Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

1965 ένα ελληνικό τρεχαντήρι απο το Κρανίδι διασχίζει πρώτο τη διώρυγα του Σουέζ

1865: Ένα ελληνικό τρεχαντήρι από το Κρανίδι διασχίζει πρώτο στον κόσμο την διώρυγα του Σουέζ Λίγα κατασκευαστικά έργα έχουν αλλάξει τόσο πολύ τον ρου της ιστορίας όσο η διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ η οποία δεν αναμόρφωσε μόνο τα δεδομένα στην παγκόσμια ναυσιπλοϊα και στo εμπόριο.
Το έργο-θαύμα του 19ου αιώνα μειώνοντας το χρόνο των ταξιδιών διά θαλάσσης προς τα ασιατικά λιμάνια-αφού πριν τα πλοία έπρεπε να κάνουν τον διάπλου της αφρικανικής ηπείρου- μείωσε σημαντικά το κόστος μεταφοράς αγαθών με ό,τι σημαίνει αυτό για την παγκόσμια οικονομία ενώ κατέστησε ακόμη πιο προσβάσιμες τις χώρες της Μέσης Ανατολής και γενικότερα τις ασιατικές με εμφανείς τις επιρροές σε επίπεδο πολιτισμικό, κοινωνικό κλπ.
Η Διώρυγα του Σουέζ είναι μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη στον κόσμο με συνολικό μήκος 193,3χιλ., πλάτος έως και 200μ και βάθος 11,6μ. Ουσιαστικά «ενώνει» τη Μεσόγειο Θάλασσα με την Ερυθρά Θάλασσα και ξεκινά από την πόλη-λιμάνι Πορτ Σάιντ που είναι ο λιμένας εισόδου στη Μεσόγειο και καταλήγει στον λιμένα Σουέζ ενώ κατά μήκος του καναλιού υπάρχει ακόμη μία πόλη-λιμάνι, η Ισμαηλία.
Το 1854 ο γάλλος διπλωμάτης και μηχανικός Κόμης Φερδινάνδος Λεσσέψ έπεισε τον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Σαΐντ Πασά να ξεκινήσει το έργο διάνοιξης και το 1858 η κατασκευαστική εταιρεία που ανέλαβε το έργο- με όρο την εκμετάλλευσή του για 99 χρόνια- υπέγραψε το σχετικό συμβόλαιο. Στις 21 Μαρτίου 1859 τα συνεργεία έπιασαν δουλειά. Το έργο ήταν τιτάνιο για τα δεδομένα και τα μέσα της εποχή, όσο και απαιτητικό αλλά τελικά παραδόθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1869. Το συνολικό κόστος κατασκευής έφθασε τα 100εκατ δολάρια ενώ χρειάστηκαν 42.000 εργάτες για να φέρουν σε πέρας το έργο.
Στην κατασκευή της διώρυγας συμμετείχαν και Έλληνες, κυρίως από την Κάσο και το Καστελόριζο ενώ στις πόλεις- λιμάνια στις όχθες του καναλιού, αναπτύχθηκαν ελληνικές παροικίες που άνθισαν επί σειρά ετών.
Η σύνδεση της Ελλάδας με τη διώρυγα του Σουέζ ανάγεται από την αρχή του μεγαλεπήβολου έργου στα μέσα του 19ου αιώνα. Ελληνικά χέρια είχαν σκάψει για τη διάνοιξη της διώρυγας που ξεκίνησε το 1859 με τα σχέδια του Φερδινάνδου Λεσέψ και ολοκληρώθηκε μετά από δέκα χρόνια. Στην κατασκευή μετείχαν Δωδεκανήσιοι από το Καστελλόριζο, την Αστυπάλαια, την Πάτμο, τη Ρόδο, αλλά κυρίως από την Κάσο.
Πολλοί νησιώτες άλλωστε με τις «σκαμπαβίες» τους ταξίδευαν σε εκείνα τα νερά και αποκαλούσαν το ακρωτήρι «Κάβο Πουλιό».

Εκεί εργάστηκαν και ρίζωσαν παρά τις τρομερές συνθήκες με την έλλειψη νερού, τον καύσωνα, τα έλη και τις επιδημίες χολέρας και τύφου.
«Ο Λεσέψ χρειάστηκε προσωπικό και πολλοί αναζήτησαν καλά μεροκάματα. Βέβαια οι συνθήκες ήταν δύσκολες, έσκαβαν... με τα νύχια και αρκετοί άνθρωποι σκοτώθηκαν» λέει ο κ. Χρήστος Καβαλλής, πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας στο Κάιρο. «Επίσης χρειάστηκαν Ελληνες που ήταν καλοί ναυτικοί για να πιλοτάρουν μέσα στη διώρυγα και με αυτό τον τρόπο άνθησε η παροικία κατά μήκος του Σούεζ. Σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της παροικίας προέρχεται από τις κοινότητες που δημιουργήθηκαν εκείνα τα χρόνια στο Πόρτ Σαιντ και την Ισμαηλία. Αρχικά είχαν έρθει τουλάχιστον 4.000 Ελληνες και πολλοί είχαν ρίζες από την Κάσο».
Τη συμβολή των Ελλήνων στο έργο αναγνώρισε και ο Λεσέψ και κάλεσε τους Κασίους δηλώνοντας ότι ήθελε να ικανοποιήσει κάποιο αίτημά τους. Εκείνοι ζήτησαν η νέα πόλη που επρόκειτο να κτιστεί, να λάβει το όνομα «Νέα Κάσος». Ομως είχε ήδη αποφασιστεί ότι θα έφερε το όνομα του Χεβίδ Σάιντ πασά και ονομάστηκε Πορτ Σάιντ.

Όμως γρήγορα η πόλη απέκτησε ελληνικό χρώμα, όπως και η Ισμαηλία με κοινότητες, εκκλησία, καταστήματα, σχολεία.
Πριν από την αποπεράτωση της διώρυγας του Σουέζ (1869), ένα τρεχαντήρι από το Κρανίδι, διασχίζει πρώτο την διώρυγα, μήκους 168 χλμ.

Γράφει η εφημερίδα ΜΕΡΙΜΝΑ στις 15.2.1866

...Ιδού δε περί τούτου γράφει ο εν Αλεξανδρεία άξιος αντιπρόσωπος της Ελλάδος προς την Κυβέρνησιν. “Περί τα τέλη του παρελθόντος Δεκεμβρίου τρεχαντήριον εκ Κρανιδίου, κυβερνώμενον υπό του πλοιάρχου Νόννη, με φορτίον ελαίου, διέπλευσεν από Πορτ-Σαϊτ εις Ισμαηλίαν διά της διώρυγος του θαλασσίου ύδατος της Μεσογείου. Εκ δε της Μεσογείου κεντρικής νέας πόλεως της Ισμαηλίας εισελθόν διά των κεκλεισμένων εις την διώρυγα του γλυκέος ύδατος αφίχθη εις Σουέζ της Ερυθράς θαλάσσης, όπου επώλησε επωφελώς το εαυτού εμπόρευμα. Ούτως εμπραγματοποιήθη η πρόρρησις του προέδρου της Παγκοσμίου Εταιρείας του Ισθμού του Σουέζ, ειπόντος..., ότι το πρώτον πλοίον, το οποίον θέλει διαπλεύσει την διώρυγα του Ισθμού είσθαι ελληνικόν”.