Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

«Κολλυβάδες»

«Κολλυβάδες»
Του Γιάννη Λακούτση
 «Ήτο  Παρασκευή  της  Α’  εβδομάδος  των  Νηστειών,  η  προτεραία  του  Αγίου  Θεοδώρου.  Την  πρωίαν  εκείνην,  εις  την  λειτουργίαν  των  Προηγιασμένων  προσεφέρετο  αφθονία  κολλύβων  εις  τους  ναούς.  Τα  προσφερόμενα  κόλλυβα  ήσαν  όχι  μόνον  « πεθαμένα  κόλλυβα»,  εις  μνήνην  των  νεκρών,  αλλά  και  εορτάσιμα  κόλλυβα,  προς  τιμήν  του  Αγίου  Θεοδώρου.  Ψυχοσάββατον  δεν  είναι  η  ημέρα,  αλλά  μόνον  Σάββατον  σαρακοστιανόν,  καθ’  όλα  δε  τα  Σάββατα  εν  γένει  γίνονται  μνείαι  νεκρών,  μετά  κολλύβων.   Προσέτι  δεν  είναι  η  μνήμη  των  «Αγίων  Θεοδώρων», αλλά  μόνον  του  Αγίου  Θεοδώρου  του  Τήρωνος,  και  όχι  πάλιν  η  μνήμη  αυτού,  ήτις  τελείται  κατά  την  17ην  Φεβρουαρίου,  όπως  η  του  Αγίου  Θεοδώρου  του  Στρατηλάτου  τη  8  του  αυτού,  αλλά  μόνον  «Ανάμνησιςτου  δια  κολλύβων  γενομένου  θαύματος  παρά  του  Αγίου  Μεγαλομάρτυρος  θεοδώρου  του  Τήρωνος»,  ότε  ο  ασεβής  τύρανος  Ιουλιανός  ο  παραβάτης  ηθέλησε  να  μολύνη  τους  Χριστιανούς,  κατά  την  πρώτην  εβδομάδα  των  νηστειών,  δια  των  ειδωλοθύτων,   εμφανισθείς  δε  ο  Άγιος  εις  τον  επίσκοπον,  παρήγγειλε  να   δώση  κόλλυβα  εις  τους  πιστούς  να  φάγουν,  εξηγήσας  άμα  τι  είναι  τα  κόλλυβα.  Εις  τας  μνήμας  όλων  των  Αγίων  προσφέρονται  κόλλυβα  τιμητικά,  εορτάσιμα,  εξαιρέτως  δε  κατά  την  εορτήν  ταύτην  του  Αγίου  Θεοδώρου,  εις  ανάμνησιν  του  θαύματος.  Τα  κόλλυβα  δε  ταύτα  είχον  και  θαυματουργόν  ιδιότητα  δια  τας  κόρας  του  λαού.  Εάν  είχε  πίστιν  εις  τον  Θεόν  και  ευλάβειαν  εις  τον  Άγιον.  Ήρκει  πάσα  κόρη  να  λάβη  μίαν  δράκα  εξ  αυτών  των  αγίων  κολλύβων  και  την  νύκτα  της  Παρασκευής  προς  το  Σάββατον  να  τα  βάλη  υποκάτω  εις  το  προσκέφαλόν  της,  δια  να  ίδη  καθ’ ύπνον  και  ολοφάνερα  τον  μέλλοντα  ευτυχή  σύζυγόν  της.  Ο  Άγιος  μάρτυς  Θεόδωρος  εθεωρείτο  ανέκαθεν  ως  ο  ευρετής  των  απολωλότων  και  ο  αποκαλυπτής  των  κρυφίων…».  ( «Άγια  και  πεθαμένα»  Παπαδιαμάντη,  Άπαντα).

Κάποια  ημέρα  του  1754,  τη  γαλήνη  της  Μοναχικής  Πολιτείας  του  Αγίου  Όρους,  τάραξε  ένα  από  τα  μεγαλύτερα 
θρησκευτικά  και  κοινωνικά  κινήματα ολόκληρης  της  χριστιανοσύνης.  Το  κίνημα  των  «Κολλυβάδων»  που  ξέσπασε,  απλώθηκε  σε  ολόκληρη  τη  χώρα  και  έλαβε  απρόβλεπτες  διαστάσεις  για  ένα,  περίπου,  αιώνα.  Πώς  όμως  εξελίχθηκε  το  κίνημα  και  ποια  ήταν  τα  αίτια  και  η  αφορμή  που  το  προκάλεσαν. Οι  μοναχοί  της  σκήτης  της  Αγίας  Άννας  του  Άθω,  έχτιζαν  το  Καθολικό  τους,  τον  κεντρικό,  δηλαδή,  ναό  της  σκήτης,  που  λέγεται  και  Κυριακόν.  Τα έξοδα  της  ανέγερσης  του  ναού  προέρχονταν  από  συνδρομές,  κυρίως  του  Ελληνισμού  της  Σμύρνης.  Η  ανταπόδοση  των  συνδρομών  στους  συνδρομητές,  έπρεπε  να  γίνεται  με  την  τέλεση  μνημοσύνων  « των  κεκοιμημένων  συγγενών  των  συνδρομητών».  Οι  μοναχοί  της  σκήτης  της  Αγίας  Άννας  δικαιολογήθηκαν  ότι  επειδή  όλη  την  εβδομάδα  ασχολούνταν  με  το  χτίσιμο  του Κυριακού,  δεν  είχαν  καιρό  να  τελούν  τα  μνημόσυνα  το  Σάββατο,  αποφάσισαν  να  τα  τελούν  την  Κυριακή. Τότε  ξέσπασε  άγρια  διαμάχη  που  επεκτάθηκε  σε  ολόκληρο  το  Άγιο  Όρος.  Όσοι  διαφώνησαν  να  τελούνται  τα  μνημόσυνα  την  Κυριακή  ονομάζονταν  από  τους  αντιπάλους  τους,  « Κολλυβάδες».  Οι  μεταρρυθμιστές  που  τελούσαν  τα  μνημόσυνα  την  Κυριακή  απόκτησαν  και  αρχηγό,  το  γνωστό  λόγιο  μοναχό  Νεόφυτο  Καυσοκαλυβίτη,  της  σκήτης  των  Καυσοκαλυβίων.   Η  δυναμική  αυτή  αντιμετώπιση  πήρε  τη  μορφή  άγριου  διωγμού.  Ο  Νεόφυτος  για  να  ηρεμήσει  τα  πνεύματα,  εγκαταλείπει  τον  Άθω.  Μαζί  του  φεύγουν  και  αρκετοί  «Κολλυβάδες».  Όσοι  από  αυτούς  μένουν,  συνεχίζουν  την  αντίσταση. Τη  θέση  του  Νεόφυτου  παίρνει  μια  κορυφαία  μορφή,  ο  Αθανάσιος  Πάριος,  ο  οποίος  αναλαμβάνει  να  υπερασπίσει  τους        « Κολλυβάδες»,  που  διώκονται.  Το  Οικουμενικό  Πατριαρχείο    ανάμεσα  στους                               « Κολλυβάδες»  που  καταδικάζει,  βρίσκονται      ο  Νεόφυτος  ο  Καυσοκαλυβίτης,  ο  Νικόδημος  Αγιορείτης,  τον  δε  Πάριο  καθαιρεί  από  ιερέα.  Αργότερα  το  Πατριαρχείο  τους  αποκατέστησε,  αλλά  ο  λαός  είχε  ήδη  χωριστεί  σε  δύο  παρατάξεις.  Το  1772  ο  Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως,  Θεοδόσιος  Β’  αποφάσισε  ότι:  « οι  μεν  εν  Σαββάτω  ποιούντες  τα  των  αποιχομένων  μνημόσυνα,  καλώς  ποιούσιν,  ως  την  αρχαίαν  παράδοσιν  της  Εκκλησίας  φυλάττοντες,  οι  δε  εν  Κυριακή,  ουχ  υπόκεινται  κρίματι».  Το  Οικουμενικό  Πατριαρχείο,  λοιπόν,  δεν  μπόρεσε  να  ηρεμήσει  τα  πνεύματα  και  οι  ταραχές  συνεχίστηκαν.  Το  1819  ο  Πατριάρχης  Γρηγόριος  ο  Ε’,  σε  εγκύκλιό  του  γράφει:  «Τα  μνημόσυνα  των  κοιμηθέντων  επιτελώνται  απαραιτήτως  και  εν  Κυριακαίς  και  εν  Σάββασιν,  ως  και  ταις  λοιπαίς  ημέρες  της  εβδομάδος, προς  τελείαν  εξάλειψιν  της  πάλαι  ποτέ  αναφυείσης  εκείνης  διενέξεως». Οι  νεωτεριστές  δεν  υπάκουσαν  στις  Πατριαρχικές  εντολές.  Ο  φανατισμός  τους  κατά  των  « Κολλυβάδων»  συγκλόνιζε  την  Εκκλησία.   Το  πότε  έπρεπε  να  τελούνταν  τα  μνημόσυνα,  δεν  ήταν  παρά  η  αφορμή.  Τα  αίτια  ήταν  βαθύτερα.  Οι  δήθεν  μεταρρυθμιστές  ζητούσαν  να  αποκόψουν  ολότελα  τον  Ελληνορθόδοξο  κορμό  από  την  παράδοση  της  Εκκλησίας  και  να  τον  μπολιάσουν  με  ξένα  στοιχεία. Υπέρμαχοι  του  κοινοβιακού  βίου  οι  « Κολλυβάδες»,  δεν  μπορούσαν  να  ανεχθούν  τις  καινοτομίες  των   νεωτεριστών.  Η  Σκιάθος  έγινε  ένα  από  τα  σπουδαιότερα  κέντρα  του  κινήματός  τους.  Οι  δύο  εξάδελφοι  συγγραφείς,  Αλέξανδρος  Παπαδιαμάντης  και  Αλέξανδρος  Μωραϊτίδης,  κατάγονται  από  γενιά                               «Κολλυβάδων»  οι  οποίοι  κατέφυγαν  στη  Σκιάθο,  όπου  έχτισαν   και  το  κοινοβιακό  μοναστήρι  του  Ευαγγελισμού,  που  σώζεται  μέχρι  σήμερα.  Και  οι  δυο  τους  μνημονεύουν  σε  πολλά  διηγήματά  τους  την  εγκατάσταση  των  «Κολλυβάδων»  στο  νησί  τους  αναπολώντας  τους  νέους  ζηλωτές  της  Ορθοδοξίας.  Στην  ιστορία  ενός  «Κολλυβά»,  του  Αλύπα,  αναφέρεται  στο  διήγημά  του  « Τα  μαύρα  κούτσουρα»  ( σελ. 152),  ο  Αλεξανδρος  Παπαδιαμάντης:  « Ο  Αλύπας ,  ιερομόναχος  και  πνευματικός  είχεν  ασκητεύσει  τόσα  χρόνια  εις  τα  Κατουνάκια,  κατά  τας  δυτικομεσημβρινάς  υπωρείας  του  Άθωνος. Είτα  είχεν  αποθάνει  ο  γέροντάς  του,  αυτός  δε   επώλησε  την  ασκητικήν  καλύβην,  κι  επέστρεψεν  εις  την  γενέθλιον  νήσον  του…».