Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

«Η αξιοζήλευτη ευνοϊκή συμβίωση» κατά την Τουρκοκρατία.


«Η  αξιοζήλευτη  ευνοϊκή  συμβίωση»  κατά  την  Τουρκοκρατία.
Του Γιάννη Λακούτση

Η  καθιέρωση του  απάνθρωπου  και  ανατριχιαστικού  θεσμού  του  παιδομαζώματος,  γνωστό  στις  τουρκικές  πηγές  με  τον  όρο  devshirme,  στις  περιοχές  εφαρμογής  του  στην  άλλοτε  ακμάζουσα  Οθωμανική  Αυτοκρατορία,  ξάφνιασε  ολόκληρο  τον  χριστιανικό  κόσμο.  Όπως  συνέβη  στα  ισλαμικά  σουλτανάτα  της  Αιγύπτου  και  του  Ιράν,  έτσι  και  οι  Οθωμανοί  συγκρότησαν  ένα  στρατό  από  σκλάβους  και  εμπιστεύθηκαν  τις  διοικητικές  υποθέσεις  του  κράτους  σε  ειδικά  εκπαιδευμένους  σκλάβους,  γιατί  όταν  ο  σουλτάνος  παραχωρούσε  την  εξουσία  σε  άτομα  που  του  είχαν  τυφλή  υποταγή,  τότε  εξασφάλιζε  την  απόλυτη  κυριαρχία  του.  Οι  περισσότεροι  από  τους  σκλάβους  αυτούς  ήταν  πρώην  αιχμάλωτοι ,  η  προέρχονταν  από  σκλαβοπάζαρα.  Τον  17ο  αιώνα  έφθαναν  μόνο  στην  Κωνσταντινούπολη  20.000  δεσμώτες  το  χρόνο.  Τον  15ο  και  16ο  αιώνα  οι  περισσότεροι  σκλάβοι  προέρχονταν  από  το  παιδομάζωμα,  το  οποίο  αφορούσε  τα  αγόρια.  Το  σύστημα  αυτό  λειτουργούσε  από   το  τέλος  του  14ου  αιώνα. Το γιατί  δεν  γίνονταν  σκλάβοι  του  σουλτάνου  οι  μουσουλμάνοι,  εξηγεί  ο  καθηγητής  της  τουρκικής  ιστορίας  του  Πανεπιστημίου  της  Άγκυρας,  Χαλίλ  Ιναλτσίκ:  «Θα  έκαναν  κατάχρηση  του  προνομίου  τους.  Οι  συγγενείς  τους  στις  επαρχίες  θα  καταπίεζαν  τους  ραγιάδες,  θα  απαιτούσαν  την  κοινωνική  άνοδό  τους  και  δεν  θα  πλήρωναν  τους  φόρους  τους.  Θα  γίνονταν  αντάρτες.  Αν  όμως  τα  χριστιανόπουλα  δέχονταν  το  Ισλάμ,  θα  γίνονταν  φανατικοί  οπαδοί  της  πίστης  και  εχθροί  των  οικείων  τους,  και  οι  συγγενείς  τους  δεν  θα  είχαν  περαιτέρω  αξιώσεις».
Εξαιρούνταν  του  παιδομαζώματος  οι  κάτοικοι  πόλεων,  όπως  η  Κωνσταντινούπολη,  τα  Ιωάννινα,  ο  Γαλατάς  η  Ρόδος  η  Αθήνα, αν  και  η  Αθήνα  το  έζησε  τουλάχιστον   δύο  φορές  και  άλλες  πόλεις,  λόγω  ειδικής  συνθήκης  κατά  την  παράδοσή  τους  στους  Οθωμανούς,  καθώς  επίσης  και  διάφορες  ομάδες  χωρικών  υπηκόων  που  πρόσφεραν  ιδιαίτερες  υπηρεσίες  στο  κράτος,  όπως  εργάτες  σε  μεταλλεία  και  αλυκές,  φύλακες  δρόμων  και  οι  κάτοικοι  ορισμένων  βακουφίων  (ευαγών  ιδρυμάτων).  Από  τις  μαρτυρίες  των  σύγχρονων  βυζαντινών  συγγραφέων  Δούκα,  Χαλκοκονδύλη,  αποδεικνύεται  ότι  τα  παιδιά  που  στρατολογούνταν  έπρεπε  να  είναι   14-20  χρόνων. Είναι  αλήθεια  όμως  ότι  γινόταν  και  στρατολογία  παιδιών  μικρότερης  ηλικίας,   τα  οποία  προορίζονταν  για  την  «εσωτερική  υπηρεσία  της  σουλτανικής  αυλής»  και  ονομάζονταν  ιτς ογλαν .  Ποια  ακριβώς  ήταν  η  «εσωτερική  υπηρεσία»,  μας  δίνουν    μια  ιδέα   τόσο  ο  Αλέξανδρος  Υψηλάντης  στην   ιστορική  Προκήρυξη  στις  24  Φεβρουαρίου  1821  στο  Ιάσιο,  όπου  μαρτυρεί  όχι  μόνο  στρατιωτικό  παιδομάζωμα  αλλά  και  σεξουαλικό  - παιδοφιλικό,  όσο ο  Αδαμάντιος  Κοραής  και  ο  Κωνσταντίνος  Κούμας:   «Στρέψατε  τους  οθφαλμούς  σας,  ω  Συμπατριώται,  και  ίδετε  την  ελεεινήν  μας  κατάστασιν!  Ίδετε  τους  ναούς  καταπατημένους!  Εκεί  τα  τέκνα  μας  αρπαζόμενα  διά  χρήσιν  αναιδεστάτην  της  αναιδούς  φιληδονίας  των  βαρβάρων  τυράννων  μας! …».   ( «Μάχου  υπέρ  Πίστεως  και  Πατρίδος»).   «… μας  αρπάζουσιν  από  τους  πατρικούς  κόλπους  και  αυτά  τα  τέκνα,  δια  να  τα  κατηχώσιν  εις  την  θρησκείαν  του  Μωάμεθ,  η  να  τα  μεταχειρίζωνται… ω  Γραικοί,  και  πώς  να  προφέρη  το  στόμα  μου  τοιαύτην  των  Γραικών  καταισχύνην;  δια  να  τα  μεταχειρίζωνται  εις  τας  ασελγείς  και  παρανόμους  αυτών  ηδονάς…». ( «Σάλπισμα  Πολεμιστήριον»  Αδαμ.  Κοραή).

« Οι  άγριοι  Γιανίτσαροι  κατάτρωγαν  τους  πτωχούς  χριστιανούς  ασπλάγχως … Πολλοί  έπιπταν  θύματα  των  Γιανιτσάρων  ατιμωρητί  εις  τους  δρόμους… Η  τιμή  των  αρρένων  εθυσιάζετο  εις  τα  άγρια  πάθη  των» (Κων.  Κούμας,  κορυφαία  μορφή  του  νεοελληνικού  διαφωτισμού,  μαθητής  του  Αδ. Κοραή).    «Δια  της  σύστασιν  και  οργάνωσιν  των  γενναίων  Γιανιτσαρικών  μου  ταγμάτων  στρατεύονται  και  αποστέλλονται  εις  τα  οτζάκια  των  Γιανιτσάρων  οι  από  15  εως  20  ετών  καλλίμορφοι,  αρτιμελείς  και  προς  πόλεμον  κατάλληλοι  νέοι  των  απίστων..»  ( φιρμάνι  της  29ης  Μαρτίου  1601,  προς  τις  τουρκικές  αρχές  της  Ρούμελης). «Αρχικά,  κάθε  χρόνο,   1.000  τουλάχιστον   ήταν  τα  χριστιανόπουλα  που  αρπάζονταν  με  κάθε  τρόπο  -  είτε  από  τους  υπηκόους  είτε  από  τους  εχθρούς-  και  εξισλαμίζονταν  με  τη  βία  για  να  ανατραφούν  ως   γενίτσαροι.  Κατόπιν,  οι  γενίτσαροι   στρατολογούνταν  κυρίως  από  τους  νεαρούς  χριστιανούς  αιχμαλώτους…», γράφει  ο  Κ. Παπαρρηγόπουλος  στην  Ιστορία  του  Ελληνικού  Έθνους, στον  18ο  τόμο, « Πότε  νομοθετήθηκε  αυτό,  είναι  άγνωστο»  συνεχίζει  ο  ιστορικός  « ίσως  την  εποχή  του  Μωάμεθ  Β’.  Οριστικό  έγινε  στην  εποχή  του  Σελίμ  Α’  και  του  Σουλεϊμάν  Α’ .  Τότε  κανονίστηκε  η  τακτική  στρατολόγηση  των  χριστιανόπουλων  στο  κράτος  θα  γινόταν  κάθε  πενταετία.  Σύντομα  όμως   άρχισε  να  πραγματοποιείται  πιο  συχνά,  κάθε  τετραετία,  έπειτα  κάθε  τριετία,  κάθε  διετία  και  τελικά  κάθε  χρόνο  και  κάθε  φορά  που  υπήρχε  ανάγκη.  Αρχικά  από  το  σύνολο  των  παιδιών  κάθε  τόπου  αφαιρούσαν  το  ένα  πέμπτο  τα  πιο  όμορφα  και  πιο  υγιή.  Κατά  παρόμοιο  τρόπο  τα  παλιότερα  χρόνια  έπαιρναν  ένα  μόνο  αγόρι  από  κάθε  οικογένεια,  αλλά  με  την  πάροδο  του  χρόνου  δύο  και  τρία,  ακόμη  και  το  μοναδικό  αγόρι,  το  οποίο  πρωτύτερα  εξαιρούνταν.  Αρχικά  διάλεγαν  αγόρια  έξι  η  επτά  ετών,  κατόπιν  όμως  και  δέκα  έως  δεκαπέντε  ετών… Σώζονταν  μόνο  όσοι  κατοικούσαν  στα  παράλια  και  μπορούσαν  να  διαφύγουν  με  τα  παιδιά  τους  κυρίως  προς  τις  ενετικές  περιοχές.  Όσοι  πάλι  προσπαθούσαν  να  αντισταθούν  τιθασεύονταν  με  τη  βία…Ωστόσο  το  αίσθημα  της  ιδιοτέλειας  είναι  τόσο  δυνατό  στον  άνθρωπο,  ώστε  ο  Γερμανός  αυτόπτης  μάρτυρας  Γέρλαχ  ισχυρίζεται  ότι  άλλοι  γονείς  παρέδιδαν  πρόθυμα  τους  γιούς  τους,  που  ανυπομονούσαν  να  απολαύσουν  την  πλούσια  ζωή  του  παλατιού.  Μάλιστα  το  κακό  έφτασε  σε  τέτοιο  σημείο,  ώστε  το  1554  ο  πρεσβευτής  της  Βενετίας  στην  Κωνσταντινούπολη,  Δομίνικος  Τρεβιζάνος,  ανέφερε  ότι  το  παιδομάζωμα,  που  πρωτύτερα  θεωρούνταν  η  μεγαλύτερη  συμφορά,  κατάντησε  να  θεωρείται  ευτύχημα…».  Γι  αυτό  και  σήμερα,  οι  Έλληνες  αναθεωρητές  ιστορικοί,  μας  διαβεβαιώνουν  πως  είναι  « ανακρίβεια  και   στερεότυπο,  η  αντίληψη  ότι  η  Οθωμανική  αυτοκρατορία  ήταν   απολίτιστη  και  συνεχώς  βίαιη  έναντι  των  Ελλήνων και  άλλων  χριστιανών.  Διότι  κάτω  από  την  οθωμανική  διοίκηση,  κατακτητές  και  κατακτημένοι  απολάμβαναν  μια  αξιοζήλευτα  ευνοϊκή  συμβίωση».  Προσπαθούν  να  μας  πείσουν  πως  δεν  υπήρχαν  βίαιοι  εξισλαμισμοί,  κι  ας  εξέφραζε  την  απορία  του  ο  Γάλλος   ιησουίτης  ιερωμένος  Φρανσουά  Ρισάρ,  εκδίδοντας   τις  εντυπώσεις  του  από  την  Τουρκία  το  1657, όταν  αναρωτιόταν   πώς  ήταν  δυνατόν  να  υπάρχουν  ακόμη  χριστιανοί:  « Πολλές  φορές  απορώ  πώς  κατόρθωσε  να  επιβιώσει  τόσο  καιρό  η  χριστιανική  πίστη  στην  Τουρκία,  και  πώς  υπάρχουν  1.200.000  άνθρωποι   στην  Ελλάδα  που  ομολογούν  ότι  είναι  χριστιανοί.  Και  να  σκεφτεί  κανείς  ότι  ποτέ  από  την  εποχή  του  Νέρωνα,  του  Δομητιανού  και  του  Διοκλητιανού,  οι  διωγμοί  δεν  ήταν  τόσο  σκληροί,  όσο  αυτοί  που  υποφέρει  σήμερα  η  ανατολική  εκκλησία…».  Ας  γράφει  ο  Σπύρος  Τρικούπης  στην  Ελληνική  ιστορία,  τα  δεινά  που  έπαθαν  κλήρος  και  λαός:  « Την  αυτήν  δε  κυριακήν  του  Πάσχα  εκρέμασεν  η  Πύλη  και  τρεις  των  φυλακισθέντων  αρχιερέων,  τον  Εφέσου,  τον  Αγχιάλου  και  τον  Νικομηδείας.  Ο  τελευταίος  ούτος,  υπέργηρως  ων,  πριν  φθάση  εις  τον  τόπον  της  ποινής,  πεσών  κατά  γης  εξεψύχησεν,  αλλά  και  νεκρός  εκρεμάσθη,  τόσον  δε  ελύσσων  οι  Τούρκοι  κατ’  εκείνας  τας  ημέρας,  ώστε  όχι  μόνον  εφόνευαν  σωρηδόν  αυθεραίτως  και  αφόβως  όσους  απήντων  Έλληνας,  αλλά και  ως  αν  δεν  ήρκουν  εις  χορτασμόν  τα  αίματα  των  ζώντων,  επιστόλιζαν,  περιφερόμενοι  αχαλινότως,  και  αυτούς  τους  κρεμαμένους,  και  διεμέλιζαν  και  τους  επί  γης  νεκρούς… Ουδαμού  δε  της  πόλεως  ετόλμα  Χριστιανός  να  φανή  η  των  παραθύρων  να  προκύψη…». Ας  αναφέρεται  σε  βιβλίο  του,  ο  Πουκεβιλ  για  τη  σφαγή  της   Σαμοθράκης  και  τις  χιλιάδες  νεκρούς  της.  Επειδή  όμως    θεωρούν  αναξιόπιστο,  τον  Γάλλο  Διπλωμάτη,   ας  διαβάσουν   τα  Απομνημονεύματα  του  αξιόπιστου,  Βαχίτ  Πασά,  τοποτηρητή  της  Χίου   που  καμαρώνει   για  τη  σφαγή  στο  νησί,  τον  Απρίλιο  του  1822:  « τους  μεν  ηλικιωμένους  επέρασαν  γενναιότατα  εν  στόματι   μαχαίρας,  παρομοίως  και  τας   ηλικιωμένας   γραίας…».  

Κάνουν  πως  δεν  άκουσαν    για  την  καταστροφή  της  Κάσου  των  7.000  ψυχών  ( Ιούνιος  1824)  όπου  μετά  τη  σφαγή  το  νησί  ερήμωσε,  ή  την  καταστροφή  των  Ψαρών,  για  την  οποία  ο  Παπαρηγόπουλος  γράφει:  «Ο  πληθυσμός  του  νησιού  ανερχόταν  σε  30.000  ψυχές,  από  τις  οποίες  μόνο  7.000  ήταν  Ψαριανοί.  Από  τους  τελευταίους  3.000  γλίτωσαν  τη  σφαγή,  ενώ  από  τους  πρόσφυγες  17.000  ή  θανατώθηκαν  ή  πουλήθηκαν  ως  ανδράποδα…» (τ. 20). Δεκάδες  ακόμη  μαρτυρίες  Πατριαρχών,  Επισκόπων  και  Μητροπολιτών  μιλούσαν  για  « ποτάμι  που  χυνόταν  των  ορθοδόξων  τα  αίματα».   Το  σώμα  των  γενιτσάρων  διαλύθηκε  από  τον  Μαχμούτ  τον  Β’  το  1826.  Όσο  πρώιμα  και  αν  καταργήθηκε  το  παιδομάζωμα,  για  δύο  αιώνες  η  συγκρότηση  του  τάγματος  των  γενιτσάρων  από  χριστιανόπουλα  γινόταν  με  ακρίβεια.  «Οι  άνδρες  που  αποσπάστηκαν  συνολικά  από  τον  χριστιανισμό  για  να  επανδρώσουν  τα  γενιτσαρικά  τάγματα,  ήταν,  περίπου,  ένα  εκατομμύριο. Δεν  πρέπει  να  ξεχνάμε  ότι  οι  γενίτσαροι  δεν  παντρεύονταν  και  ότι  ήταν  τα  πιο  όμορφα  και  εύρωστα  παιδιά.  Επομένως,  το  ένα  εκατομμύριο  δεν  εκπροσωπούσε  άτομα  αλλά  οικογένειες.  Η  μείωση,  λοιπόν,  του  συνολικού  χριστιανικού  και  αναλογικά  του  ελληνικού  πληθυσμού  ήταν  ανυπολόγιστη,  οπωσδήποτε  όμως  τεράστια»  (Παπαρρηγόπουλος).  Για   αυτό  το «ευτύχημα»  μιλάνε  σήμερα  οι  αναθεωρητές  ιστορικοί.  Αλλά  η  Ιστορία  έχει   γραφτεί.

Τα  αρραβωνιάσματα



(Νικ. Γύζη «Τα  Αρραβωνιάσματα» 1875)

Χαρακτηριστικές  είναι  οι  μαρτυρίες  που  υπάρχουν  στη  λογοτεχνία,  σχετικές  με  την  αναγκαιότητα  αρραβωνιάσματος  των  μικρών  αγοριών  για  το  φόβο  της  αρπαγής  τους.  Μια  από  αυτές  τις  μαρτυρίες,  βρίσκουμε   σ το  διήγημα  του  Γεωργίου  Βιζυηνού:  

Το  μόνον  της  ζωής  μου  ταξίδιον»

«…Ναι,  ναι,  ψυχή  μου,  είπεν  ο  παππούς  αναστενάξας  και  γενόμενος  αίφνης  σύννους.  Εσείς  ζήτε  σε  χρυσούς  καιρούς  τώρα,  σε  χρυσούς  καιρούς!  Ταξιδεύετε  σ’  ό,τι  ώρα  θέλετε,  σ’  όποια  χώρα  θέλετε.  Και  το  κάτω  κάτω,  ψυχή  μου,  ξέρετε  τι  είστε.  Εμείς  εζούσαμεν  σε  βίσεκτους  καιρούς,  δυστυχισμένους  χρόνους!  Οι  μάναις   μας  εγονάτιζαν  μπρος  σταις  εικόναις,  ψυχή  μου,  και  έκλαιαν  στην  Παναγία  η  να  τους  δώση  κορίτσι,  η  να  σκοτώση  το  παιδί,  που  είχανε  στα  σπλάχνα  τους,  δια  να  μη  γεννηθή  αγόρι.  –Γιατί  παππού;  -Γιατί,  κάθε  λίγο  και  πολύ,  είπεν  ο  παππούς  ολονέν  σκυθρωπότερος,  έβγαινε,  ψυχή  μου,  το  Γιανιτσαριό-  κάτι  μεγάλοι  και  φοβεροί  Τουρκαλάδες,  με  τ’  αψηλά  τα  «καβούκια»,  με  τα  κόκκινα  καβάδια,  κ’  εγύριζαν  αρματομένοι  στα  χωριά,  με  τον  «ιμάμην»  εμπρός  με  τον  «τσελάτη»  καταπόδι,  κ’  εμάζωναν  τα  ευμορφότερα   χριστιανόπαιδα,  ψυχή  μου,  και  τα  τούρκευαν.  –Γιατί  παππού;  -  Για  να  τα  κάμουν Γιανίτσαρους,  είπεν  ο  γέρων  αγανακτών.  Για  να  τα  κάμουν  σαν  τον  εαυτό  τους,  να  έρχωνται  πίσω  στην  χώρα,  σαν  μεγαλώσουν  και  ξεχάσουν  που  είναι  Ρωμηόπουλα,  να  σφάζουν  τους  ίδιους  των  γονείς,  που  τα  γέννησαν,  και  ν’  ατιμάζουν  ταις  ίδιαις  των  αδελφαίς,  που  βύζαξαν  από  ένα  γάλα!  Γι  αυτό,  εξηκολούθησεν  έπειτα,  όταν  εγεννήθηκα  εγώ,  ψυχή  μου,  και  μ’  εβάφτισαν,  μ’  έβγαλαν  «Γεωργιά»  που  θα  πη,  μου  έδωκαν  θηλυκόν  όνομα,  καθώς  έβγαζαν  τότε  Κωνσταντινιά  και  Θανασία  και  Δημήτρω- όλα  αρσενικά  παιδιά,  ψυχή  μου,  με  θηλυκόν  όνομα- Και  μαζί  με  το  όνομα,  μ’  εφόρεσαν  και  κοριτσίστικα  ρούχα.  Όσα  χρονάκια  πέρασαν,  ψυχή  μου,  τόσαις  φοραίς  από  την  θύραν  του  σπιτιού  μας  δεν  εβγήκα,  σαν  καψοκόριτσο  που  θάρρευα  να  είμαι.  Σαν  έγεινα  καμμιά  δεκαριά  χρονώ,  με  πιάνει  μιαν  ημέρα  -Θεός  σχωρέσ’  τονα-  ο   κύρης  μου,  με  καθίζει  στο  σκαμνί,  με  κόφτει  ταις  μεγάλαις  μου  πλεξούδαις,  μου  βγάζει  τα  φουστανέλια  και:  - Διες  εδώ,  με  λέγει,  Γεωργιά,  από  σήμερα  και  να  πάγη  είσαι  «Γεώργης»,  είσαι  αγόρι  από  αύριο  και  να  πάγη  είσαι  άνδρας,  ο  άνδρας  της Χρουσής,  που  παίζετε  κάθε  μέρα  ταις  κούκλαις  και  τα  πεντόβολα.  Αυτό  ήταν  όλο  κι  όλο,  που  με  είπε,  και  μ’  εφόρεσε  τ’  αγορίστικα  ρούχα. Την  άλλη  την  ημέρα,  ψυχή  μου,  ήλθαν  τα  βιολιά  και  τα λαγούτα,  και  μ’  επήραν  στην  εκκλησιά,  και  μ’  εστεφάνωσαν  με  την  γιαγιά  σου.  – Πώς  παππού;  Έτσι  μικρός  που  ήσουνα;  -  Ναι,  ψυχή  μου,  είπεν  ο  παππούς  συναπορών  και  αυτός. Ακόμα  δεν  έμαθα  πώς  να  δένω  το  καινούριο  μου  καβάδι,  και  μ’  έδωσαν  και  γυναίκα  για  να  κυβερνήσω!  Μα   - είπεν  είτα  συνωφρυωμένος- έπρεπε  να  γένη.  Περισσότερον  καιρό  δεν  ειμπορούσαν  να  με  κρύψουν  και  το  φερμάνι  έλεγε,  πως  μόνον  τους  ανύπανδρους  να  παίρνουν  οι  Γιανίτσαροι.  Μ’  επάνδρεψαν  λοιπόν  « εν  πομπή  και  παρατάξει»,  και  έτσι,  ψυχή  μου,  αντί  να  με  πάρη  κανένας   Γιανίτσαρος – μ’  επήρεν  η  γιαγιά  σου…