Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Περί δούλων και βαρβάρων


Περί δούλων και βαρβάρων

Δημήτρης Τουτουντζής 

Είναι γνωστό ότι οι αρχαίες κοινωνίες υπήρξαν δουλοκτητικές. Ο νικημένος εχθρός γινόταν δούλος του νικητή και παρέμενε στην υπηρεσία του, εκτός αν οι συγγενείς του τον απελευθέρωναν καταβάλλοντας λύτρα.
    Στρατόπεδα συγκεντρώσεως και δεσμωτήρια δεν υπήρχαν. Ο αιχμάλωτος πολέμου δεν ήταν δυνατό να αφεθεί  ελεύθερος, αφού κατά την αναμέτρηση με τον αντίπαλο (σύμφωνα πάντοτε με τα ελληνικά ιδεώδη) δεν νίκησε αλλά ούτε έπεσε μαχόμενος. Παραδόθηκε, αναδείχθηκε ήττων (κατώτερος, ολιγότερος), δηλαδή ηττήθηκε. Γι’ αυτό στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη δουλέμπορος δεν υπάρχει. Υπήρχαν βέβαια και δούλοι αγοραστοί. Ο Όμηρος αναφέρεται σε αυτούς.
    Γενικά οι Έλληνες φέρονταν καλά στους δούλους τους. Ο Πλάτωνας στους Νόμους συνιστά αφ’ ενός μεν να μην υποδουλώνονται Έλληνες, αφ’ ετέρου δε να γίνεται καλή μεταχείριση των δούλων. Στην Ελλάδα δούλοι και κύριοι ζούσαν αρμονικά, συνδεόμενοι με στοργή, φροντίδα, συμπάθεια,
οικειότητα. Ο ιστορικός Κορδάτος παραδέχεται, ότι οι δούλοι στη Ελλάδα δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική σημασία της λέξης. Είναι παραγιοί και ψυχογιοί, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες. Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του γένους. Ακόμα και οι βασιλείς δουλεύουν. Ο Οδυσσέας φτιάχνει μόνος το κρεβάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με δουλειές του χεριού. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι και μετά παίζει μαζί τους με την μπάλα.
    Οι δούλοι εκτελούσαν χρέη θυρωρού, μαγείρου, παιδαγωγού, καλλιεργητού, βοσκού. Οι θεραπαινίδες ασχολούνταν με τα οικιακά. Υπήρχαν επίσης οι δημόσιοι δούλοι οι οποίοι εκτελούσαν χρέη οδοκαθαριστή, αστυνομικού, κλητήρα Δικαστηρίου. Οι σκληρότερα εργαζόμενοι δούλοι ήσαν οι απασχολούμενοι στους μύλους και στα μεταλλεία του Λαυρίου. Συνήθως έστελναν εκεί τους ανέντιμους και κακού χαρακτήρα δούλους, ως τιμωρία. Οι Έλληνες, φορείς υψηλού πολιτισμού και παιδείας, συμπεριφέρθηκαν πάντοτε στους δούλους με τρόπο ανθρωπιστικό.
    Ο κακομεταχειριζόμενος δούλος είχε τη δυνατότητα να καταφύγει ως ικέτης στους βωμούς των ιερών ναών, κατά προτίμηση στο βωμό των Ερινύων ή του Θησέα, οπότε ο κύριός του υποχρεωνόταν να τον μεταπωλήσει. Ο νόμος προστάτευε τον δούλο όπως ακριβώς και τον ελεύθερο άνθρωπο εναντίον των βιαιοπραγιών. Παραχωρούσε μάλιστα στο δούλο και ένα συνήγορο για κάθε αμφισβήτηση σχετικά με την περίπτωση απελευθερώσεώς του.
    Μερικοί δούλοι με προσόντα έφθασαν να κατακτήσουν αξιοζήλευτες θέσεις στην κοινωνία της εποχής τους. Η Επιγραφή της Γόρτυνας στην Κρήτη, αναφέρει ότι ο δούλος μπορούσε να έχει ζώα δικά του και διάφορα περιουσιακά στοιχεία, έστω και περιορισμένα. Ο χοιροβοσκός Εύμαιος, απευθυνόμενος στον κύριό του τον Τηλέμαχο λέει: «Πάω να φυλάξω το δικό σου και το δικό μου βιός». Επιπλέον, όπως γράφει και ο Γ. Μιστριώτης: «Οι Έλληνες ήσαν φιλάνθρωποι προς τους δούλους και δεν απέκλειον τούτους της παιδεύσεως. Δούλοι εξήρθησαν μέχρι της φιλοσοφίας, όπως ο Μένιππος, ο Επίκτητος κ.α. Ο Μένιππος έγραψε Περί των διαπρεψάντων εν παιδεία δούλων». Οι ελληνικοί νόμοι απαγόρευαν επίσης την κατά αυτοδικίαν παρακράτηση δούλου. Σε περίπτωση αμφιβολίας για το αν κάποιος είναι ελεύθερος ή δούλος, αποφάσιζαν ότι
είναι ελεύθερος. Ο Μιστριώτης γράφει ακόμη: «Η κατάσταση των παρ’ Έλλησι δούλων ήν ήττον καταπιεστική και μάλλον άνετος ή των παρά Ρωμαίοις. Θανατική ποινή, και επί δούλων, ώφειλεν εφαρμόζεσθαι μόνον διά δικαστικής αποφάσεως, και ενταύθα το ελληνικόν έθος και δίκαιον διέφερε του παρά Ρωμαίοις, παρ’ οις ο κύριος κατά το δοκούν επέβαλλε τω δούλω την θανατική ποινήν».
    Ο δεσποτισμός των Ρωμαίων προς τους δούλους άγγιζε τη σκληρότητα των Ασιατών ηγεμόνων. Είναι γνωστό ότι ορισμένοι Ρωμαίοι δε δίσταζαν να ρίχνουν δούλους σε στέρνες με ανθρωποφάγα ψάρια για να παρακολουθήσουν διασκεδάζοντας ποιος δούλος θα καταβροχθιστεί γρηγορότερα. Είναι δε απίστευτο, αλλά όμως αληθινό, ότι εάν κάποια Ρωμαία δέσποινα πλάγιαζε με το δούλο της, δεν παραπέμποταν για μοιχεία, επειδή ο δούλος δεν θεωρείτο άνθρωπος αλλά απλώς πράγμα, αντικείμενο. Γενικά, στη Ρώμη η ζωή των δούλων ήταν χειρότερη και από αυτήν των κατοικίδιων ζώων. Ο ειδικός επί του θέματος μελετητής Τζόες Σμιθ μεταξύ των άλλων γράφει ότι στη Ρώμη, «οι δούλοι θεωρούντο πράγματα. Ήταν αχθοφόρα ζώα, κατάλληλα για κάθε χρήση. Οι πηγές ανεφοδιασμού σε δούλους ήταν πολλές, με κοινό χαρακτηριστικό την βία και την καταπίεση. Χωρίς ενδοιασμούς οι Ρωμαίοι της αρχικής περιόδου, στην εποχή της βασιλείας, στις αρχές της Δημοκρατίας, οργάνωναν μεγάλες επιθέσεις εναντίον γειτόνων τους. Έπιαναν χιλιάδες αιχμαλώτους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Από την Αφρική, την Ισπανία, την Ελλάδα, διοχετεύθηκαν στην Ιταλία εκατοντάδες χιλιάδες δούλοι. Στον Ακράγαντα της Σικελίας αιχμαλωτίσθηκαν 250.000 άτομα. Στην Πάνορμο, το σημερινό Παλέρμο, 14.000 άτομα. Άλλες πηγές ανεφοδιασμού σε δούλους δεν θεωρούνταν παράνομες, όπως ήταν η πειρατεία».
    Η τόσο μεγάλη σκληρότητα των Ρωμαίων προς τους δούλους έγινε αιτία πολλών εξεγέρσεων με κυριότερη αυτήν του Έλληνα δούλου Σπάρτακου, ο οποίος συγκρότησε και εξόπλισε στρατό δούλων. Η εξέγερση του Σπάρτακου συγκλόνισε τα θεμέλια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και λίγο έλειψε να την καταλύσει. Ενώ οι Αθηναίοι δούλοι, όταν κατά την μάχη του Μαραθώνα η Αθηναϊκή δημοκρατία, τους εμπιστεύθηκε και τους έδωσε όπλα, οι δούλοι αυτοί πολέμησαν με μεγάλη αυτοθυσία δίπλα στους ελεύθερους Αθηναίους πολίτες. Και πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, οι Αθηναίοι φρόντισαν για την εξασφάλιση και σωτηρία, τόσο των οικογενειών τους, όσο και των δούλων.
    Οι βάρβαροι δυνάστες της Ανατολής είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των δούλων τους. Ενδεικτικά για τις θηριωδίες τους είναι τα όσα καταθέτει ο Ιστορικός Ρομπέρτο Μπόσι: «Όταν ο Γούλεϋ, στα έτη 1927 και 1928, άρχισε τις ανασκαφές της Ουρ, στον Ευφράτη, η ανθρωπότητα αντίκρισε έκπληκτη μια εξαιρετική συλλογή θησαυρών. Όμως οι ανακαλύψεις του Γούλεϋ είχαν και τη μακάβρια πλευρά τους. Πλάι στους σκελετούς των βασιλέων και των βασιλισσών, υπήρχαν και πολυάριθμοι άλλοι σκελετοί. Σε έναν τάφο βρέθηκε ολόκληρη η βασιλική φρουρά. Σειρές από σκελετούς με χάλκινη περικεφαλαία και τη λόγχη στο χέρι. Πλάι σε μία βασίλισσα κείτονταν εννέα σκελετοί γυναικών. Δύο άμαξες με τους σκελετούς των αμαξηλατών, ήσαν στην είσοδο ενός τάφου, με ζεμένους τους σκελετούς των βοδιών που τις έσερναν. Η βασίλισσα Σουβάδ, μέσα στον τάφου της, ήταν τριγυρισμένη από όλες τις κυρίες των τιμών. Σε μια γωνιά του τάφου ήταν ο σκελετός ενός αρπιστή με το μουσικό όργανο στα χέρια του. Επάνω από το φέρετρο της βασίλισσας κείτονταν δύο σκελετοί ανδρών, που πιθανόν θανατώθηκαν την τελευταία στιγμή. Τους βασιλείς ακολουθούσαν στο θάνατο όλοι όσοι τους υπηρετούσαν στη ζωή, για να συνεχίσουν να τους υπηρετούν και στον κάτω κόσμο».
    Ας κάνουμε σύγκριση. Ο Όμηρος αναφέρει ότι ο χοιροβοσκός Εύμαιος νοσταλγεί τον απόντα κύριό του, τον Οδυσσέα λέγοντας: «μέσα από την ψυχή του με αγαπούσε, και εάν γύριζε θα μου έδινε σπίτι και χωράφια και γυναίκα. Τώρα που χάθηκε έδωσε λύπες στους φίλους του και πιο πολύ σ’ εμένα.. Όπου και αν πάω δε θα βρω τόση φροντίδα, ακόμη και αν γυρίσω στο πατρικό μου σπίτι, στον πατέρα μου και στη μάνα μου». Κατόπιν περιγράφει με πόση στοργή τον μεγάλωσε μαζί με τα δικά της παιδιά, ως ψυχογιό, η μητέρα του Οδυσσέα: «αυτή με έθρεφε μαζί με το στερνοπαίδι της, μ’ αγαπούσε με την καρδιά της, πολύ». Η αφήγηση του χοιροβοσκού διακόπτεται από την ξαφνική εμφάνιση του Τηλέμαχου, που με λαχτάρα και ανησυχία τον περίμεναν να γυρίσει από το επικίνδυνο, λόγω επιβουλής των μνηστήρων, ταξίδι του στην Πύλο και Σπάρτη. Και σπεύδει ο Εύμαιος να τον καλωσορίσει, κλαίγοντας σαν πατέρας που υποδέχεται το μοναχοπαίδι του όταν γυρνά από την ξενιτιά, μετά από πολλά χρόνια, όπως περιγράφει ο Όμηρος. Τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε, λέγοντας: «ήλθες Τηλέμαχε, γλυκό μου φως».
    Αυτή ήταν η συμπεριφορά των πολιτισμένων Ελλήνων προς τους δούλους, σε αντίθεση με αυτήν των βαρβάρων.

Πηγή: Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου, «Ο εν τη λέξει Λόγος».