Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΚΑΡΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΤΜΟΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΧΡΑΝ

ΚΑΡΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΤΜΟΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΧΡΑΝ

Δημήτρης Τουτουντζής 

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1826, έφτασε στο Ναύπλιο με κυβερνήτη τον Άστιγκα το πρώτο μας ατμοκίνητο, με το συμβολικό όνομα «Καρτερία». Όταν οι Αναπλιώτες το είδαν να έρχεται από μακριά βγάζοντας σύννεφο τον καπνό, απόρησαν και στην αρχή νόμισαν πως ήταν καράβι που καιγόταν.

    Αυτό το ατμοκίνητο ήταν σκαρί 233 τόνων. Οι μηχανές του, που είχαν δύναμη 80 ίππους μόνο, κινούσαν δύο ρόδες από μια από την κάθε πλευρά. Έπιανε, με γαλήνη, το πολύ έξι μίλια την ώρα, με μέτριο ενάντιο άνεμο μόλις τα μισά και με δυνατό δεν τα έβγαζε καθόλου πέρα. Γι’ αυτό είχε τέσσερα άλμπουρα με μπούμες, εκτός από τον πρόβολο ιστό. Τα οχτώ όμως κανόνια του Paixhans, που μπορούσαν να ρίχνουν μπάλες

«Ψυχρές ή πυρακτωμένες» των 68 λιβρών, μπόμπες των 45 και μυδραλιοβόλα με πεντακόσια σιδερένια βόλια η καθεμιά, υπολογίζονταν τρομερά για εκείνον τον καιρό.

Ναυπηγήθηκε το1825, στο αγγλικό ναυπηγείο Μπρεντ Σίπιαρντ, για λογαριασμό του ναυτικού των Ελλήνων επαναστατών κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν το μόνο από τα έξι τέτοια πλοία που παραγγέλθηκαν από τον πλοίαρχο Φραγκίσκο Α. Άστιγκα, πρώην αξιωματικό του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού στην υπηρεσία της ελληνικής επαναστατικής κυβέρνησης. Η παραγγελία χρηματοδοτήθηκε από το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου. Για την κατασκευή του την ευθύνη είχε ο φιλέλληνας Άστιγκς, ο οποίος διέθεσε και δικά του χρήματα, έγινε κυβερνήτης του και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του, στο Βασιλάδι του Μεσολογγίου στις 11 Μαΐου 1827.

    Αναχώρησε από την Αγγλία για την Ελλάδα στις αρχές Ιουλίου 1826. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στο πλοίο εξερράγη πυρκαγιά με αποτέλεσμα να αχρηστευθεί η μηχανή του. Έφθασε στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας με τη βοήθεια των πανιών του. Αναχώρησε στις 22 Αυγούστου 1826 μετά την επισκευή του και έφτασε στο Ναύπλιο στις 3 Σεπτεμβρίου 1826 όπως προαναφέραμε.

    Τα πυροβόλα της έφτασαν το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Πρώτα εστάλησαν από την Αγγλία στις ΗΠΑ και μετά στην Ελλάδα, για να μην παραβιαστεί η Βρετανική ουδετερότητα. Το πλοίο μπήκε σε επιχειρησιακή ετοιμότητα στην Ελλάδα το 1826. Ήταν το πρώτο, παγκοσμίως ατμοκίνητο πλοίο με πολεμική δράση. Κάτω από τις εντολές του Άστιγκς, η Καρτερία γρήγορα κέρδισε τη φήμη επίφοβου πολεμικού πλοίου. Μεταξύ των άλλων επιτυχημένων πολεμικών ενεργειών της, περιλαμβάνεται η επιδρομή στο λιμάνι της Ιτέας, στον Κορινθιακό κόλπο, στις 17 ή 18 Σεπτεμβρίου κατά την οποία ανατίναξε ή βύθισε 4 οθωμανικά πλοία.       


    Ο ΄Αστιγκς στάθηκε ένας από τους πιο άξιους και τους καθαρούς φιλέλληνες που ήρθαν να πολεμήσουν για τη λευτεριά μας. Ήρθε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1822, εργάσθηκε εθελοντής στην κορβέτα «Θεμιστοκλής» του Τομπάζη, πολέμησε στην πολιορκία του Ναυπλίου και στην Κρήτη και τέλος κατάφερε, όπως προαναφέραμε, να φτιάξει στην Αγγλία την «Καρτερία». Τον Ιανουάριο του 1827, πολεμώντας παλικαρίσια πάνω σε μια πάσαρα του Μεσολογγίου, πληγώθηκε βαριά από πυροβολισμό και έπειτα από λίγο πέθανε στη Ζάκυνθο όπου τον μετέφεραν για θεραπεία. Αυτόν τον άνδρα, που έχασε τη ζωή του στα 34 χρόνια του και που τα κόκαλά του βρίσκονται θαμμένα στον Πόρο, δίκαια πρέπει να τον τιμάμε. Υπηρετώντας ένα ιδανικό, τον αγώνα του λαού μας να ξεσκλαβωθεί, έμεινε πιστός σε αυτό ως το θάνατο.

    Ο λόρδος Κόχραν, που πολλοί τον παρουσιάζουν σαν φιλέλληνα, μάλλον στάθηκε με τη μάσκα του φίλου, εχθρός της πατρίδας μας. Ας δούμε τα έργα του.

    Αφού εισέπραξε προκαταβολή 37.000 λίρες από το δεύτερο δάνειο για τα κατορθώματα που θα έκανε στην Ελλάδα, βεβαίωνε πως με δύο φρεγάτες και τρία ατμοκίνητα θα έφτανε μέχρι την Πόλη «πυρπολών παν ό,τι θα συνήντα εις την διάβασίν του», όπως γράφει ο Τρ. Κωνσταντινίδης. Οι δύο λοιπόν απεσταλμένοι μας στο Λονδίνο για τη σύναψη των δανείων, ο Ιωάννης Ορλάνδος , γαμπρός των Κουντουριωταίων με καταγωγή από το Κρανίδι (όχι ο Αναστάσιος Ορλάνδος, που έγραψε τα «Ναυτικά»), και ο Νικόλαος Λουριώτης, βάλθηκαν να του φτιάξουν πέντε ατμοκίνητα. Το συμφωνητικό με το μηχανικό Galloway για τέσσερις μηχανές το υπόγραψε ο εντιμότατος σερ Edward Ellice με προθεσμία να τις παραδώσει μέσα σε δυόμισι μήνες ενώ γνώριζε, καθώς γράφει ο Τρ. Κωνσταντινίδης, ότι ο γιος του Galloway ήταν στην υπηρεσία του πασά της Αιγύπτου και στο μηχανουργείο του δεν είχε τα μέσα να κατασκευάσει ούτε μία μηχανή μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Κόχραν άλλαξε τα σχέδια των μηχανών. Όταν του έλεγαν να αφήσει τους πειραματισμούς (ήταν άραγε μόνο πειραματισμοί;), γιατί η Ελλάδα με αυτές τις καθυστερήσεις χανόταν, ο λόρδος αποκρίθηκε: Δεν πειράζει, θα αποχτήσουμε έτσι μεγαλύτερη τιμή σώνοντάς την. Και οι μηχανές του Κόχραν, που δεν τον ένοιαζε αν θα χανόμαστε αφού θα μας έσωζε, αποδείχτηκαν βέβαια σκάρτες. Του ενός μάλιστα από τα ατμοκίνητα, του «Ακαταμάχητου», σκάσανε τα καζάνια μόλις πήγαν να τα δοκιμάσουν στον Τάμεση και βούλιαξε το καράβι. Αναγκάστηκαν λοιπόν να τις αλλάξουν και στα άλλα. Και από τα πέντε ατμοκίνητα, που για αυτά φαγώθηκαν 150.000 λίρες από τους ναυπηγούς της Αγγλίας, κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα η «Επιχείρησις», που ήρθε τον Αύγουστο του 1827 και ο «Ερμής», τον Οκτώβριο του 1828, και τα δύο κυριολεκτικά άχρηστα, όπως γράφει πάλι ο Τρ. Κωνσταντινίδης. Κυβερνήτης του πρώτου ήταν ο Άγγλος Χάσκετ, που όπως αναφέρεται στο «Αρχείον Ύδρας», «συγχυσθείς αγνοούμεν πως με έναν Γάλλον  και θέλων ίσως αυτόν να φονεύση εκ προμελέτης, εφόνευσεν αντ’ αυτού με ξίφος την συμπολίτην μας Αλεξανδρή Αντωνίου Στεφανή, όστις τότε εκοιμάτο εν ησυχία».   

    Ο Κόχραν έφτασε στην Ελλάδα το Μάρτιο του 1827. Αντί δύο μήνες, έκανε δύο χρόνια να έρθει. Καλύτερα να μην ερχόταν, γιατί τα κατορθώματά του στάθηκαν τόσα πολλά, που παραλίγο θα χανόμαστε από αυτά. Όταν ήρθε, επήγαν και οι μπουρλοτιέρηδές μας να τον χαιρετήσουν, που ένας από αυτούς ήταν και ο Νικόδημος. Τους σφίγγει τα χέρια και τους λέει:

    -Ε, θα παραβγούμε τώρα! Θα φτιάσω κάτι μπουρλότα που δε θα χαλάνε μόνο καράβια, αλλά και ολόκληρα κάστρα! Οι μπουρλοτιέρηδές μας τον ρώτησαν πως μπορούσε να γίνει αυτό το θαύμα; Και ο λόρδος τους αποκρίθηκε:

    -Το μπουρλότο θα πλησιάζει το κάστρο. Θα του βάζουμε τότε φωτιά. Οι μπόμπες του θα τινάζονται ψηλά και πέφτοντας μέσα σε αυτό, θα γκρεμίζουν και θα καίνε το κάθε τι. Τέτοιο φόβο θα πάρουν οι Τούρκοι, που θα παρατάνε τα κάστρα και θα φεύγουν! Και ο Νικόδημος σημειώνει: 

    «Τα τοιαύτα θα θεωρούνται μυθώδη, αλλά βεβαιώ τους αναγνώστας ότι έγραψα γυμνήν και καθαράν την αλήθειαν, έγραψα δηλαδή ό,τι εκ στόματος του ιδίου λόρδου ήκουσα».

    Έδωσαν λοιπόν στον Κόχραν ένα καράβι να φτιάξει στον Πόρο το θαυματουργό «μυριόφουρνον», όπως τον ονόμασε. Αντί ξύλα και μαραγκούς, ζήτησε πέτρες και χτίστες και άρχισε να χτίζει το αμπάρι του. Έβλεπαν οι δικοί μας τα παράξενα, αλλά δεν τολμούσαν να πουν τίποτα μια και ήταν τόσο ξακουστός ναύαρχος. Αφού πια «θαύμασαν» το μυριόφουρνό του, σήκωσαν πανιά με κυβερνήτη τον ίδιο για να λάβει μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία του στην Αλεξάνδρεια. Αλλά μόλις βγήκαν από το στενό του Πόρου, άνοιξε από το βάρος της κατασκευής του μυριόφουρνου και άρχισε να κάνει νερά. Το γύρισαν πίσω και το παράτησαν άδοξα να βουλιάξει.

    Οι πρώτοι που μας σύστησαν αυτόν τον τσαρλατάνο λόρδο, ήταν οι τραπεζίτες αδελφοί Ρικάρντο, που διαχειριζόντουσαν το δεύτερο δάνειο και άρπαξαν από αυτό όσα τράβαγε η όρεξή τους. Μας έλεγαν, όπως αναφέρεται στα αρχεία των Κουντουριωτών:

« Ο Θεός μας έστειλεν τούτον τον θείον άνθρωπον και ημείς δεν ηξεύρομεν να ωφεληθώμεν». Και για να μη φανεί πως υπερβάλουμε, ας δούμε τι έγραφαν τότε οι «Τimes» του Λονδίνου: «Η Ελληνική υπόθεσις επροδόθη, και επροδόθη εν Αγγλία, ενώ θα εθριάμβευεν αν δεν υπήρχαν ούτε η Αγγλία, ούτε το χρηματιστήριόν της».

Μοντέλο της «Καρτερία».


Πηγές: Δημήτρης Φωτιάδης Ιστορία 4, Κανάρης.  Κωνσταντινίδης.  Αρχείον Ύδρας. Google.