Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, μέσα από τα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής.


Του Γιάννη Λακούτση


Hauteville  House,  17  feb.1867

Γράφων  τας  γραμμάς  ταύτας,  υπακούω  εις  διαταγήν  προερχομένην  εκ  της  αγωνίας.  Δευτέρα  πρόσκλησις  αποτείνατέ  μοι  εξ  Ελλάδος.  Μία  επιστολή  υπαγορευθείσα  εν  τω  στρατοπέδω  των  επαναστατών  εκ  του  Ομαλού  της  Κυδωνίας,  βεβαμμένη  εν  τω  αίματι  των  μαρτύρων,  συντεταγμένη  εν  τω  μέσω  των  ερειπίων,  των  νεκρών,  της  τιμής  και  της  ελευθερίας,  περιέρχεται  εις  τας  χείρας  μου.  Αύτη  έχει  τι  ηρωικώς  επιτακτικόν.  Φέρει  την  επιγραφήν,  ο  λαός  των  Κρητών  προς  Βίκτωρα  Ούγον,  λέγει  μοι  δε,  εξακολούθησον το  έργον  ου  τινός  ήρξω.  Εγω εξακολουθώ  και  αναλαμβάνω  τον  λόγον,  επειδή  θέλει  τούτο  η  εκπνέουσα  Κρήτη.  Η  επιστολή  φέρει  την  υπογραφήν  Ζιμβρακάκης.  Ο  Ζιμβρακάκης  είναι  ο  ήρως  της  κρητικής  επαναστάσεως,  ής  προδότης  υπάρχει  ο  Σιριδάνης.  Κατά  τινας  γενναίας  ώρας  οι  λαοί  ενσαρκούνται  εν  τοις  στρατιώταις  οι  τινες  συγχρόνως  είναι  πνεύματα,  τοιούτος  ο  Ουασιγκτών,  τοιούτος  ο  Βότσαρης,  τοιούτος  ο  Γαριβάλδης.  Ως  υπέρ  των  μαύρων  ο  Ιωάννης  Βράουν, ως  υπέρ  της  Ιταλίας  ο  Γαριβάλδης,  ούτος  ανέστη  υπέρ  της  Κρήτης  ο  Ζιμβρακάκης.  Εάν  προβή  μέχρι  του  τέλους,  και  θα  φθάση,  εάν  τε  πέση  ως  ο  Ιωάννης  Βράουν,  εάν  τε  θριαμβεύση  ως  ο  Γαριβάλδης,  ο  Ζιμβρακάκης  έσται  μέγας.  Θέλει  τις  να  ακούση  ποί  έφθασεν  η  Κρήτη;  ιδού  τα  γεγονότα. Η  επανάστασις  δεν  απέθανεν,  απώλεσε  την  πεδιάδα,  αλλά  ετήρησε  το  όρος.  Ζη, προσκαλεί, κράζει  εις  βοήθειαν.  Τίνος  ένεκεν  εξανέστη  η  Κρήτη;  Διότι  ο  μεν  Θεός  έπλασεν  αυτήν  τον  κάλλιστον  τόπον  της  οικουμένης,  οι  δε  Τούρκοι την  απέδειξαν  τον  αθλιέστατον… Οι  Τούρκοι  φέρουσι την  νύκτα.  Εξανέστη  επειδή  η  Κρήτη  είναι  Ελλάς  και  ουχί  Τουρκία,  επειδή  ο  ξένος  καθίσταται  αφόρητος,  επειδή  ο  καταθλίβων,  ων  ομόφυλος  δ  ων,  φρικαλέος,  επειδή  δεσπότης  βαρβαροφονών  εν  τη  πατρίδι  του  Ετεάρχου  και  του  Μίνω  είναι  αδύνατος,  επειδή  συ,  Γαλλία  θα  εξανίστασο!  Η  Κρήτη  εξανέστη  και  καλώς  εποίησεν.  Τι  παρήγαγεν  η  επανάστασις  αύτη;  θα  το  είπω.  Μέχρι  της  3  Ιανουαρίου  συνέβησαν  τέσσαρες  μάχαι,  εξ  ών  τρείς  νίκαι  εν  Αποκορώνω,  εν  Βαφέ,  εν  Καστελσελίνω,  και  εν  ένδοξον  δυστύχημα  εν  Αρκαδίω.  Δια  της  επαναστάσεως  η  νήσος  εδιχοτομήθη,  εν  μέρος  αυτής  ανήκει  τοις  Τούρκοις,  το  δ’  έτερον  τοις  Κρησί.  Μια  γραμμή  εργασιών  διέρχεται  δια  του  Ασκύφου  και  Ροκόλι  εκ  Κισσάμου  εις  Λασσίτι  και  εις  Ιεράπετραν. Προ  έξ  εβδομάδων  οι  Τούρκοι  αποδιωχθέντες  δεν  κατείχον  άλλο  ή   μέρη  τινά  της  παραλίας  και  την  δυτικήν  κλιτύν  της  Ίδης  όπου  τα  Αμπέλισσα.  Εν  τοιαύτη  ακμή   εάν  ανύψου  τον  δάκτυλον  η  Ευρώπη  θα  έσωζε  την  Κρήτην. Αλλ’  η  Ευρώπη  δεν  έλαβε  καιρόν.  Κατ’  εκείνην  την  στιγμήν  ετελούντο  γάμοι,  η  δε  Ευρώπη  ίστατο  θεατής  του  χορού.  Γινώσκεται  η  λέξις  Αρκάδιον,  αλλ’  ουχί  και  το  συμβάν.Ιδού  λεπτομέρειαι  ακριβείς  και  σχεδόν  άγνωστοι.  Εν  Αρκαδίω,  μονή  υπό  την  Ίδην  κτισθείση  παρά  του  Ηρακλείου,  εκκαίδεκα  χιλιάδες  Τούρκων  εκτίθενται  κατά  197  ανδρών  και  343  γυναικών  και  παιδίων.  Οι  Τούρκοι  έχουσιν  26  πυροβόλα  και  δύο  βομβιδιβόλα,  οι  Έλληνες  240  τουφέκια.  Η  μάχη  διαρκεί  δύο  νυχθήμερα.  Το  μοναστήριον  τρυπείται  υπό  1200  μεγάλων  σφαιρών,  κρημνίζεται  εις  τοίχος,  εισορμώσιν  οι  Τούρκοι,  εξακολουθούσιν  οι  Έλληνες  μαχόμενοι,  150  τουφέκια  είναι  άχρηστα,  έξ  ώρας  εισέτι  αγωνίζονται  εν  τοις  κελλίοις  και  επί  των  κλιμάκων,  και  δισχίλιοι  νεκροί  κείνται  εν  τη  αυλή.  Τελευταίον  καταβάλλεται  βιαίως  η τελευταία  αντίστασις.  Ανάρυθμοι  ως  μύρμηκες  πληρούσι  την  μονήν  οι  νικηταί  τούρκοι. Μία  μόνη  εναπελείφθη 
πεφραγμένη  αίθουσα  όπου  υπάρχει  η  πυριτιδαποθήκη,  και  εν  τη  αιθούση  ταύτη  πλησίον  βωμού,  εν  τω  μέσω  ομίλου  τέκνων  και  μητέρων  νεαρός  ιερεύς  άγων  το  44  έτος,  ο  ηγούμενος  Γαβριήλ  προσευχόμενος.  Έξωθεν  φονεύονται  οι  πατέρες  και  οι  σύζυγοι  αλλ’  εάν  μη  φονευθώσι,  ουαί  εις  τας  γυναίκας  εκείνας  και  εις  τα  παιδία,  αίτιες  επηγγέλθησαν  εις  δύο  χαρέμια.  Η  δια  του  πελέκεως  κοπτομένη  θύρα  υποχωρεί  και  πίπτει.  Ο  γέρων  λαμβάνει  από  του  βωμού  λαμπάδα,  αναβλέπει  προς  τα  παιδία  και  τας  γυναίκας,  κλίνει  την  λαμπάδα  προς  την  πυρίτιδα  και  τας  σώζει.  Μία  φοβερά  επέμβασις,  η  έκρηξις,  βοηθεί  τους  ηττημένους,  η  αγωνία  μετατρέπεται  εις  θρίαμβον,  η  δε  ηρωική  μονή,  η  δίκην  φρουρίου  αγωνισαμένη,  αποθνήσκει  ως  ηφαίστειον.  Τα  Ψαρά  δεν  είναι  επικώτερα,  το  Μεσολόγγιον  δεν  είναι  υψηλότερον.  Τι  δε  πράτουσιν  αι  κυβερνήσεις,  αι  λεγόμεναι  πεπολιτισμέναι;  Προσψιθιρύζουσιν αλλήλαις  εις  το  ους,  υπομονή,  διαπραγματευόμεθα.  Διαπραγματεύεσθε;  Αλλ’  εν  τούτοις  εκριζούνται  οι  ελαιώνες  και  οι  καστανεώνες,  κατεδαφίζονται  τα  ελαιοτριβεία,  πυρπολούνται  αι  κώμαι,  καίονται  αι  συγκομιδαί,  αποστέλλονται  φυλαί  ολόκληροι  ν’  αποθάνωσιν  υπό  της  πείνης  και  του  ψύχους  εις  το  όρος,  βιάζονται  αι  γυναίκες  καρατομούνται  οι  άνδρες,  κρεμώνται  οι  γέροντες,  τούρκος  δε  στρατιώτης  βλέπων  παιδίον  κείμενον  χαμαί  εμπήγει  εις  τας  ρίνας  αυτού  κυρίον  ανημμένον  όπως  βεβαιωθή  εάν  απέθανεν. Τοιούτω  τρόπω  πέντε  τραυματίαι  εν  Αρκαδίω  εξυπνίσθησαν ίνα  πνιγώσιν. _ Υπομονή!  Λέγετε.  Αλλ’  εν  τούτοις  εισέρχονται  οι  τούρκοι  εις  την  κώμην  Μουρνιές  ένθα  γυναίκες  μόνον  και  παιδία  υπελείφθησαν,  οπόταν  δ’  εξέλθωσιν,  ουδέν  άλλο  φαίνεται  ή  σωρός  ερεπίων  πιπτόντων  επί  σωρού  νεκρών  μικρών  μεγάλων.  Η  δε  δημόσια  γνώμη,  τι  πράττει;  τι   λέγει;  Ουδέν!  Εστράφη  αλλαχόσε.  Τι  θέλετε;  αι  καταστροφαί  αύται  έχουσιν  εν  δυστύχημα,  δεν  είναι  του  συρμού.  Οίμοι!  Η  υπομενητική  των  κυβερνήσεων  πολιτική  συγκεφαλαιούται  εις  τα  εξής  δυο,  εις  την  άρνησιν της  δικαιοσύνης  προς  την  Ελλάδα,  εις  την  άρνησιν  της  ευσπλαγχνίας  προς  την  ανθρωπότητα. Βασιλείς,  μια  μόνη  λέξις  θα  έσωζε  τον  λαόν  τούτον. Μία  λέξις  της  Ευρώπης  λέγεται  ταχέως.  Είπατε  αυτήν  Προς  τι  ωφελείτε,  εάν  μη  εις  τούτο;  - Ουχί,  σιωπώσι  και  απαιτούσιν  όπως  πάντες  σιγήσωσι.  Απαγορεύουσι  το  περί  Κρήτης  λαλείν.  Ιδού  το  μέσον.  Έξ  η  επτά  μεγάλες  δυνάμεις  συνώμοσαν  εναντίον  μικρού  λαού.  Τις  η  συνωμοσία  αύτη;  Η  χαλαρωτάτη  απασών.  Η  συνωμοσία  της  σιωπής.  Αλλά  δεν  είναι  η  βροντή.  Η  βροντή  έρχεται  υψόθεν,  εν  δε  τη  πολιτική  γλώσση  η  βροντή  καλείται  επανάστασις.

Βίκτωρ  Ουγώ   

Ο  κορυφαίος  Γάλλος  μυθιστοριογράφος,  ποιητής,  δραματουργός,  Βίκτωρ  Ουγκώ,  δημοσιεύει  τρείς  επιστολές  υπέρ  των  Κρητών,  στον  ευρωπαϊκό  τύπο  το  Δεκέμβριο  του  1866,  το  Φεβρουάριο  του  1867  και  το  Φεβρουάριο  του  1869,  παρά  το  γενικότερο  αρνητικό,  για  τα  ελληνικά  ζητήματα,  κλίμα  της  εποχής.  Η  πιο  πάνω  επιστολή  είναι  η  δεύτερη  και  δημοσιεύθηκε  στην  εφημερίδα  ΚΛΕΙΩ  της  Τεργέστης,  στις  24  Φεβρ./ 8 Μαρτ. ( ν. ημερολ.) 1867  και  εμφανίζεται  εξοργισμένος  με  την  απάθεια  της  ευρωπαϊκής  πολιτικής. 


Δύο  ήταν  οι  κύριες  αιτίες  της  έκρηξης  της  επανάστασης  του  1866.  Το  μοναστηριακό  ζήτημα  ήταν  η  πρώτη  αιτία.  Η  εκμετάλλευση,  δηλαδή, της  τεράστιας  μοναστηριακής  περιουσίας  από  τον  κατακτητή  μέσω  του  ανώτατου  κλήρου,  ο  οποίος  για  να  καταλάβει  τους  θρόνους  της  Κρήτης  έπρεπε  να  τους  εξαγοράζει. Οι  Κρήτες  ζητούσαν  να  τεθεί  υπό  τον  έλεγχο  των  δημογεροντιών  η  διάθεση  των  πόρων  της  περιουσίας  αυτής.  Η      δεύτερη  αιτία ήταν  το  φορολογικό,  το  οποίο  βασάνιζε  τους  αγρότες,  καταβάλοντας  την  δεκάτην                       (  στην  πραγματικότητα  το  ένα  έβδομο)  των  γεωργικών  προϊόντων.  Εκτός  από  αυτόν  τον  γεωργικό  φόρο (μουκατάς),  υπήρχαν  και   άλλοι  έμμεσοι  φόροι  επί  των  εισαγωγών  και  εξαγωγών  του  καπνού,  του  οινοπνεύματος κ.λ.π.  Την  άνοιξη  του  1866  άρχισαν  οι  συνεννοήσεις  μεταξύ  των  προκρίτων  της  μεγαλονήσου  με  τους  Κρήτες  πρόσφυγες  της  Αθήνας.  Ακολούθησαν  συγκεντρώσεις  των  κατοίκων  σε  διάφορες  πόλεις  και  χωριά.  Λίγο  έξω  από  τα  Χανιά,  στον  συνοικισμό  Μπουτσουνάρια,  στο  μικρό  μοναστήρι  της  Αγ.  Κυριακής,  συνέρχεται  η  Παγκρήτια  Συνέλευση η  οποία  και  υπογράφει  υπόμνημα  προς  τον  Σουλτάνο,  το  οποίο  επιδόθηκε  και  προς  τους  προξένους  της  Βενετίας,  της  Γαλλίας  και  της  Ρωσίας,  μέσω  του  οποίου  ζητούσαν  την  ένωση  με  την  Ελλάδα  ή  να  περιέλθει  η  Κρήτη  υπό  την  κηδεμονία  τους:  « …Ικετεύομεν  λοιπόν  θερμώς  την  Υμετέραν  Μεγαλειότητα  και  τους  Μεγαλειότατους  Μονάρχας  των  δύο  ετέρων  Μεγάλων  και  Προστατίδων  του  Ελληνικού  Έθνους  Δυνάμεων,  να  πραγματώσι  την  μόνην  ημών  έφεσιν,  την  ένωσιν  μετά  των  αδελφών  ημών  Ελλήνων…Αν  όμως  τούτο  είναι  σήμερα  αδύνατον,  τουλάχιστον…ευδοκήσατε…να  μας  χορηγηθή  οργανισμός  πολιτικός  να  μας  δοθώσι  νόμοι,  να  συσταθώσι  τακτικά  δικαστήρια,  η  βαρεία  φορολογία  μας  να  μετριασθή  και  να  τακτοποιηθή… Σύμπας  ο  χριστιανικός  πληθυσμός  της  Νήσου  ταύτης  είναι  εκ  μακράς  οδυνηράς  πείρας  πεπεισμένος,  ότι  το  μόνον  μέσον  πραγματικής  βελτιώσεως  της  τύχης  θα  ήτο  η  ανάθεσις  της  Νήσου  εις  την  μέριμναν  των  τριών  Μεγάλων  Δυνάμεων,  αίτινες  παρέχον  μέχρι  τούδε  τόσα  δείγματα  των  συμπαθειών  των  προς  τους  χριστιανικούς  λαούς  της  Ανατολής…».  Η  αντίδραση  των  Μεγάλων  Δυνάμεων  στο  υπόμνημα  των  αντιπροσώπων  του  Κρητικού  λαού  υπήρξε  η  απόλυτη  σιωπή.   Μόνο  η  Ρωσία  κινήθηκε  δραστήρια,  χάρη  στους  υποπρόξενους  της  στο  νησί  Ιωάννη  Μιτσοτάκη  και  Σπυρίδωνα  Δενδρινό.  Μη  αναμένοντας  βοήθεια  από  πουθενά,  οι  Κρητικοί  αποφάσισαν  να  ξεσηκωθούν  μόνοι  τους  και  ύψωσαν  τη  σημαία  της  Επανάστασης  στις  21  Αυγούστου  1866,  με το  σύνθημα  « Ένωσις  ή  Θάνατος» και  αρχηγούς  τον  Ιωάννη  Ζιμβρακάκη  στα  Χανιά,  τον  Ελλαδίτη  συνταγματάρχη  Πάνο  Κορωναίο  στο  Ρέθυμνο και  τον  Μιχάλη  Κόρακα  στο  Ηράκλειο.  Στην  Ελλάδα  συγκροτήθηκαν  εθελοντικές  ομάδες,  που  βοήθησαν  τους  Κρητικούς  με  χρήματα,  τρόφιμα  και  άλλα  εφόδια.  Ο  σουλτάνος  θορυβημένος  από  την  εξέγερση  στέλνει  τον  Μουσταφά  Ναϊλή  Πασά,  με  εντολή  να  την  καταστείλει.  Ο  Μουσταφά  Πασάς  προσπαθεί  στην  αρχή  να  καλοπιάσει  τους  επαναστάτες  αλλά  όταν  διαπιστώνει  ότι  αυτοί  είναι  ανένδοτοι,  προβαίνει  σε  εκκαθαριστικές  επιχειρήσεις  στα  Χανιά,  το  Ρέθυμνο  και  τη  Μονή  Αρκαδίου,  όπου  ήταν καταφύγιο  πολλών  χριστιανών  και  αποθήκη  πολεμοφοδίων  και  τροφίμων. Ποιος  όμως,  πρόδωσε   στο  Μουσταφά  τους  επαναστάτες, και  τον παρακινούσε  να  καταστρέψει  το  μοναστήρι;  Ο  επίσκοπος  Λάμπης  και  Σφακίων,  Παίσιος  Κιρμπάς,  ο « Τουρκοπαίσιος»,  όπως  τον  αποκαλούσαν  οι  Κρητικοί,  ο  επίσκοπος,  δηλαδή,  που  είχε  στην  εκκλησιαστική  του  σκέπη  το  μοναστήρι.               Ο  ρόλος  του,  τυχαίως;    δεν  έχει  καταγραφεί  στα  βιβλία  της  κρητικής  ιστορίας.  Υπάρχει  μια  αναφορά  την  Ιστορία  της  Κρήτης,  του  Βασ.  Ψιλάκη.  Για  την  αντεθνική  του αυτή  δράση,  η  Γενική  Συνέλευση  των  Κρητών   τον  αποκήρυξε.                  




Η  αποκήρυξη  του  Παίσιου, η  οποία  αναδημοσιεύθηκε  στο  φύλλο  της  εφ.  ΚΡΗΤΗ  Νοε.  1866,  το  οποίο  εξέδιδαν  οι  επαναστάτες,  φαίνεται   δεν  ήταν  αρκετή  για  την  απομάκρυνσή  του.  Και  δεν  μπορούσε  να  είναι,  καθώς  ο  τότε  μητροπολίτης  Κρήτης  Διονύσιος,  είχε  κατηγορηθεί  και  αυτός,    ότι  είχε  άριστες  σχέσεις  με  το  καθεστώς.  Η  ανάδειξη,   άλλωστε,  του  Διονυσίου  Χαριτωνίδη,  μη  Κρητικού,  στο  αξίωμα  του  Οικουμενικού  Πατριάρχη,  ως  Διονύσιος  Ε’ (1887-1891),  εξηγεί  πολλά  για  τον  τρόπο  της  λειτουργίας  της  εκκλησίας  εκείνη  την  περίοδο,  « Πολλά   παρατράγωδα  συμβαίνουσιν  ώδε  κατ’  αυτάς  μεταξύ  πολλών  Προκρίτων  της  Πόλεως  Ηρακλείου,  του  Μητροπολίτου  Κρήτης,  κατηγορουμένου  δημοσία  ως  Τουρκολάτρου  κτλ» ( Αναφορά  προξένου  της  Ρωσίας  στα  Χανιά,  Σπυρίδωνα  Δενδρινού). Ο  Τουρκοπαίσιος, δεν  ήταν  βέβαια  ο  μοναδικός  ιερωμένος  που  έπαιξε   βρώμικο  ρόλο  στην  καταστροφή  της  Μονής  Αρκαδίου.  Παρόμοιο  ρόλο  έπαιξε  και  ο  ηγούμενος  Μεθόδιος  Λαγγουβάρδος.  Γράφει  ο  συνταγματάρχης  Κορωναίος:  « ήρχοντο  εις  επικουρίαν  500  περίπου  Αμαριώται  αλλά  ο  ηγούμενος  της  Μονής  Ασωμάτων  Μεθόδιος  Λαγγουβάρδος  (Τρίποδο  Μυλοποτάμου),  έτερος  προδότης  όμοιος  του  Αρχιεπισκόπου  Λάμπης,  καταβάς  εις  την  διάβασιν  εμπόδισεν  αυτούς  να  ελθώσιν  εις  επικουρίαν».   Ο  Μουσταφά  Πασάς  έφτασε  έξω  από  το  μοναστήρι  το  απόγευμα  της  6ης  Νοεμβρίου  1866.  Στη  διάθεσή  του  είχε  15.000-23.000  άνδρες    και  ισχυρό  πυροβολικό.  Στη  Μονή  βρίσκονταν 964,  περίπου,   άνθρωποι, « Διακόσιοι  πενήντα  εννιά  είτονε  του  πολέμου.  Από  τούτους,  καμιά  35ριά  εθελοντές  από  την  Ελλάδα.  Οι  καλόγεροι  που  βαστούσανε  ντουφέκι  είτανε  καμιά  σαρανταριά».  Ανάμεσά στους  πολεμιστές  ήταν  και  η  ηρωίδα  Χαρίκλεια  Δασκαλάκη  ( Δασκαλάκαινα),  κόρη,  σύζυγος  και  μάνα  πολεμιστών.  Ηγούμενος  ήταν  ο  Γαβριήλ  Μαρινάκης,  εξέχουσα  προσωπικότητα.  Φρούραρχος  ήταν  ο  Πελοποννήσιος  ( Βυτίνα) ανθυπολοχαγός  Ιωάννης  Δημακόπουλος,  που  πήγε  εθελοντής  στην  Κρήτη.  Οι  προτάσεις  προς  παράδοση  απορρίφθηκαν  από  τους  πολιορκημένους  και  το  πρωί  της  8ης  Νοεμβρίου  άρχισαν  οι  εχθροπραξίες.  Την  επομένη,  9  Νοεμβρίου,  άρχισε  το  δεύτερο  κύμα  της  επίθεσης,  αφού  οι  Οθωμανοί  είχαν  λάβει  ενισχύσεις  και  μετέφεραν  ένα  μεγάλο  πυροβόλο  από  το  Ρέθυμνο. Νωρίς  το  απόγευμα  γκρεμίστηκε  το  δυτικό  τείχος  της  Μονής  από  τις  βολές  του  πυροβόλου  και  οι  επιτιθέμενοι  εισέβαλαν  στο  μοναστήρι.  Από  εκεί  και  μετά  τα  πράγματα  περιπλέκονται. Πόσες  ήταν  οι  πυριτιδαποθήκες  που  ανατινάχθηκαν,  μία,  δύο  ή  τρείς;  Ποιος  η  ποιοι  ήταν  οι πρωταγωνιστές  του  ολοκαυτώματος,  ο  Γιαμπουδάκης,  ο  Σκουλάς,  ο  Ντελή  Δράκος, ο  ηγούμενος  Γαβριήλ,  ο  υποτακτικός  του  Ηγούμενου,  Μανασσής,  ο  Δημακόπουλος  ή  όλοι  αυτοί  μαζί;  Ορισμένα  δημοσιεύματα,  αλλά  και  βιβλία  που  γράφτηκαν  την  περίοδο  εκείνη,  θέλουν  τον  Ηγούμενο,  είτε να  σκοτώνεται   από  το  χαντζάρι  του   Μεμίρ  Αγά,  είτε  να  αυτοκτονεί:  « Ενώ  ησπάζετο  τον  Σταυρόν,  εκπυρσοκρότησις  ακούεται  πλησίον  της θύρας  και  ο  Ηγούμενος  πίπτει…Ήτον  η  πιστόλα  του  Μεμίρ  Αγά,  όστις  εφονεύθη  ευθύς.  Το  έκτακτον  αιφνίδιον  τούτο  συμβάν, εν  μέσω  του  θορύβου  της  μάχης,  εκαμέ  τινας  να  νομίσουν,  ότι  ο  Ηγούμενος  ηυτοχειρίσθη…»     ( ΑΙΩΝ  2 Μαρτ.  1867. Αφήγηση  Δασκαλάκαινας). 



«  Πριν  ο  γενναίος  ούτος  νεανίας  επιχειρήσει  την  εκτέλεσιν  της  εν  κοινώ  γενομένης  αποφάσεως,  ηκούσθη  εντός  του  δωματίου  πυροβολισμός.  Ο  άγιος  ηγούμενος  της  μονής  είχεν  αυτοχειριασθή,  μη  θελήσας  να  ίδωσιν  οι  οφθαλμοί  του  το  τελευταίον  εκείνο  φρικώδες  θέαμα της  ζωής του».( ΑΥΓΗ  3 Δεκ. 1866).  « Ο  έλλην  αξιωματικός  Δημακόπουλος  συλληφθείς  αιχμάλωτος  (  αν  δεν  εφονεύθη  μαχόμενος  ως  διατείνονται  τινές)  εσφάγη  κατόπιν  ενώπιον  του  Πασά,  και  ο  Ηγούμενος  αυτοκτονήθη  επί  του  κωδονοστασίου,  ιστάμενος,  αφού  εξήντλησε  τα  πολεμοφόδια.      (ΚΡΗΤΗ  των  Αθηνών  13 Μαΐου  1869).   « Ο καθηγούμενος  Γαβριήλ,  αφού  αντέστη  επί  πολύ  μαχόμενος,  επροτίμησεν  τον  δι  αυτοχειρίας  θάνατον,  παρά  να  παραδοθεί  εις  χείρας  Οθωμανών» ( ΠΑΤΡΙΣ  Κρήτης  ( ένθετο) 1  Δεκ.  2008).  « Ο  καθηγούμενος  Γαβριήλ  μαχόμενος  καρτερικώς  αντέστη  επί  πολύ,  αλλά  επί  τέλους  αυτοχειριάσθη  μόνος  προτιμήσας  τον  θάνατο  της  υποταγής.»   ( ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ  26 Νοε. 1866 ).  «  Κατά  τας  τελευταίας  και  ακριβεστέρας  ειδήσεις  ο  Ηγούμενος  Γαβριήλ,  άμα  ιδών  την  πύλην  διαρραγείσαν, εισωρμήσας  κατά  των  εχθρών  επληγώθη  υπό  του  Μεμίρ- Αγά,  ον  όμως  προλαβών,  καίτοι  πληγωθείς  εφόνευσε».  ( Τιμολέων  Αμπελάς, «Οι  Μάρτυρες  του  Αρκαδίου, Δράμα  εις  πράξεις  πέντε» 1867).   Στην  αυτοκτονία  του  ηγούμενου  Γαβριήλ  αναφέρεται  και  ο  προξενικός  πράκτωρας  της  Ρωσίας  στο  Ρέθυμνο,  Γεώργιος  Ζαχαρίου  Σκουλούδης,  από  τις  Μαργαρίτες  Μυλοπόταμου.  Η  έκθεση  αυτή  δημοσιεύθηκε  στο  έργο  του  Δημητρίου  Στεργίου,  « Διπλωματία  και  πόλεμος,  Γεώργιος  Ζαχ.  Σκουλούδης,  Εμμανουήλ  Παχλάς,  δύο  Ρεθυμνιώτικες  μορφές  στο  σταυροδρόμι  του  Αρκαδίου». Άλλα  πάλι  δημοσιεύματα,  αλλά  και  βιβλία  δείχνουν  τον  Γαβριήλ,  να  βάζει  φωτιά  στη  μπαρουταποθήκη:   «  ...οι  ολίγοι  ευρισκόμενοι  εις  την  Αυλήν  της  Μονής  Χριστιανοί  αφού  δε  επλησίασαν  εις  την  θέσιν  όπου  ήσαν  οι  υπόνομοι,  ο  Γέρων  και  Σεβάσμιος  Ηγούμενος  έβαλεν  πύρ  και  εφώναξεν,  ας  αποθάνωμεν  και  ημείς  δια  την  ελευθερίαν!  Και  ούτως  κατέστρεψαν  τρείς  χιλιάδας  τούρκους…» ( ΠΑΤΡΙΣ»  της  Ερμούπολης  19  Νοε  1866).        «Αφού  δε  εζήτησεν  ο  εις  παρά  του  άλλου  συγχώρησιν,  ο  μεγαλόψυχος  ηγούμενος  έλαβε  κηρίον  αναμμένον,  κατέβη  εις  το  υπόγειον  και  έθεσε  πυρ  εις  τας  πυριταποθήκας.  Εν  μια  στιγμή  χριστιανοί  και  Τούρκοι  ετινάχθησαν  στον  αέρα…» ( εφ. ΑΙΩΝ  24 Νοε 1866).  «Ο θάνατος  δι  αμφότερα  τα  μέρη  υπήρξε  φρικτός,  ουδεμία  δ’ εμενε  σωτηρίας  ελπίς  εις  τους  επαναστάτας,  ότε  αίφνης    ο  υποτακτικός  του  Ηγουμένου  Ιερεύς,  καθ’  ην  είχε  παραγγελίαν  βαλών  πυρ  εις  την  πυριταποθήκην  ανέδειξεν  ηρωικωτάτην  και  αείμνηστον  την  κατ’  αρχάς  ανόητου  ταύτην  μάχην» ( εφ. ΚΡΗΤΗ  των  Αθηνών,  13 Μαΐου  1869). «- Είη  το  όνομα  Κυρίου  ευλογημένον!  Αναφωνεί  εν  τούτοις  ο  Γαβριήλ  και  βυθίζει  την  δάδα  εις  την  πυρίτιδα.  – Ζήτω  η  ελευθερία!  απαντώσι  πολλαί  φωναί.  Πάραυτα  η  πυρίτις  ανεφύσησε  φοβερώς  και  πάντες  εκαλύφθησσαν  υπό  πυρίνης  νεφέλης.  Ταυτοχρόνως  το  έδαφος  εσείσθη  εκ  θεμελίων,  κρότος  όμοιος  προς  ομόχρονον  εκπυρσοκρότησιν  χιλίων  τηλεβόλων  ηκούσθη  και  το  εστιατόριον,  τα  γειτονοκά  κελλία  και  μέρος  του  τείχους,  μετεωρισθέντα  εν  μέσω  ατμοσφαίρας  εκ  φλογών  και  καπνού,  κατέπεσαν  ως  άμορφος  μάζα  επί  των  κεφαλών  πολλών  εκ  των  βαρβάρων» ( « Η  Κρήσσα  Ορφανή»  η  των  εν  Αρκαδίω  Ιερόν  Δράμα,  Ι. Κονδυλάκη  1884,  από  την  εφ.  ΡΑΜΠΑΓΑΣ).  « Ο  έλλην  αρχηγός  και  ο  μαχόμενος  Ηγούμενος  εφονεύθησαν,  έπεσον  πολλοί  εκ  των  αγωνιζομένων,  ουδεμία  έμεινε  σωτηρίας  ελπίς,  ότε  αίφνης  ιερεύς  τις  βαλών  πυρ  εις  την  πυριτιδαποθήκην  ανέδειξεν  ηρωικοτάτην  και  αείμνηστον  την  κατ’  αρχάς  ανόητον  ταύτην  μάχην.» ( Κρητική  Επανάστασις  από  του  1866  μέχρι  του  1868,  υπό  Άγγλου  τινός.  1869).   «  Ο  Γαβριήλ  και  ο  Δημακόπουλος  κατιδόντες  ότι  αδύνατον  ήτο  να  σωθώσιν  εκ  του  συρφετού  τα  εις  αυτούς  εμπιστευθέντα  γυναικόπαιδα,  θέλοντες  δε  να  τα  σώσωσιν  εκ  της  ατιμίας  και  του  εξανδραποδισμού,  κατήλθον  εις  την  πυριτιδαποθήκην  της  μονής  και  πλησιάσαντες  δαυλόν  και  πυρίτιδα  ανετίναξαν  την  μονήν  εις  τον  αέρα.  Υπό  τα ερείπια  της  ανατιναχθείσης  μονής  εκάησαν  όλα  τα   γυναικόπαιδα  μετά  των  ανδρείων  αυτών  υπερασπιστών,  συγχρόνως  δε  και  χίλιοι  οκτακόσιοι  περίπου  Τούρκοι  εκ  των  πολιορκητών.» (Ιστορία των  Επαναστάσεων  της  Κρήτης.  Γ. Τσοκόπουλος.  1896).




Στο  πρώτο  μνημόσυνο  που  έγινε  στο  τουρκοκρατούμενο  Ρέθυμνο  το  1884,  ο  ιατρός  Κων.  Πετυχάκης  που  εκφώνησε  τον  πανηγυρικό  της  ημέρας,  κατονομάζει  τον  Ηγούμενο  Γαβριήλ  ως  πυρπολητή  του  Αρκαδίου:  «  Πιστός  εις  τον  όρκον  σου  ανδρείε  στρατιώτα  του  Ευαγγελίου,  αοίδημε  Γαβριήλ  έσπευσας  κρατών  εις  την  χείρα  Σου  φλόγα,  ήτις  έμελλε  ν’  αναβιβάση  εις  τα  ουράνια  Σε  και  πάντας  τους  εκεί  συνηγμένους  λάτρεις  του  Ιησού».  Στις  12  Νοεμβρίου  1866,  ο  Έλληνας  πρόξενος  στα  Χανιά  Ν. Σακόπουλος  μεταδίδει  τις  πρώτες  πληροφορίες  στον  εκπρόσωπο  της  Επιτροπής  επί  των  αποστολών  της  Σύρου  Μ. Μπογιατζόγλου: « …αφήσας  εις  την  Μονήν  τινα  ιερέα  υπέργηρον,  όστις  εκράτει  εις  τας  χείρας  του  τον  δαυλόν.  Οι  οθωμανοί  ιδώντες  την  αναχώρησιν  των  ημετέρων,  εισόρμησαν  εντός  του  περιβόλου,  νομίσαντες  αυτήν  ως  υποχώρησιν.  Τότε  ο  σεβάσμιος  ιερεύς  έθεσεν  πυρ  επί  της  υπονόμου.  Γεμίσας  αυτήν  πτερύχων  ανέμου  ανεπετάχθησαν  εις  τον  αέρα  2.000  οθωμανοί  φονευμένοι  και  1.200   πληγωμένοι…». Ποιος  ήταν  όμως  ο  « υπέργηρος  ιερέας; 




Σίγουρα  δεν  αναφέρεται  στον  ηγούμενο  Γαβριήλ, «  Γουμενάρα  τον  έλεγαν  για  το  θεορατικό  του  διώμα.  Ο  Χατζή- Γαβριήλ  είτανε  μελαχρινός  στην  όψη,  σγουροπλατηγένης  και  με  μάτια  μεγάλα  σαν  του  καματερού,  που  μαυροκαίγανε  μέσα  στις  φωλιές  τους. Η  φωνή  του  βροντούσε  στις  σύναξες,  αμή  κελαϊδούσε  έτσι  γλυκά  μπρός  στο  ψαλτήρι,  που  η  εκκλησιά  αναγάλιαζε  να  τον  ακούει.  Δεν  είχε  πατημένα  τα  σαράντα  και  το  δυνατό  του  κορμί,  ας  είτανε  σκεπασμένο  από  τα  ράσα,  το  μολογούσε  το  κάθε  του  σάλεμα…»( «Παντέρμη  Κρητη»  Παντ.  Πρεβελάκης). Για  το  Ολοκαύτωμα  του  Αρκαδιού,  έχουν  γραφτεί  περισσότερα  από  100  βιβλία.  Χαρακτηριστικό  είναι  ότι  τον  ίδιο  χρόνο  ( 1866),  πρόλαβαν  και  εκδόθηκαν  3  βιβλία:  «Οι  Μάρτυρες  του  Αρκαδίου» Δράμα  εις  πράξεις  τρείς,  Τιμολέων  Αμπελάς.  « Η  πτώσις  του  Αρκαδίου»  Άννινος  Επαμεινώνδας,   και  « Λόγος  καταλλήλως  εκφωνηθείς  υπό  Ιωσήφ  Μαύρου  την  4ην  Δεκεμβρίου  1866..». Αναφέρεται  στο  πρώτο,  πανελλαδικά,  μνημόσυνο,  που  έγινε  στις  4  Δεκ.  1866,  στο  Ναύπλιο,  όπου  ο    ιεροκήρυκας  Ιωσήφ  Μαύρος   εκφώνησε  τον  πανηγυρικό,  χωρίς  όμως  να  κατονομάσει  κάποιον  πυρπολητή.  Την  επόμενη  χρονιά  εκδόθηκαν  7  βιβλία,  ανάμεσά τους   « Οι  Μάρτυρες  του  Αρκαδίου»  Δράμα  εις  πράξεις  πέντε,  επίσης  του   Τιμολ.  Αμπελά. 

Ο  Κων. Γιαμπουδάκης  γεννήθηκε  στο  Άδελε  Ρεθύμνου.  Διατηρούσε  κρεοπωλείο    και  είχε  στενούς  φιλικούς  δεσμούς  με  τον  ηγούμενο  της  Μονής,  Γαβριήλ.  Ήταν  παντρεμένος  και  είχε  έναν  γιό.  Περιγράφεται  ως  ένας  άνθρωπος  με  επιβλητικό  βλέμμα  και  ανοιχτή  καρδιά.  Ξεχώριζε  για  την  παλικαριά  και  τον  πατριωτισμό  του. Για  τον  Δήμο  Ρεθύμνου,  στον  οποίο  έχει  υπαχθεί  και  ο  πρώην  Δήμος  Αρκαδίου,  αδιαμφισβήτητος  πυρπολητής  είναι  ο  Κωστής  Γιαμπουδάκης,  ο  οποίος  επικράτησε  στην  ιστορία  από  εκείνη  την  εποχή. O  κ.  Απόστολος  Παπαϊωάννου,  καθηγητής  Ιστορίας  Νεότερης  Ελλάδος  (2002),  υποστηρίζει  ότι  ο Κων.  Γιαμπουδάκης  επεβλήθη  από  τα  βιβλία,  « Το  Αρκάδι  δια  των  αιώνων»  που  είχε  γράψει  το  1938   ο  Τιμόθεος  Βενέρης,  Μητροπολίτης  Κρήτης  (1934-1941)  και  «Το  ηρωικόν  της  Κρήτης  Αρκάδι»  που  έγραψε   το  1914-1918  ο  Επίσκοπος  Πέτρας,  Διονύσιος  Μαραγκουδάκης  εκδ.  1996.   [  Στο  ξεμεσημέριασμα,  πούδεινε  πως  όπου  νάναι  γκρεμίζεται  η  σιδερόπορτα,  ακούστηκε  κ  η  φωνή  του  Κωσταντή  του Γιαμπουδάκη  από  το  Άδελε:  « Όποιος αγαπά  την  τιμή  του  ναρθεί  να  καούμε  μαζί!»  Γυρίσανε  και  τον  είδανε  να  κατεβαίνει  από  τα  κλάουστρα  κουτσαίνοντας,  με  την  πιστόλα  στο  χέρι…. Στην  φωνή  του  τρέξαν  οι  φαμελιές  πατείς  με – πατώ  σε,  που  καργαρισε  η  μπαρουταποθήκη,  ανώγι  και  κατώγι.  « Αμέτε  στ’  άλλο  λαγούμι!  Θα  κάψουνε  και  το  γουμενικό!»  τους  φώναζεν  ο  Γιαμπουδάκης… Τα  γυναικόπαιδα  που  στριγγλίζανε  στην  μπαρουταποθήκη  είχανε  βουβαθεί  μονομιάς  και  κρεμαστεί  από  την  ειδή  του  Γιαμπουδάκη.  Τόνε  τηράζαν  που  γύρισε  προσηλιακά  κι  έκαμε το  σταυρό  του.  Τα  σφιμένα  χείλη  του  δεν  παίξανε.  Έσυρε  από  τη  μέση  του  την  κουμπούρα  και  την  άναψε  μέσα   στο  λαγούμι.  Η  γης  ταρακουνήθηκε  και  λαύρισεν  απάνω  η  φωτιά  σα  νάνοιξεν  ο  Άδης  τον  καταποντήρα  του… Δεν  άργησε  νακουστεί  και  το  δεύτερο  λαγούμι,  στην  μπαρουταποθήκη  πούχανε  κάτω  από  το  κελί  του  γουμένου.  Το  μπαρούτι  εδώ  είταν  αναδομένο  κ’  η  μίνα  ξεθύμανε… Οι  φωτιές  ξεχύνονταν  ένα  γύρο  από  τα  παραθύρια  σα  ζωντανές.  Μια  κολόνα  καπνός  μεγάλη  σα  φουντομένο  πλατάνι,  ανάβρυζε  από  την  μπαρουταποθήκη  κι  από  τα  κελαρικά…»]. ( «Παντέρμη  Κρήτη» Παντ.  Πρεβελάκη 1945).  To  1904  o  Ιωάννης  Κονδυλάκης   στο  βιβλίο  του  « Η  Ολοκαύτωσις  του  Αρκαδίου»,  αναφέρει  και  αυτός  ως  πυρπολητή  τον  Γιαμπουδάκη: « Την  στιγμήν  εκείνην  κρότος  μέγας  ηκούσθη,  το  έδαφος  εσίσθη,  ως  υπό  σεισμού  φοβερού  και  μια  πλευρά  του  τείχους  ανετινάχθη  και  κατέπεσε  θάψασα  υπό  τον  όγκον  αυτής  τους  συνωθούμενους  προ  του  περιβόλου  Τούρκους.  Η  υπόνομος  είχεν  αναφλεγή. Εις  σύνθημα  δοθέν  υπό  του  Γαβριήλ,  είς  των  πλησίον  αυτού  μαχητών  ονόματι  Κωνσταντίνος  Γιαμπουδάκης,  εκ  του  χωρίου  Άδελε  της  Ρεθύμνης,  κατήλθεν  εις  την  υπόνομον  και  πυροβολήσας  εις  την  πυρίτιδα  την  ανέφλεξε,  γενόμενος  αυτός  το  πρώτον  θύμα…».                                                                                                      Ο  25χρονος  Εμμανουήλ  Σκουλάς  ήταν  ο  μικρότερος  αδελφός  του  γενικού  αρχηγού  Μυλοπόταμου,  καπετάνιου  Μιχαήλ  Βασιλείου  Σκουλά.  Απόφοιτος  του  Γυμνασίου  της  Σύρου  με  αναφορές  για  σπουδές  και  στην  Αθήνα.  Ορκίζεται  Γαριβαλδινός  και  εντάσσεται  στον  πυρήνα  που  δημιουργεί  στην  Ελλάδα  ο  γιός  του  Ευρωπαίου  πολιτικού  Τζουζέπε  Γκαριμπάλντι.  Βρέθηκε  στο  Αρκάδι  ως  κομιστής  επιστολής  του  αδελφού  του,  όμως  δεν  επέστρεψε  ποτέ  παρά  τις  εντολές  του  καπετάνιου. Την  εκδοχή  του  Εμμανουήλ  Σκουλά  υποστηρίζει  με  θέρμη  η  πλευρά  των  Ανωγείων,  η  οποία  έχει  αποδοθεί  σε  έναν  μακροχρόνιο   αγώνα  προς  επίρρωση  αυτής  της  θέσης.      « Φαίνεται  ότι  το  μέγιστον  μέρος  των  όπλων  των  επαναστατών  κατήντησεν  άχρηστον  και  ο  κίνδυνος  αυτών  εμεγαλύνετο,  η  απόφασις  εγένετο  και  την  εκτέλεσιν  αυτής ανεδείχθη,  όχι  ο  καλόγερος  Μανασής,  αλλ’  εις  νεανίας  Κρής,  Σκουλάς  ονομαζόμενος…Τρείς  αδελφοί  αυτού  έχουν  φονευθή  μέχρι  τούδε  εις  την  παρούσαν  επανάστασιν… αυτός  δε  ο  τέταρτος  έμελλε  να  γείνη  ο  ήρως  του  αιματηροτάτου  των  δραμάτων,  όσα  η  αιματόγραπτος  ιστορία  της  πατρίδος  του  αριθμεί.  Τούρκος  τις  μοι  διηγείτο,  ότι  είς  γέρων  διασωθείς  εκ  του  Αρκαδίου,  ως  σπεύσας  να  καταφύγη  εις  το  υπόγειον,  τω  έλεγεν,  ότι  ο  νέος  Σκουλάς  ημφισβήτει  με τινας  άλλους  την  επιχείρησιν  της  εκτελέσεως,  επιμένων  αυτός  να  θέση  πυρ,  ήτο  δε  όλος  χαρά,  όταν  όλοι  συνήνεσαν  να  αναλάβη  αυτός  την  θέσιν  του  πυρός ένεκα  της  καταπαύσεως  του  πυρός  των  πολιορκουμένων,  πολλοί  Τούρκοι  είχον  συσσωρευθή  περί  την  μονήν  και  εντός  του  προαυλίου.  Τότε  ο  μικρός  Καψάλης  εξετέλεσε  την  αποστολήν  του,  πυροβολήσας  εντός  του  βαρελίου  πυρίτιδος,  περί  το  οποίον  ήσαν  σωρευμένα  και  άλλα  βαρέλια.  Ο βρόντος  ήτο  φρικώδης…»(ΑΥΓΗ  3  Δεκ. 1866).                                 Στον  πυρπολητή  Σκουλά,  αναφέρεται  και  η  ΑΛΗΘΕΙΑ  στις  26  Νοε.  1866:       « Αφού  δε  εγέμισεν  η  αυλή  του  Μοναστηρίου  Τούρκους  έδωκε  πυρ  εις  την  υπόνομον  ο  Εμμανουήλ  Α.  Σκουλάς  εικοσαετής,  ανδρείος  και  πεπαιδευμένος  νέος  καθώς  ομολογεί  ο  μόνος  σωθείς  Παπά  Γεράσιμος  εκ  Χαλέπας».





Ο  Τιμολέων  Αμπελάς  ( 1850-1929),  στο  θεατρικό  του  έργο  « Οι  Μάρτυρες  του  Αρκαδίου»,  Δράμα  εις  πράξεις  τρείς,  (1866)  αν  και  δεν  το  γράφει  ξεκάθαρα,  αφήνει  να  εννοηθεί  ότι  οι  πυρπολητές  ήταν  δυο,  ο  Ηγούμενος Γαβριήλ  και                                    ο  ιερομόναχος  Μανασσής:                                                                                              ΠΡΑΞΙΣ  Β’                                                                                                 ΣΚΗΝΗ  Γ’                                                                                                      ΓΑΒΡ.  …Λοιπόν  κατώτεροι  εκείνων  σήμερον  στον  κόσμον  θα  δειχθώμεν;  Φιλοπάτριδες!  Μας  περιμένει  η  πυρίτις!  Άγωμεν!  (Εις  των  του  χορού  λαμβάνει  ανημμένον  δαυλόν.  Ο  Γαβριήλ  και  ο  Μανασσής  ετοιμάζουσι  τας  πιστόλας  των.)                              ΌΛΟΙ.  Στον  θάνατον!                                                                              ΜΑΝΑΣ.  ( παρατηρών  έξωθεν.)  Οι  Τούρκοι  υπεχώρησαν!  ΓΑΒΡ.  Με  πανουργίαν  φαίνετ’  έρχονται  αυτοί.  Ας  πλησιάσουν  ίνα  μετ’  αυτών  κ’  ημείς  εις  τον  αέρα  τιναχθώμεν  άπαντες!...».  Η  πιστόλα  που  έβαλε  φωτιά  στην  πυριτιδαποθήκη  άλλαξε  πολλά  χέρια.  Είναι σκόπιμο  να  αναφέρουμε  τη  σύγχυση  που  δημιουργήθηκε  τις  πρώτες  ημέρες  μετά  το  ολοκαύτωμα  για  το  τι  πραγματικά  έγινε.  Οι  ειδήσεις  δεν  ταξίδευαν  με  την  σημερινή  ταχύτητα  και  ακρίβεια.  Χαρακτηριστικό  είναι  το  παράδειγμα  της  εφημερίδας  ΑΛΗΘΕΙΑ  των  Αθηνών  που  στο  φύλλο  της  14  Νοε.  1866,  έγραφε  ότι  « ο  Κορωναίος  εκέρδισε  λαμπράν  κατά του  Μουσταφά  νίκην!».




Στο  επόμενο  θεατρικό  έργο,  « Οι  Μάρτυρες  του  Αρκαδίου»,  Δράμα  εις  πράξεις  πέντε,  που  έγραψε  ο  ίδιος  συγγραφέας,    Τιμ.  Αμπελάς,  μερικές  εβδομάδες  αργότερα  και  το  ανέβασε  στο  θέατρο  της    Σύρου  τον  Ιανουάριο  του  1867,  αλλάζει  άποψη  και  αναφέρει  ξεκάθαρα  ότι  πυρπολητής  της  Μονής  ήταν  ο  Σκουλάς:                                                 



ΣΚΗΝΗ  Β’

ΓΑΒΡΙΗΛ.  Αφ’ ου  των  Μυστηρίων  μεταλάβωμεν  και  εις  απελπισίαν  πλέον  έλθωμεν,  αι!  τότε  πλέον  βλέπομεν!... Εις  σε,  Σκουλά,  θ’  ανατεθή  το  έργον!  Νυν  η  θρυαλλίς,  μας  περιμένει…                                                                                                                                       

« ΣΚΗΝΗ  Ε 

( Ερείπια  καπνίζοντα  έτι  της  Μονής.  Πληθύς  νεκρών  ατάκτως  κειμένων.  Μακρόθεν  φαίνεται  επί  τινός  ερειπίου  η  Ελλ.  Σημαία  επί  ιστού.  Ο  ΓΑΒΡΙΗΛ  ετοιμοθάνατος  ανεγείρεται  μεταξύ  των  πτωμάτων  ών). ( θεωρών  πέριξ) Αλλά  τι  βλέπω;  θέαμα  σπαρακτικόν! Σκουλά  ανδρείε!  Δημακόπουλ’,  αδελφοί!.. Εκ  τούτων  κείνται  κεφαλαί…  και  πτώματα,  σωρός  δε  ερειπίων  έγειν’  η  Μονή!».

ΔΗΜΑΚΟΠ.  ( προς  το  πτώμα ) Σκουλά  νεκρέ,  νέος  Καψάλης               έγεινες!

ΓΑΒΡΙΗΛ.  Πατρίς  μας  χαίρε  και…(εκπνέει).                                       
Γιατί  η  ιστορική  έρευνα  προσπερνά  την  αφήγηση  της  διασωθείσας  Χαρίκλειας  Δασκαλάκη,  η  οποία  για  πρώτη  φορά  αναφέρει  το  όνομα  ενός  ακόμα  πυρπολητή,  του  Ντελή  Δράκου;  «Εκείνην  την  στιγμήν  κρατήρ  εξερράγη  μέγας  και  ο  ουρανός  επληρώθη  πτωμάτων.  Ο  Ντελή  Δράκος  είχε  τελειώσει  την  ένδοξον  απόφασιν  των  μαχητών  της  Πίστεως  και  της  Πατρίδος. Το  κελλίον  υπέστη  φοβερούς  κλονισμούς,  φλόγες,  και  εκ  των  θυρών  και  εκ  των  παραθύρων,  εισήλθον  αθρόαι…» ( ΑΙΩΝ  2 Μαρτ.  1867). 



Γιατί  αποσιωπά  τις  πληροφορίες  που  περιγράφει  σε  επιστολή  του  προς  τον  Χαράλαμπο  Ζιμβρακάκη,  υπουργό  Στρατιωτικών  της  κυβέρνησης  Βούλγαρη,  ο  αξιωματικός  του  ελληνικού  στρατού  Σ.Γενήσαρλης,  λίγες  μέρες  μετά  την  άφιξή  του  στην  Κρήτη  με  δικό  του  σώμα  εθελοντών;                                                                       
Στο  κείμενό  του,  ο  Γενήσαρλης,  αναφέρει  ως  πυρπολητή  τον  επαναστάτη   Δράκο  Ντελή,  γνωστό  ως  Τσιμπραγό,  από  τις  Γωνιές  Μαλεβιζίου,  ο  οποίος  πράγματι  ήταν  από  τους  ηρωικούς  υπερασπιστές  του  Αρκαδίου:  « Η  λόγχη  και  η  μάχαιρα  των  ημετέρων  ματαίως  ενήργει  εις  την  εισρεύσασαν  πληθύν.  Τότε  ο  Κρής  αρχηγός  Δράκος  Ντελής  ερωτήσας  αν  προτιμώσι  ν’  αποθάνωσιν  η  να  αιχμαλωτισθώσιν  και  λαβών  την  απάντησιν  ν’  αποθάνωμεν  όλοι  έβαλε  πυρ  εις  την  πυριτιδαποθήκην  και  ανετινάχθησαν  εις  τον  αέρα…» (ΠΑΤΡΙΣ  της  Κρήτης  ( ένθετο)  1  Δεκ.2008). 




Γιατί  η  ιστορική  έρευνα  δεν  ασχολείται  με  το  δημοσίευμα  της  εφημερίδας  της  Τεργέστης,  ΚΛΕΙΩ  στις  2/14  Δεκ.  1866,  η  οποία     αναφέρει  τρείς  ανατινάξεις  σε  τρία  διαφορετικά  σημεία  της  Μονής;  « Καθ’  ήν  όμως  στιγμήν  πόδες  απίστων  εμόλυναν  το  ιερόν  του  Θεού  τέμενος  και  οι  Χριστιανοί  συνεκρούσθησαν  μετά  των  αγρίων  Βανδήλων,  φοβερά  εκπυρσοκρότησις  εκ  τριών  διαφόρων  θέσεων  και  φωναί  ανάμικτοι  «Άγιέ  μου  Κωνσταντίνε»  και  «  Αλλάχ  Αλλάχ»  επλήρωσαν  τον  αέρα…».  Για  την  ύπαρξη  τριών  πυριτιδαποθηκών  κάνει  λόγο   και  η  εφημερίδα  ΠΑΤΡΙΣ  της  Ερμούπολης  19 Νοε 1866:  « Τρεις  ήσαν  οι  υπόνομοι,  αλλά  δυστυχώς  ο  τρίτος  δεν  ενήργησεν  ως  τον  πρώτον  και  δεύτερον,  άλλως  θα  καταστρέφετο  και  η  πτέρυξ  την  οποίαν  διεύθυνε  ο  Μουσταφά  Πασσάς…». Από  τους   964  που  βρίσκονταν  στη  Μονή,  σώθηκαν  61  γυναικόπαιδα  και  33  άνδρες,  πληγωμένοι  οι  περισσότεροι:  « Μετά  ταύτα  εξαπέστειλε  την  Παρασκευήν,  δηλαδή,  την  11/23  εις  τα  εντός  της  πόλεως  ο  Μουσταφά  πασάς  τα  λείψανα  των  διασωθέντων  χριστιανών,  ήτοι  τριάκοντα  τρείς  άνδρας,  δύο  μοναχούς,  και  εξήκοντα  εν  γυναικόπαιδα,  το  όλον  εννενήκοντα  τέσσαρας…»    ΕΛΠΙΣ  20 Νοε.  1866).                                                                                        


Από  το  1970  έως  το  1996  η  Ακαδημία  Αθηνών  δέχθηκε  τρείς  φορές  αίτημα – ερώτημα  και  από  τις  δυο  εμπλεκόμενες  πλευρές   ( Γιαμπουδάκη-  Σκουλά),  σχετικά  με  το  πρόσωπο  που  υπήρξε  πυρπολητής.  Εκείνη  με  τη  σειρά  της  αναθέτει  στο  Κέντρο  Έρευνας  Ιστορίας  Νεοτέρου  Ελληνισμού  ( ΚΕΙΝΕ),  να  διεξαγάγει  έρευνα  στα  αρχεία  τον  προξένων  του  ελληνικού  κρατιδίου  στην  υπό  Οθωμανική  διοίκηση,  Κρήτη,  κατά  την  περίοδο  1866-1869.  Μετά  το  πέρας  της  έρευνας,  το  ΚΕΙΝΕ  συντάσσει  δίτευχο  έργο  στο  οποίο  περιέχονται  όλες  οι  εκθέσεις,  μεταξύ  των  οποίων  και  αυτή  του  υποπρόξενου  στο  Ηράκλειο,  Ιωάννη  Μπαρουξάκη. ( ΤΟ  ΒΗΜΑ  18/12/2005).   Η  Ακαδημία  Αθηνών  απαντά  ότι  δεν  υπάρχουν  επαρκή  στοιχεία,  ώστε  να  μπορεί  κανείς  να  αποφανθεί  με  βεβαιότητα.  Στέλνει  κατάλογο των   ιστορικών  πηγών  που  μελετήθηκαν  και  τονίζει  ότι  το  θέμα  θεωρείται  λήξαν,  ώσπου  να βρεθούν  νεότερα  στοιχεία.      Η  υπόθεση  έφτασε  το  2005  στο  Συμβούλιο  Επικρατείας,  όπου  προσέφυγε  εκπρόσωπος  της  οικογένειας  Σκουλά,  προκειμένου  να  επιβάλλει  τον  δικό  της  ήρωα.  Η  προσφυγή  απορρίφθηκε.                                                                                 Τελικά,  τι  σημαίνει  ήρωας;  Αν,  στην  προκειμένη  περίπτωση,    είναι  ήρωες  οι  Γιαμπουδάκης  και  Σκουλάς,  που  μόλις  είδαν             τα… σκούρα  αυτοπυρπολήθηκαν,  τότε  τι  είναι  ο  οπλαρχηγός  Γιάννης  Κούβος  που  πολέμησε,  μέχρι  να  τον  συλλάβουν  οι  Τούρκοι  να  του  ξεριζώσουν  την  καρδιά,  να  τον  ρίξουν  στην  κουφάλα  μιας  ελιάς  και  να  τον  κάψουν  μαζί  με  το  δέντρο;  Ή  η  Δασκαλάκαινα  που  έχασε  τον  σύζυγο   και   τρεις  γιούς   στους  πολέμους;  « Η  μάνα  που  έβλεπε  τα  παιδιά  της  να  σκοτώνονται  στις  μάχες  με  τους  Τούρκους  και  τα  παρότρυνε  να  προκαλέσουν  το  θάνατο,  να  χύσουν  το αίμα  τους  για την  ελευθερία  της  Κρήτης».  Με τον  24χρονο  γιό  της  Κωστή  πολέμησε  μαζί  στο  Αρκάδι  και  όταν  οι  Τούρκοι  εισέβαλαν  στη  Μονή,  « η  καψοκαρδούσα  μάνα  μάζεψε  το  κεφάλι  του  γιού  της  και  το  κανάκιζε  στον  κόρφο  της».  Όταν  αργότερα,  ρακένδυτη,  κυκλοφορούσε  στους  δρόμους  της  Αθήνας, ο  κόσμος  ξεσπούσε  σε  ζητωκραυγές.  Υπάρχουν  ήρωες,  υπάρχουν  και  πιο…  ήρωες;  Το  Ολοκαύτωμα  του  Αρκαδίου,  άνοιξε  τις  κλειστές  πόρτες  της  Ευρωπαϊκής  διπλωματίας.  Έγινε  η  αρχή  για  την  απελευθέρωση  της  Κρήτης.

 Η  πρώτη  επιστολή  του  Β.  Ογκώ  προς  τον  Κρητικό  λαό,   δημοσιεύθηκε  στην  εφημ.  Ανατολή  των  Βρυξελών,  στις  7  Δεκ.  1866.  Λόγω  της  επιστολής  αυτής,  το  φύλλο   κατασχέθηκε  στη  Γαλλία.  Αναδημοσιεύθηκε  στις  εφημερίδες   των  Αθηνών, ΑΛΗΘΕΙΑ  και  ΕΘΝΟΘΥΛΑΞ,  στις  9  Δεκ.  1866.