Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

«Άρης Δικταίος» Ένα ντοκιμαντέρ του Τάκη Σπετσιώτη

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΔΑΤΕ ΤΟ ΑΙΣΘΑΝΤΙΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΔΙΚΤΑΙΟ


Έναν αξιόλογο μοναχικό των Γραμμάτων μάς αποκάλυψε προχτές 14-1, ο Τάκης Σπετσιώτης, πιστός κι αυτή την φορά στην κλίση του να φωτίζει παραγνωρισμένους λογοτέχνες, τον ΄Αρη Δικταίο 1919-1983.
Πολλοί τον θυμούνταν ως μεταφραστή κυρίως και δοκιμιογράφο, αλλά με το κείμενο και τις εικόνες του Σπετσιώτη ξεναγηθήκαμε στον ποιητικό του κόσμο.
Στις μορφές και τις ιστορίες από την πατρίδα του την Κρήτη, το λογοτεχνικό μα και ασφυκτικό Ηράκλειο του Μεσοπολέμου απ' το οποίο φεύγοντας έρχεται στην Αθήνα για να δημιουργήσει το κυρίως έργο του. Ποιητικές εικόνες της φύσης και της πόλης, και αποκαλυπτικές μαρτυρίες για τη ζωή και την ποίησή του από τους Θανάση Νιάρχο, Κώστα Μαυρουδή, Μιχάλη Μερακλή, Χριστόφορο Λιοντάκη, Σωκράτη Σκαρτσή, και Γιοβάννα Φάσσου- Καλπαξή.
 Ένα από τα πιο θρυλικά του ποιήματα τα ''Καλαμπόκια''.
Κουράστηκε η καρδιά μου να θυμάται
κ’ η κούραση, ο καιρός, θα τον σκοτώναν στην καρδιά μου
κι’ ας πέρασε για να με βρη τις πράσινες φυτείες των καλαμποκιών
θεριστή μήνα κι ώρα που σα σπειρί καλαμποκιού ήταν το φεγγάρι.

΄Υστερα, έπεσε η νύχτα που δεν περιμένει καμιά αυγή
κι ο χρόνος ήταν σα δεντρογαλιά: μακρύς, σταχτής και κίτρινος,
χωρίς άνοιξη, χωρίς καλοκαίρι, και δεν υπήρχαν
φύλλα καλαμποκιού να με θυμούνται, και διψούσα
το βαρύ βήμα του, τα σκονισμένα μάτια του: θα σε θυμούμαι
κάθε φορά που θα φουντώνουνε τα καλαμπόκια, μου είπε
κ’ εκεί έλαμψε το φονικό μαχαίρι πάνω στην καρδιά του
που ήταν μεγάλη σαν τη γη. Χαμένα χέρια,
σκονισμένα μάτια, βήμα βαρύ στα καλαμπόκια
τα πράσινα, που σπάζανε και μου φωνάζανε πως ήρθες
από τα μονοπάτια της πρώτης αυγής,
ο ίσκιος σας θα σωθή κοντά μου, στο τραγούδι τούτο,
που θα μιλάη για καλαμπόκια μόνο.
΄Οταν τα νέα παιδιά θα με διαβάζουν, ύστερα από χρόνια,
θεριστή μήνα, που θα ωριμάζουνε τα καλαμπόκια στα περβόλια,
κοντά σε δράνες και πηγάδια, μ’ ένα γαιδουράκι
μισότρελλο απ’ τις μύγες, τυφλό από τον ήλιο,
σε μια γωνιά που θα την φράζουν σκοίνα και καλάμια,
θα ρωτηθούν, τάχα ο Καρλής ποιος ήταν, και θα ψάξουν,
κάτω απ’ τους στίχους τούτους, για να βρουν το χρώμα
που είχαν τα σκονισμένα μάτια σου και τα χαμένα σου χέρια:
μα εγώ θα τραγουδώ για καλαμπόκια.
Κοιμήσου ήσυχα τώρα τη νύχτα σου. Κλείνω τα μάτια
για να σε δω, να σού θυμήσω τη συνάντησή μας
την προσεχή, όταν θα ξημερώση η αιώνια μέρα
κι ο ΄Αδης τις πόρτες του θ’ ανοίξη.
Θα κρατώ στα χέρια,
για να σε υποδεχτώ, - μη με παραγνωρίσης-
αντί κλαδιά βαγιών, ένα καλάμι
καλαμποκιού, μικρό, ζωηρό και πράσινο.


Πρ.Ε.Π.Ερμιόνης