Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Περί νομισμάτων και τραπεζών


Περί νομισμάτων και τραπεζών




   
Δημήτρης Τουτουντζής 

Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους η απόκτηση των απαραίτητων  προς το ζην γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων. Ο καθένας έδινε εκείνο το οποίον του περίσσευε. Από τα πρώτα «μέτρα» εμπορικής ανταλλαγής υπήρξε ο τάλαρος (ετυμολογικά από το τλάω-ω), πλεκτός κάλαθος από λυγαριά για να αντέχει μεγάλο βάρος. Από τον τάλαρο κατάγονται τα σημερινά τελάρα αλλά και τα τάλιρα, τα οποία κακώς λαμβάνονται ως ξένες λέξεις. Στη Ρώμη υπήρχε βωμός της Αφροδίτης ονομαζόμενος «Επιταλάριος, ο οποίος διέθετε κάνιστρο για προσφορές. Έτσι πέρασαν οι τάλαροι στη Δύση.

    Τελικά, ως προτιμότερο μέσο συναλλαγής, καθιερώθηκαν τα βοσκήματα (πρόβατα, βόδια, χοίροι κ.λ.π.). Στην εποχή του Ομήρου κοινό μέτρο αξίας ήταν το βόδι. Γι’ αυτό και «πολυβούτης» σήμαινε πλούσιος, ενώ «αβούτης» σήμαινε φτωχός.

    Ακολούθησε το «μέταλλον», ως μικρότερου όγκου και μεγαλύτερης αξίας από αυτή των βοσκημάτων. Επιπλέον μπορούσε να αποταμιευθεί εύκολα και χωρίς να φθαρεί. Αρχικά ως αντικείμενα συναλλαγής από μέταλλο χρησιμοποιήθηκαν πέλεκες και οβελίσκοι. Πρόκειται περί της προκερματικής περιόδου.

    Το πρώτο ελληνικό κέρμα-νόμισμα το έκοψε ο Φείδων του
Άργους κατά τον Η΄ αιώνα π.Χ. στην Αίγινα (πανάρχαιο εμπορικό κέντρο) της οποίας ήταν τότε κυρίαρχος. Το αιγινήτικο αυτό νόμισμα απεικόνιζε μία θαλάσσια χελώνα και κυριάρχησε  στη διακίνηση του εμπορίου μέχρι να εκτοπισθεί από την Αθηναϊκή δραχμή, η οποία  ετυμολογείται από το ρήμα «δράττομαι». Στην ουσία σημαίνει «δράγμα» = χούφτα, δηλαδή πόσους οβολούς χωρούσε η χούφτα.

    Εκατό δραχμές ισοδυναμούσαν με μία αττική μνα. Ετυμολογικά, πιθανόν να έχει σχέση με τις «μνάδες»=αίγες, και πάλι δηλαδή συνειρμός βοσκημάτων, όπως ακριβώς το νόμισμα «βους» από το βόδι.

    Ο στατήρας ετυμολογείται από το ίστημι. Διέφερε κατά τόπους ως προς την τιμή, ισοδυναμούσε όμως κυρίως με δίδραχμο αργυρό ή χρυσό. Ως μονάδα βάρους ήταν το 1/5 της μνας, η δε μνα το 1/6 του τάλαντου.

    Το τάλαντο (όμοια από το τλάω όπως και ο τάλαρος), ήταν κυρίως τεμάχιο χρυσού, διαφορετικού βάρους κατά τόπο. Κυριολεκτικά, τάλαντο σημαίνει ζυγαριά. Η διαδικασία του ζυγίσματος λεγόταν ταλάντευση. Ο Σόλωνας καθόρισε το αθηναϊκό τάλαντο ίσο με 63 μνες.

    Πολύ αργότερα, με τη λέξη τάλαντο καθορίστηκε το πνευματικό προσόν, η πνευματική αξία, η ιδιοφυία, το ταλέντο.

    Συνήθως η κάθε πόλη, η κάθε περιοχή, χάραζε πάνω στο νόμισμά της το ιδιαίτερο έμβλημά της. Η Αίγινα τη θαλάσσια χελώνα, η Ηλία τον αετό του Δία, η Δήλος τη λύρα του Απόλλωνα, η Μένδη το Σειληνό επάνω σε όνο (γι’ αυτό και ο γάιδαρος μέχρι σήμερα αποκαλείται κυρ-Μέντιος), η Νάξος το Διόνυσο και αμφορέα οίνου, το Μεταπόντιο το στάχυ και τη Δήμητρα, η Ποσειδωνία τον Ποσειδώνα, η Φαιστός τον ταύρο και η Αθήνα την Αθηνά και την γλαύκα. Το αργυρό αυτό αθηναϊκό τετράδραχμο υπήρξε το διάσημο και ισχυρό νόμισμα του αρχαίου κόσμου κατασκευασμένο από άργυρο των μεταλλείων του Λαυρίου.

    Κάτω από της στέγη της Μακράς Στοάς στο λιμάνι του Πειραιά, οι κεφαλαιούχοι που είχαν ως αντικείμενο εμπορίας το χρήμα, έστηναν ο καθένας το δικό του «τραπέζιον»

συναλλαγής (τραπεζίτες) και εξασκούσανε το επάγγελμά τους, την «τραπεζιτεία». Όταν αργότερα συγκεντρώθηκαν πολλοί μαζί σε ένα κατάστημα κοινό και μετέφεραν εκεί τα «τραπέζιά» τους, δημιούργησαν τις πρώτες Τράπεζες. Η πρώτη γνωστή τράπεζα στην ιστορία είναι η Πειραιώτις Τράπεζα  υπό την επωνυμία «Αντισθένης και Αρχέστρατος».  

    Από πολύ νωρίς, πιθανότατα πριν από τον 6ο αιώνα π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά (και ιδιαίτερα σ’ αυτά με πανελλήνια αναγνώριση, όπως τα ιερά του Απόλλωνα στους Δελφούς και στη Δήλο) διάφορα ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε ιερά, που πρόσφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίστηκε από τη δράση ορισμένων ευφυών ιδιωτών. Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησαν τις πρώτες τράπεζες.    

     Οι ενδείξεις που διαθέτουμε για τη δραστηριότητα τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αιώνα π.Χ. Ως γνωστόν, ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτος είχε αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού ενός ατόμου που θα αντάλλασε τα διάφορα νομίσματα εντελώς αναγκαία. Έπρεπε να υπάρχουν ειδικοί που να αναγνωρίζουν, π.χ. , τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. Έπρεπε ακόμη να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα, αφού κυκλοφορούσε και κάλπικο χρήμα, και να εντοπίζουν τα ελιποβαρή.

    Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τη φύλαξη χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.α., οι τράπεζες δεν φαίνεται να εισέπρατταν φύλακτρα. Επομένως από τη δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να είχαν κέρδη, δεν έδιναν όμως τόκο για βραχυπρόθεσμες καταθέσεις.

    Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε π.χ. στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αιώνα το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10% ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των δανείων.

    Ένας από τους πιο σημαντικούς τραπεζίτες στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ. ήταν ο Πασίων. Τα περισσότερα γι’ αυτόν τα γνωρίζουμε από τους λόγους του Δημοσθένη τα οποία έγραψε για τον Απολλόδωρο, το γιό του Πασίωνα. Ο Πασίων ήταν απελεύθερος και μία από τις περιπτώσεις δούλων στους οποίους ανατέθηκαν από τους κυρίους τους εμπιστευτικές θέσεις και κατάφεραν να ανελιχθούν με την ικανότητά τους. Αρχίζοντας από πολύ χαμηλά, ο Πασίων μάζεψε στη διάρκεια της ζωής του τριάντα τάλαντα περιουσία, αφού μόνο από το εργοστάσιο κατασκευής ασπίδων, το οποίο είχε στο μεταξύ αποκτήσει, εισέπραξε 6.000 δραχμές.

    Ως τραπεζίτης, ο Πασίων διακρίθηκε τόσο πολύ στη δουλειά και στην αντίληψη που

είχε για τις επιχειρήσεις, που οι κύριοί του τον απελευθέρωσαν. Λέγεται ότι οι

καταθέσεις σε τράπεζες χωρίς προκαθορισμένο προορισμό όπου οι τραπεζίτες εκτελούσαν διαδοχικές πληρωμές σε τρίτους σύμφωνα με αντίστοιχες εντολές των καταθετών, ήταν μια εφεύρεση του Πασίωνα. Για τις μεγάλες υπηρεσίες που προσέφερε στην αθηναϊκή πολιτεία του απονεμήθηκαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα και αναγνωρίστηκε ως δημότης Αχαρνών, πράγμα πολύ σπάνιο για όποιον ήταν κάποτε δούλος.

    Ο Πασίων πέθανε γύρω στα 370 π.Χ.



Πηγές: 1ον  Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου, «Ο εν τη λέξει Λόγος».      

            2ον  Διαδύκτιο.