Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Τίποτα

Τίποτα
Old Boy | 01.05.2017 | 16:50


Άνοιξε ένα μαγαζί που πουλούσε απολύτως τίποτα.
Δυσκολεύτηκε λίγο να περιγράψει την επιχείρησή του σε εφορίες κι επιμελητήρια, αλλά έτσι ήταν πάντα, δύσκολα κατατάξιμος. Είχε όμως πάντα και τον τρόπο του. Τον βρήκε κι εδώ κι άρχισε να λειτουργεί κανονικά και με το νόμο.
Η πολύ θετική πλευρά της καινοτόμου ιδέας του, η πλευρά δηλαδή των μηδενικών εξόδων για προμήθεια των αγαθών που εμπορευόταν, ερχόταν δυστυχώς αντιμέτωπη με την πολύ αρνητικότερη πλευρά της καινοτόμου ιδέας του, την πλευρά δηλαδή των πολύ χαμηλών προσδοκιών για έσοδα από την επιχειρηματική του δραστηριότητα.

Φύσει αισιόδοξος άνθρωπος όμως, εγκαταστάθηκε στο μαγαζί του, κάθισε σε μια καρέκλα πίσω από ένα τραπέζι -τα οποία ήταν και τα μοναδικά αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στο μαγαζί αν εξαιρέσεις τις άλλες δύο καρέκλες που υπήρχαν μπροστά από το τραπέζι- και περίμενε.
Η ταμπέλα έξω από το μαγαζί ήταν μονολεκτική: ένα ξερό ΤΙΠΟΤΑ.
O κόσμος που περνούσε απ' έξω, το ποσοστό τουλάχιστον του κόσμου που περνούσε απ' έξω και δεν ήταν χαμένο είτε στις σκέψεις του είτε στο κινητό του και κοιτούσε στα αλήθεια τι γίνεται γύρω του, αυτό το μικρό εν πάση περιπτώσει ποσοστό, κοντοστεκόταν παραξενεμένο έξω από το κατάστημα, κοιτώντας μια την ταμπέλα και μια προς τα μέσα όπου έβλεπε μόνο ένα τραπέζι, μια κατειλημμένη καρέκλα πίσω του και δυο κενές μπροστά του. Και έφευγε είτε θεωρώντας ότι πρόκειται για μια δράση της Documenta είτε μην θεωρώντας τίποτα, δεν είναι απαραίτητο να θεωρεί ο καθένας κάθε στιγμή κάτι, αρκετά με τις θεωρήσεις, τις θεωρίες και τα θεωρήματα.

Έτσι πέρασε η πρώτη μέρα. Έτσι πέρασε και η δεύτερη. Έτσι κόντευε να περάσει και η τρίτη, μέχρι που μπήκε μέσα ένας κύριος, πενηνταπεντάρης, με δερμάτινο μπουφάν, γραβάτα και λαχανί πουκάμισο. Και παντελόνι φόραγε και κάλτσες και παπούτσια αλλά αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο στην ιστορία. Ενώ τα άλλα τον οπτικοποίησαν κάπως, τον πήραν από αυτό το εντελώς αφηρημένο. Οπότε να πούμε και ότι ήταν μάλλον ψηλός και σίγουρα εύσωμος και αρκετά κακοχυμένος. Αλλά φόραγε ένα άρωμα που μύριζε ευχάριστα.

Πλησίασε τον καταστηματάρχη και τον ρώτησε αν έχει βάλει POS. Εκείνος του απάντησε ναι, φυσικά.
Ωραία γιατί δεν είχε μετρητά μαζί του, παρά μόνο κάτι εντελώς ψιλά. Ναι, αλλά τι θα ήθελε να αγοράσει;
Καλή ερώτηση, τι ακριβώς θα μπορούσα να αγοράσω; Τίποτα.
Ναι, το είδα στην ταμπέλα, αλλά τι ακριβώς εννοείτε με αυτό; Δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος γρίφος.
Δηλαδή, θέλετε να μου πείτε, ότι δεν πουλάτε απολύτως τίποτα; Είπα εγώ αυτό, κύριε μου; Είπα ότι δεν πουλάμε; Πουλάμε είπα.
Μα τι; Τίποτα.
Τίποτα απολύτως; Απολύτως, αλλά επειδή είστε ο πρώτος πελάτης και μας κάνετε σεφτέ, στην περίπτωσή σας μπορούμε να κάνουμε μια εξαίρεση και να σας δώσουμε και σχετικώς τίποτα.
Τι είναι το σχετικώς τίποτα δηλαδή; Καλή ερώτηση, με πιάνετε απροετοίμαστο, έχετε δίκιο, προσπάθησα να είμαι υπερβολικά γενναιόδωρος και υποσχέθηκα κάτι που δεν μπορώ να παραδώσω. Όχι λοιπόν, φοβάμαι πως μόνο απολύτως τίποτα έχουμε.

Μάλιστα. Και για να καταλάβω τι ακριβώς είναι το απολύτως τίποτα;
Μα συγγνώμη, να ψωνίσετε ήρθατε ή να κάνουμε φιλοσοφικές συζητήσεις; Μήπως είστε ένας από αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους που με την πρώτη ευκαιρία αρπάζετε έναν εντελώς άγνωστό σας άνθρωπο και τον πιάνετε στην ακατάσχετη πάρλα; Λυπάμαι κύριε μου, αλλά έχουμε δουλειά εδώ και δεν μπορούμε να συζητάμε για το φύλο των αγγέλων.
Όχι, όχι, με παρεξηγήσατε, είπε, βγάζοντας ένα μαντήλι από την τσέπη του λαχανί του πουκαμίσου και σκουπίζοντας λίγο το ιδρωμένο μέτωπό του. Ειλικρινή απορία εξέφρασα για να ξέρω κι εγώ τι θα αγοράσω. Πώς το βλέπετε κι εσείς; Γουρούνι στο σακί θα πάρω; Δεν πρέπει να γνωρίζω πρώτα;
Ακούστε, καλέ μου κύριε. Εσάς μπορεί να σας φαίνονται χαριτωμένα όλα αυτά, αλλά πιστέψτε με δεν είναι.
Κι αν δεν πιστεύετε εμένα μπορεί να σας διαβεβαιώσει όποιος έχει αντέξει να φτάσει ως αυτήν εδώ τη γραμμή.
Επειδή λοιπόν ούτε εγώ είμαι αργόσχολος ούτε βρισκόμαστε σε μια εποχή που υπάρχουν άνθρωποι που αντέχουν να διαβάζουν τόσες πολλές αράδες, πολλώ μάλλον όταν αυτές είναι για το τίποτα, σας παρακαλώ για χάρη όλων μας να συντομεύετε και να αποφασίσετε: θέλετε ή δεν θέλετε τίποτα;


αναπαραγωγή: Έλλη Βασιλάκη