Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

«Τα τριφύλλια πάντα ανθίζουν»


«Τα τριφύλλια πάντα ανθίζουν»
Αν οι συμπατριώτες μου αισθάνονται υπερήφανοι για την Γ’ Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Ερμιόνη, εγώ, η εγγονή του Βασίλη και της Παρασκευής Οικονόμου, είμαι υπερήφανη για πολύ περισσότερους λόγους.
Το σπίτι στο οποίο συνήλθε και συνεδρίασε η Γ’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων, είναι αυτό στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα μου. Το σπίτι του πατέρα, του παππού και του προπάππου της.

Η πενιχρή αυτή οικία αγκάλιασε ανθρώπους τεσσάρων γενεών.  Ανθρώπους απλούς , τίμιους, περήφανους , με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αυτό της μπέσας.  Στοιχείο δυνατό, το οποίο επίσης διέκρινε και το Γέρο του Μοριά. Είμαι επίσης πολύ περήφανη, διότι τα πρόσωπα της οικογένειας , στο πέρασμα των αιώνων , ουδέποτε τύλιξαν την ψυχή τους σε υφάσματα ιδιοτέλειας.
Η γιαγιά μου η Παρασκευή, ήταν γνωστή σε όλους για την καλοσύνη και τη φιλοτιμία της.
Τη θαλπωρή και τη βοήθειά της, δε γνώρισαν μόνο τα συγγενικά της πρόσωπα.  Στα δύσκολα της κατοχής, προσέφερε απλόχερα και ανιδιοτελώς, το βούτυρο και το τυρί του παππού του Βασίλη, το κρέας  και το γάλα, το λάδι και το ψωμί το ζυμωτό, σ όλους  εκείνους τους Σπετσιώτες  και τους Υδραίους που έβγαιναν ρακένδυτοι και πεινασμένοι στον κόλπο  της Κουβέρτας. Η παρουσία της και η προσφορά της, έχουν μείνει ανεξίτηλες στην καρδιά τους και τώρα πια, πίνουν νερό στην ψυχή της.

Τραγικές φιγούρες στα μάτια μου, από τα παιδικά μου κιόλας  χρόνια, η γιαγιά μου και ο αδελφός της μητέρας μου.
Με λεβεντιά  και υπερηφάνεια,  σήκωσε το δικό του σταυρό. Βουβός ο πόνος για το χαμό του πατρικού του σπιτιού, πνιγμένος σε μια κούπα κρασί και λυτρωμένος στην αγκαλιά των δικών του. Λυγμοί εσωτερικοί, σπαρακτικοί , ηχηροί όμως , μόνο δε όσους αισθάνονται και καταλαβαίνουν. Περπάτησε το μονοπάτι  της ζωής, έχοντας στις αποσκευές του, στοιχεία των γονιών του την καθαρότητα της ψυχής την ταπεινότητα, την τιμιότητα, τη μπέσα, την ευχή τους.
Γιαγιά μου,

τα τριφύλλια  είναι πάντα εκεί κι ανθίζουν.
Τι κι αν τα σκέπασαν οι πλάκες στην αυλή σου. Τις δροσοσταλίδες στα φυλλαράκια τους,  που χάιδευα μικρή στα πρωινά- πόσο τις λάτρευα- πάντα τις αγγίζω.
Τώρα πια, όχι με τα δάχτυλά  μου, αλλά    με την  ψυχή μου, αφού εκεί στάζει η δική σου η ψυχή τα δάκρυά της.

Η εγγονή σου
Μαντώ   Κ.  Κομμά