάτω κάστρου και τον έριξαν στη θάλασσα της Αρβανιτιάς, που βρισκόταν πίσω από την Ακροναυπλία, και καθώς γράφει ο Κασομούλης: «χωρίς να εκφωνηθή το παραμικρόν εις εκδήλωσιν οίκτου από τους θεατάς τους εκ των παραθύρων και όπισθεν των παραπετασμάτων, οίτινες έβλεπον την σκηνήν».


    Τρεις ημέρες ξέπλενε η θάλασσα το κουφάρι του Κωνσταντή, χτυπώντας το πάνω στα βράχια, ώσπου πια το έβγαλαν και το έθαψαν στο παλιό κοιμητήρι του Ναυπλίου.


    Ας δούμε τι έγιναν ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και οι άλλοι.


    Αφού πέρασαν το εμπόδιο με τις σκαλωσιές και τα μαδέρια και είδαν πως κανείς δεν τους κυνηγούσε πήγαιναν με την ησυχία τους, παριστάνοντας τον αδιάφορο. Συνάντησαν  το 4ο τάγμα, που διοικητής του ήταν ο Αξελός, και πέρασαν ανάμεσά τους χωρίς να τους υποψιαστούν. Όπως δε, γράφει ο Δημητρακάκης: « κατευθυνόμενοι προς το μέρος όπου τους ανέμενεν η Γαλλική λέμβος, απήντησαν το εκ της εκκλησίας της Αγ. Τριάδος, όπου ήν η οικία του Σπηλιάδου, εξελθόν πλήθος εις το άκουσμα της δολοφονίας, φοβήθηκαν τότε και τράβηξαν κατά τα Πέντε Αδέρφια, όπου ήταν η κατοικία του αντιπρεσβευτή της Γαλλίας βαρόνου Ρουάν». Στο γειτονικό σπίτι καθόταν ο αξιωματικός του μηχανικού


Θοδ. Βαλλιάνος. Βρήκαν ανοιχτή την πόρτα του και χώθηκαν σε αυτό. Όταν ο Βαλλιάνος ρώτησε τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη τι θέλει, του αποκρίθηκε:  -Πάει! Σκοτώθηκε… Γλιτώσαμε από τον τύραννο… Ησυχία… Τον σκοτώσαμε!


    Και ο Καραγιάννης:  -Χίλια κομμάτια γίνηκε!  


    Και οι τρεις τους τρέχουν, κλείνουν τα παράθυρα, βάζουν πίσω από αυτά μαξιλάρια και ετοιμάζονται να πολεμήσουν.


    -Μη μας βαράτε γιατί σας βαρούμε! Φωνάζει μέσα στην ταραχή του ο Γιωργάκης, αν και κανείς ακόμα δεν τους κυνηγούσε.


    -Και τη γυναίκα μου και εμένα θα μας κάψετε! Τους λέει ο Βαλλιάνος.


    Ο Γιωργάκης τρέχοντας άνω-κάτω ανήσυχος, πέρασε με τους άλλους δύο από το μικρό πορτάκι του περιβολιού στο διπλανό σπίτι του αντιπρεσβευτή της Γαλλίας.


    -Σκοτώσαμε τον τύραννο! Λέει στο βαρόνο Ρουάν. Εμπιστευόμαστε στην τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας…


    Φιλάει την πιστόλα του και την παραδίδει στο συνταγματάρχη Πελιόν. Ο Ρουάν είπε στους φονιάδες να ησυχάσουν και τους υποσχέθηκε να τους προστατέψει.


    Εκτός από τον Πελιόν βρέθηκε στη γαλλική πρεσβεία, την πρωινή εκείνη ώρα, και ο οργανωτής του τακτικού στρατού Γάλλος στρατηγός Gerard. Ο Σπηλιάδης στα απομνημονεύματά του τον κατηγορεί πως την παραμονή του φόνου όρισε, με ημερήσια διαταγή του, συγκέντρωση της φρουράς στις 6.30 το πρωί της Κυριακής έξω από το κάστρο με μεγάλη στολή, και χωρίς φυσέκια στις παλάσκες, ώστε να βρεθεί η φρουρά ξαρμάτωτη έξω από την πολιτεία.


    Όταν μαθεύτηκε πως κρύφτηκαν στη γαλλική πρεσβεία, συγκεντρώθηκε ο κόσμος αγριεμένος μπροστά σε αυτή και με φωνές και κατάρες ζητούσε να παραδώσουν τους φονιάδες. Και όπως δεν έπαιρνε απάντηση, άρχισε να φοβερίζει πως θα έσπαγε την πόρτα και θα έβαζε φωτιά. Φρούραρχος του Ναυπλίου ήταν ο Πορτογάλος αξιωματικός του ιππικού Αλμέιντα, που είχε πολεμήσει κάτω από τις διαταγές του Καραϊσκάκη στον Πειραιά. Ο Ρουάν, παίρνοντας μαζί του και τον αντιπρεσβευτή της Αγγλίας Ντόκινς, κατεβαίνει στην πλατεία, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός. Πλησιάζουν οι δύο διπλωμάτες τον Αλμέιντα και του λένε με απότομο τρόπο πως έχει υποχρέωση να προστατέψει τις πρεσβείες. Ο Αλμέιντα τους λέει πως είναι τέτοια η οργή του λαού και του στρατού, που μόνο η παράδοση των φονιάδων μπορεί να προλάβει την αναρχία που πάει να ξεσπάσει.


    -Εμείς τότε, του απαντάνε, παρατάμε το Ναύπλιο και φεύγουμε.


    -Καλό ταξίδι… τους αποκρίνεται.


    -Προσέξατε, κ. συνταγματάρχα. Θα διατάξουμε το βομβαρδισμό της πολιτείας.


    -Αντίο! Τους λέει ο Αλμέιντα και τους γυρίζει την πλάτη.


    Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας συνεδρίασε η γερουσία και έβγαλε μια προσωρινή κυβερνητική επιτροπή, από τον Αυγουστίνο, τον αδελφό του Καποδίστρια, σαν πρόεδρο, τον Κολοκοτρώνη και τον Κωλέτη. Διέταξε τότε τον Αλμέιντα να πάει στο Ρουάν να του ζητήσει πια επίσημα, από μέρος της νέας κυβέρνησης, τους φονιάδες.


    -Κοιτάξτε, είπε ο Αλμέιντα στον αντιπρεσβευτή της Γαλλίας, δείχνοντας από το παράθυρο το αγριεμένο πλήθος. Αν και αυτήν τη φορά αρνηθείτε να τους παραδώσετε, τίποτα πια δεν μπορεί να κρατήσει τη μανία του. Οι συνέπειες μιας τέτοιας άρνησης θα σταθούν τρομερές για όλους και ιδιαιτέρως για αυτούς που προστατεύετε.


    Ο βαρόνος Ρουάν, βλέποντας πως στην κυβερνητική επιτροπή ήταν και ο Κωλέτης, αρχηγός του γαλλόφιλου κόμματος, σκέφτηκε πως θα μπορούσε, με την επιρροή που είχε


πάνω του, να τους σώσει, δέχτηκε τέλος να τους παραδώσει. Και όπως υπήρχε φόβος να ορμούσε ο κόσμος να τους κομματιάσει, παρακάλεσε το συνταγματάρχη Πελιόν να βγει κρατώντας από το μπράτσο το Γιωργάκη Μαυρομιχάλη. Το πλήθος τους σεβάστηκε και άνοιξε τόπο να περάσουν. Τους έβαλαν σε βάρκα και τους έκλεισαν στο Μπούρτζι.


    Όταν η είδηση του σκοτωμού του Καποδίστρια έφτασε στην Ύδρα «Αλαλαγμός νίκης θριάμβου ανεπέμφθη υπό των εκεί αντιπολιτευόμενων», όπως γράφει ο Καρολίδης. Και αυτή η χαρά δε στάθηκε μόνο προνόμιο της Ύδρας. Με την ίδια άγρια ευχαρίστηση χαιρέτησαν τότε και οι Αγγλικές εφημερίδες το σκοτωμό του Καποδίστρια.


    Έπειτα από λίγες ημέρες έφεραν το Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, τον Καραγιάννη και το Γεωργίου από το Μπούρτζι στο Ιτς-Καλέ να δικαστούν από το «Α΄ διαρκές στρατιωτικόν Συμβούλιον», από το μόνιμο στρατοδικείο δηλαδή, που πρόεδρός του ήταν ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης. Η δίκη έγινε στις 7 Οκτωβρίου μέσα στο Ιτς-Καλέ στην ύπαιθρο, μπροστά από μια παράγκα που σ’ αυτήν βρισκόταν το μπακάλικο της φυλακής. Έφεραν τους κατηγορούμενους δεμένους με σίδερα στα χέρια. Δικηγόρος υπεράσπισης ήταν ο Άγγλος Μάσον, που γνώριζε πολύ καλά τα Ελληνικά, εισαγγελέας αργότερα στην περίφημη δίκη του Κολοκοτρώνη για προδοσία.


    Ο Γιωργάκης είπε στην απολογία του, γυρεύοντας να ελαφρώσει τη θέση του, πως ο ίδιος δε χτύπησε με το μαχαίρι του τον Καποδίστρια. Όλες όμως οι μαρτυρίες έδειχναν το αντίθετο. Το δικαστήριο, ομόφωνα, καταδίκασε την ίδια εκείνη ημέρα, το Γιωργάκη και τον Καραγιάννη σε θάνατο με τουφεκισμό και το Γεωργίου σε δέκα χρόνια ειρκτή. Η απόφαση έλεγε ακόμα να κοπεί το δεξί χέρι του Γιωργάκη ως «πατροκτόνου». Η προσωρινή όμως κυβερνητική επιτροπή χάρισε στον καταδικασμένο αυτή την εξευτελιστική τιμωρία. Η εκτέλεση της ποινής έπρεπε να γίνει, σύμφωνα με το νόμο, μέσα σε 24 ώρες.


    Την άλλη ημέρα, από τις 6 το πρωί, παρατάχθηκε ο στρατός στο πεδίο του Άρεως σχηματίζοντας τετράγωνο. Το γενικό πρόσταγμα το είχε ο Πορτογάλος φρούραρχος Αλμέιντα. Έβγαλαν με κλήρο το εκτελεστικό απόσπασμα, δώδεκα υπαξιωματικούς και στρατιώτες με επικεφαλής τον ανθυπασπιστή Σκυλίτση. Δεκαπέντε χιλιάδες κόσμος έτρεξε όχι μόνο από το Ναύπλιο αλλά και από τα γύρω χωριά και το Άργος για να παρακολουθήσει τον τουφεκισμό.


    Στις 8 το πρωί, ο Γιωργάκης, αφού ζήτησε ένα Μανιάτη παπά να εξομολογηθεί, φάνηκε με σίδερα στα χέρια, να κατεβαίνει την ατελείωτη σκάλα του Παλαμηδιού με τα 890 σκαλοπάτια της. Αλλά γιατί έφερναν μόνο αυτόν και όχι και τον Καραγιάννη; Γιατί ο Καραγιάννης προσπαθώντας να γλυτώσει τη ζωή του, είπε στη διοίκηση πως είναι πρόθυμος να κάνει αποκαλύψεις φτάνει να αναβάλουν την εκτέλεσή του. Την ανέβαλαν. Και όπως τόσες φορές γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, έπειτα από έξι μήνες αφέθηκε ελεύθερος.


    Όταν ο ετοιμοθάνατος έφτασε στη μέση της σκάλας του Παλαμηδιού, σταμάτησε και παρακάλεσε να τον αφήσουν να δει από κοντά τον πατέρα του να συχωρεθούν. Του το αρνήθηκαν. Γυρίζοντας τότε κατά το Ιτς-Καλέ, όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Πετρόμπεης, έσκυψε ως κάτω και χαιρέτησε. Ο γέρος, που κοιτούσε μέσα από τα σίδερα, έβγαλε το μαντίλι του έξω από αυτά και αντιχαιρέτησε το παιδί του, δίνοντάς του την ευχή του.


    Από εκεί και πέρα ο ετοιμοθάνατος προχωράει σιγά-σιγά, σαν να γυρεύει να κλέψει από το θάνατο που τον περιμένει όσα περισσότερα λεφτά μπορέσει. Κανείς από τη φρουρά δεν τον αναγκάζει να βιαστεί. Τέσσερις σχεδόν ώρες έκανε από τότε που


Ξεκίνησε από το Παλαμήδι ώσπου να φτάσει ανάμεσα στη Λεύκα και στη θάλασσα. Το πλήθος, που την ημέρα του φόνου θα τον σπάραζε αν έπεφτε στα χέρια του, τώρα βουβό αντίκριζε με συμπάθεια τον ωραίο αυτόν άντρα, όπως ήταν όλοι οι Μαυρομιχαλαίοι, που σε λίγο, μέσα στην καλύτερη ηλικία των 31ος χρόνων, θα έπεφτε νεκρός τρυπημένος από τα βόλια.


    Αυτός γονάτισε και κοιτάζοντας κατά την Ανατολή, έκανε την προσευχή του. Έπειτα σηκώθηκε και με τις πλάτες γυρισμένες στη θάλασσα στάθηκε αντίκρυ στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ήταν 1 από το μεσημέρι. Ο ανθυπασπιστής Σκυλίτσης τον πλησίασε κρατώντας ένα μαντίλι για να του δέσει τα μάτια.


    - Όχι, του λέει, αυτό στέκεται ανάξιο για έναν Έλληνα.


    Ο Σκυλίτσης γυρίζει στη θέση του πλάγια στο απόσπασμα. Βγάζει το σπαθί του από τη θήκη και γυμνό το σηκώνει να δώσει το παράγγελμα. Ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, ξαναγονατίζοντας απότομα φωνάζει:


    -Έλληνες, πεθαίνω παλληκαρίσια, αλλά άδικα… Χτυπάτε!


    -Πυρ! Προστάζει ο Σκυλίτσης.


    «Και τα βόλια εκκενωθέντα από την κεφαλήν έως το στήθος γύρον, πεσών άπνους ευθύς με το ΄΄πυρ’’, κατεσπάραξεν εκ της λύπης τας καρδίας όλων εν γένει», γράφει ο Κασομούλης.


    Η τραγωδία του Καποδίστρια και των Μαυρομιχαλαίων τελείωσε.






Πηγές:  Δημ. Φωτιάδης Ιστορία 4.  Πρόκες-Όλσεν.  Καλεβράς.  Κασομούλης.          Δημητρακάκης.  Καρολίδης.