Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Το δε ναυτικόν τέχνη εστί


Το δε ναυτικόν τέχνη εστί
(Θουκυδίδης)  

Δημήτρης Τουτουντζής 

Για την Ελλάδα, τον κατ’ εξοχήν αυτό θαλάσσιο τόπο και τους κατοίκους του, ο Γ. Μιστριώτης έχει γράψει: «Μη φοβείσθε διά το μέλλον της ημετέρας φυλής δίκην αθαλασσώτων, διότι εστέ θαλασσογενείς και θαλασσοβίωτοι». Και ο Γ. Τερτσέτης, που έγραψε τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη: «Από τα δύο στοιχεία, γη και πέλαγος, το δεύτερο είναι πολυτιμώτερον δι’  ημάς. Από παντού αγναντεύουμε θάλασσα, και εις τες ημέρες μας, που έχομεν δύναμιν θαλασσινήν με σιτοκάραβα επολεμήσαμε. Ο άξιος γεμιτζής μάχεται με την βοήθεια των ανέμων και ας είναι μικρό το καυκί του. Αυτήν την τέχνην ήξευρε ο περίφημος Μιαούλης εις τες ναυμαχίες του με τον εχθρό. Το είπε και ο Θεός των Ελλήνων πως η σωτηρία της Ελλάδος είναι η θάλασσα, με τον χρησμό του να σωθούν οι Έλληνες εις το ξυλόκαστρο».
    Από τον ομηρικό κατάλογο των πλοίων, όπου φαίνεται η ναυτική ισχύς των Ελλήνων με τα συγκεντρωμένα στην Αυλίδα 1200 περίπου πλοία, μέχρι τη σημερινή εποχή όπου κυρίαρχος των ωκεανών παραμένει ο ελληνόκτιτος εμπορικός στόλος, ισχύει αυτό που είπε ο Καλλικρατίδας: ΄΄δεδιέναι ου χρη ει
θαλασσοκρατούμεν΄΄ (δεν πρέπει να φοβόμαστε ενόσω επικρατούμε στη θάλασσα).

    Οι σχέσεις των προγόνων μας με τη θάλασσα είναι αποδεδειγμένο ότι υπήρχαν από πολλές χιλιάδες χρόνων πριν τη γέννηση του Χριστού. Είναι γνωστό ότι πρώτο βεβαιωμένο εμπορικό δρομολόγιο είναι αυτό από τη νήσο Μήλο στο Φράχθι της Ερμιονίδας και ανάγεται στο 8000 π.Χ. Η ανεύρεση στην Θεσσαλία και Κύπρο οψιανού ηφαιστειογενούς λίθου της Μήλου, αποδεικνύει ότι οι Πελασγοί διέθεταν προηγμένη ναυσιπλοΐα τουλάχιστον από την 8η χιλιετία π.Χ. Η αρχαιότερη βάρκα της Ευρώπης είναι αυτή η οποία ανακαλύφθηκε στο λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού της Καστοριάς και χρονολογείται στην 6η χιλιετία π.Χ.

    Ο καθηγητής Αρβανιτόπουλος γράφει: «μετά την ανακάλυψι του σκληρού μετάλλου περί το 2500  π.Χ. οι Έλληνες, δυνηθέντες ευχερώς να ναυπηγώσι, ετέθησαν μετά ζήλου εις την έρευναν των θαλασσών. Ο άριστος των ερευνητών υπήρξε ο Ιάσων και οι Αργοναύται αυτού. Δια των πολλών εξερευνητικών ταξιδίων ωφελήσαντες την ανθρωπότητα τα μέγιστα».

    Η νεότερη λέξη εφοπλιστής, η οποία σημαίνει διαχειριστής και δευτερευόντως πλοιοκτήτης, παράγεται από το ρήμα εφοπλίζω με την έννοια ετοιμάζω, εξοπλίζω.

    Στην αρχαιότητα υπήρχε η εορτή Πανδυσία προς τιμήν των ναυτικών, κάτι ανάλογο προς τη Ναυτική εβδομάδα, που έχουμε σήμερα.

    Τα πρώτα επώνυμα και διάσημα πλοία του Ελληνικού Ναυτικού ήσαν: η ΔΑΝΑΪΣ του Δαναού, η ΑΡΓΩ του Ιάσωνα και η ΘΗΣΗΙΣ του Θησέα. Ανέκαθεν, όλα σχεδόν τα πλοία, οι τριήρεις των Ελλήνων, έφεραν  όνομα θηλυκού γένους, γι’ αυτό και ο Αριστοφάνης αποκαλεί τις αθηναϊκές τριήρεις, παρθένους.

    Αναφέρουμε ακόμη ότι οι φάροι θεωρούνται εφεύρεση του Παλαμήδη, για τις ανάγκες της νυκτερινής ναυσιπλοΐας.

    Ο Θουκυδίδης αναφέρει για το πυρπολικό, ότι ήταν  πλοίο γεμάτο με εύφλεκτα υλικά προς  πυρπόληση εχθρικού και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Σικελία από τους  Συρακούσιους εναντίον των πλοίων των Αθηναίων. Γέμισαν  μια παλαιά ολκάδα (πλοίο

φορτηγό) με εύφλεκτα υλικά και βάζοντας φωτιά το άφησαν να παρασυρθεί από τον άνεμο προς τα αθηναϊκά πλοία.

    Ας δούμε τώρα ποιοι αποτελούσαν το πλήρωμα σε μία τριήρη.

Τριήραρχος, ο κυβερνήτης της τριήρης.

Πρωρεύς ή Πρωράτης, ο υποπλοίαρχος.

Κελευστής ή Τροφοδότης ή Ταμίας, ο τρίτος στην τάξη.

Τριηραύλης, ο αυλητής που με αυλό έδινε το ρυθμό στους κωπηλάτες ώστε να                        κωπηλατούν όλοι σύγχρονα και με αρμονία.

Δίοποι ή Ναυφύλακες, αυτοί που κρατούσαν σκοπιά.  

Τοίχαρχοι, αυτοί που φυλάνε τα πλευρά του πλοίου.

Εσχαρεύς, ο μάγειρος.

Στόλαρχος ή Ναύαρχος ή Στρατηγός, ο αρχηγός του στόλου.

Επιστολεύς, ο μετά το Στόλαρχο.

Πληρώματα, σχοινοβάτες, αρμενιστές, μεσοναύτες, κωπηλάτες.

Θρανίται, οι κωπηλάτες της άνω σειράς για τριήρεις

Ζευγίται, οι κωπηλάτες της μεσαίας σειράς.

Θαλαμίται, οι κωπηλάτες της κάτω σειράς.

Πρόκωποι, οι κωπηλάτες προς την πλώρη.

Επίκωποι, οι κωπηλάτες προς την πρύμνη.  

Επιβάται, οι στρατιώτες που επέβαιναν στην τριήρη.

    Εκτός από τις τριήρεις υπήρχαν και διάφορα άλλα πλοία, όπως εκατόντορος, τριακόντορος, εικόσορος, εννήρης, επτήρης, ανάλογα με τον αριθμό των κουπιών. Εφόλκιον, μικρό πλοίο ρυμουλκούμενο από άλλο μεγαλύτερο. Κέλητες, πλοία γρήγορα κατάλληλα για καταδιώξεις. Βάρις,  πλοίο με πλατύ πυθμένα και μικρό βύθισμα για να μεταφέρει εμπορεύματα σε περιοχές με μικρό βάθος, κ.α.

    Η τριήρης,, το διάσημο αυτό κωπήλατο πλοίο της ελληνικής αρχαιότητας έφερε τρεις επάλληλες σειρές κουπιών. Οι κωπηλάτες της χωρίζονταν σε 31 θρανίτες της επάνω σειράς, 27 ζευγίτες της μεσαίας και 27 θαλαμίτες της κάτω σειράς, χαμηλά μέσα στο σκάφος. Κύριο προωστήριο μέσο της τα κουπιά και βοηθητικό, δύο τετράγωνα πανιά. Κύριο όπλο της το έμβολο, με επένδυση από παχύ στρώμα χαλκού. Κυριάρχησε στις θάλασσες περισσότερο από 1000 χρόνια. Πρωτοναυπηγήθηκε στην Κόρινθο, από τον Αμεινοκλή, γύρω στο 650 π.Χ. Είχε μήκος 37 μ., πλάτος 5,20 μ., βύθισμα 1,50 μ. και εκτόπισμα 70 τόνους. Το πλήρωμά της αποτελούσαν 200-300 άνδρες, κωπηλάτες και επιβάτες, δηλαδή πολεμιστές οπλισμένοι με τόξα αλλά και ακόντια. Κυβερνήτης του πλοίου ο τριήραρχος. Βοηθοί του 5 αξιωματικοί και 4 υπαξιωματικοί. Το πλήρωμα το αποτελούσαν μόνον ελεύθεροι πολίτες, οι οποίοι κωπηλατούσαν υπό τους ήχους του «τριηρικού μέλους» που μελωδούσε ο τριηραύλης, κάτι που ίσχυε για όλα τα ελληνικά πλοία, ενώ οι άνδρες των πληρωμάτων του βαρβαρικού στόλου κωπηλατούσαν μαστιγωμένοι. Η επιχείρηση εμβολισμού και απεμβολισμού απαιτούσε υψηλή ναυτική γνώση και τέχνη. Τα κυριότερα ναυπηγικά της χαρακτηριστικά παραμένουν ακόμη άγνωστα.

    Τα ονόματα των τριήρων τα οποία γράφονταν πάνω από το ζωγραφισμένο επί της πλώρης οφθαλμό, κατά πλειοψηφία ήσαν γένους θηλυκού. Αναφέρουμε μερικά όπως αναγράφονται σε Πειραϊκές Στήλες που  ανακαλύφθηκαν: Αριστονίκη, Αμυνομένη, Ανδραγαθία, Δύναμις, Ηγησώ, Λέαινα, Σαλαμινία, Πάραλος, Πολεμονίκη κ.α.  

    Πάντοτε κατά την κατασκευή των πλοίων παρίσταται καθοδηγώντας η θεά Αθηνά,

δηλαδή η Σοφία και ο Νους. Η Αθηνά δίδαξε το Δαναό πώς να κατασκευάσει την πρώτη πεντηκόντορο, τα κουπιά της οποίας κράτησαν οι πενήντα Δαναΐδες. Η Αθηνά επέβλεψε την κατασκευή της Αργώς για την Αργοναυτική εκστρατεία, τοποθετώντας μάλιστα στο σκάφος τεμάχιο ξύλου το οποίο είχε την ικανότητα να μιλάει, να προλέγει, να συνεννοείται.

    Ο Όμηρος μας πληροφορεί ότι η Αθηνά, προετοιμάζοντας το ταξίδι του Τηλέμαχου στην Πύλο, ζητεί πλοίο από τον Νοήμονα γιο του Φρονίου. Και στην Ιλιάδα γράφει ότι το ξύλο το καραβίσιο ισιώνει με τη νουθεσία της Αθηνάς.    



Πηγή: Άννα Τζιροπούλου – Ευσταθίου, «Ο εν τη λέξει λόγος».