Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Τρίτο μέρος.


Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Τρίτο μέρος

Δημήτρης Τουτουντζής

Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

    Όπως είδαμε, η πειρατεία ήταν πάντοτε ένας υπαρκτός κίνδυνος για τα πλοία, που διέσχιζαν της ελληνικές θάλασσες, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο άμεσος και σοβαρός όσο τα  σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Στα χρόνια διάλυσης και αναρχίας, πριν και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όταν οι Οθωμανοί διαδοχικά έθεταν υπό την κυριαρχία τους τον ελληνικό ηπειρωτικό χώρο.
    Οι Έλληνες των παραλίων περιοχών και της νησιωτικής Ελλάδας, πριν από την τουρκική κατάκτηση, μετά την κατάληψη από τους Τούρκους και παράλληλα με αυτήν, είχαν να αντιμετωπίσουν  έναν άλλο σκληρό και αδίστακτο εχθρό. Τους πειρατές, Τούρκους και χριστιανούς.
    Από το 1390, χρονολογία κατάληψης των μικρασιατικών παραλίων από τους Οθωμανούς, Τούρκοι πειρατές της Μικράς Ασίας ασκούσανε πειρατεία και ερήμωναν  τα ελληνικά παράλια. Η προσπάθεια επικράτησης των Οθωμανών Τούρκων στις
ελληνικές θάλασσες έγινε ουσιαστικά με την άμεση και έμμεση χρησιμοποίηση του δυναμικού των Τούρκων πειρατών. Αρχικά των Τούρκων πειρατών της Μικράς Ασίας, αλλά μετά και των πειρατών της Μπαρμπαριάς, των παραλίων δηλαδή της βόρειας Αφρικής.
    Η Πύλη χρησιμοποίησε τους πειρατές για την επάνδρωση των σκαφών του οθωμανικού στόλου, αναθέτοντας μάλιστα σ’ αυτούς την διακυβέρνηση των μεγαλύτερων και σημαντικότερων μονάδων του στόλου. Επέτρεψε και υπέθαλψε τη δράση των Τούρκων πειρατών στις ελληνικές θάλασσες και τη Μεσόγειο γενικότερα, γιατί η πειρατεία ήταν ένας τρόπος προβολής και αύξησης της σφαίρας επιρροής των Οθωμανών.
    Παράλληλα με τους Τούρκους έδρασαν τα χρόνια αυτά στον ελληνικό χώρο πολλοί χριστιανοί πειρατές. Σικελοί, Ιταλοί, Καταλανοί, Γενουάτες που είχαν ορμητήρια στη Σικελία και στα λιμάνια της Ιταλίας. Μετά το 1520 εμφανίζονται Γάλλοι πειρατές.
    Αντίβαρο στην τουρκική πειρατεία και γενικότερα στην τουρκική επεκτατικότητα ήταν μέχρι το 1522 η δράση του στόλου του τάγματος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ρόδου σ’ όλο το Αρχιπέλαγος, που είχε πειρατικό και αυτή χαρακτήρα, αλλά προκαλούσε σοβαρές ζημιές στο εμπόριο και τον ανεφοδιασμό της οθωμανικής Τουρκίας.
    Ο Ταμερλάνος και η μάχη της Άγκυρας, το 1402, ανέκοψαν προσωρινά την οθωμανική ορμή. Η Βενετία όλον τον 15ο αιώνα προσπάθησε να επωφεληθεί από τη ναυτική αδυναμία των Οθωμανών. Ενώ οι Τούρκοι προχωρούσαν ακάθεκτοι και κατακτούσαν όλον τον ηπειρωτικό ελληνικό και βαλκανικό χώρο, η Βενετία κατόρθωσε, με ειρηνικό τρόπο τις περισσότερες φορές, να αποκτήσει θέσεις-κλειδιά σε παράλιες περιοχές και μεγάλον αριθμό από τα νησιά της νησιώτικης Ελλάδας, όπως τα νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου, του Κρητικού και του Ικάριου πελάγους, τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη, την Κύπρο και τις κατά καιρούς βάσεις των Βενετών στην Πελοπόννησο. Όμως με το πέρασμα του χρόνου γίνεται όλο και πιο φανερή η αδυναμία των Βενετών να κρατήσουν ανοιχτές τις οδούς του εμπορίου με την ανατολική Μεσόγειο, όταν οι
Πορτογάλοι θαλασσοπόροι βρήκαν άλλο δρόμο να φέρουν από την ανατολή, από τις Ινδίες, τα μπαχαρικά και τα άλλα προϊόντα, που οι Βενετοί είχαν μέχρι τότε την αποκλειστική διακίνηση.
    Μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και ακόμη μέχρι την πτώση του κράτους των Γατελούζων στο βορειανατολικό Αιγαίο (Μυτιλήνη, Λήμνος κ.α.), που ιδρύθηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από  τους Φράγκους, οι Βενετοί παρέμεναν κύριοι της κατάστασης. Μπορούσαν να εξασφαλίζουν τη διακίνηση του βενετικού εμπορίου με την παρουσία και τη συνοδεία του πολεμικού στόλου τους, αλλά και με συνεχείς διπλωματικές ενέργειες. Η πτώση της επικράτειας των Γατελούζων ωφέλησε μάλιστα προσωρινά τους Βενετούς γιατί εγκαταστάθηκαν αυτοί στη Λήμνο, όπως μετά την πτώση του Βυζαντίου είχαν καταλάβει με τη συγκατάθεση των κατοίκων τη Σκύρο, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο.
    Οι Οθωμανοί Τούρκοι δεν είχαν ναυτική παράδοση, ούτε γνώριζαν τη ναυτική τέχνη. Στηρίχτηκαν για την επάνδρωση του στόλου τους σε χριστιανούς, σε εξωμότες και στους Τούρκους πειρατές των μικρασιατικών παραλίων, που δρούσαν στο Αιγαίο, από την εποχή των αραβικών εμιράτων. Το 1390 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τα μικρασιατικά παράλια και εγκαταστάθηκαν σε αυτά. Αμέσως τον επόμενο χρόνο, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ οργάνωσε στόλο από εξήντα φούστες, πλοία μακριά και στενά (σε άλλο κεφάλαιο θα αναφερθούμε στα πειρατικά πλοία). Ο στόλος έκαψε και λεηλάτησε τη Χίο, τις Κυκλάδες, τις ακτές της Εύβοιας και της Αττικής. Τα πλοία και οι ναυτικοί προέρχονταν από τις παράλιες πόλεις της Μικράς Ασίας, που διέθεταν έμπειρο πειρατικό δυναμικό.
    Το 1413 ο σουλτάνος Μωάμεθ  Α΄ συγκρότησε στην Καλλίπολη στόλο από τριάντα πλοία  διαφόρων ειδών, όλα κωπήλατα, η επάνδρωση των οποίων έγινε κυρίως από χριστιανούς που είχαν υποχρεωθεί με τη βία. Ο στόλος αυτός λεηλάτησε τις Κυκλάδες και άρπαξε άνδρες από την Άνδρο, την Πάρο και τη Μήλο. Το οθωμανικό κράτος και ο νέος σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄  άρχισαν  με έντονο ρυθμό τη δημιουργία μεγάλου στόλου. Είχαν στη διάθεσή τους την πρώτη ύλη για την κατασκευή των πλοίων και διέθεταν άφθονα χρήματα για τον άρτιο εξοπλισμό τους. Εκείνο που τους έλειπε ήταν το ανθρώπινο υλικό για να κατασκευάσει και να επανδρώσει τα πλοία. Ακόμα περισσότερο δεν υπήρχε ναυτική παράδοση και συνείδηση. Το 1497 και το 1498, στις παραμονές του δεύτερου βενετοτουρκικού πολέμου ο σουλτάνος κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη 3.000 καλαφάτες και μαραγκούς να εργαστούν για τη ναυπήγηση νέων μονάδων. Παράλληλα έγινε επίταξη όλων των εμπορικών πλοίων άσχετα με την εθνικότητά τους, που βρίσκονταν μέσα στα Στενά. Υποχρέωσαν όλα τα τουρκικής υπηκοότητας σκάφη να παρουσιαστούν στην Κωνσταντινούπολη και να ενταχθούν στον πολεμικό στόλο. Κάθε είδους πλοίο: Νάβες, γρίπους, μεταγωγικά, φορτηγά, φούστες μικρές και μεγάλες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του γραμματικού Α. Σαγκουντίνο, ο οθωμανικός στόλος διέθετε εκατό γαλέρες, πενήντα φούστες και μεταγωγικά, πενήντα γρίπους και μπριγκαντίνια, τρεις γαλεάτσες, τρεις νάβες και δύο φορτηγά. Κατασκεύαζαν ακόμα δύο μεγάλες κόκκες, 800 βαρελιών η κάθε μία. Όμως όλα τα σκάφη και οι γαλέρες, τα κατ’ εξοχήν πολεμικά πλοία, παρέμεναν στο ύπαιθρο, εκτεθειμένες στον ήλιο και τη βροχή όλον το χρόνο και σκέβρωναν.
    Για την επάνδρωση του στόλου κάλεσαν 24.000 – 30.000 άνδρες χριστιανούς για κωπηλάτες και 15.000 αζάπηδες από την κεντρική Μ. Ασία για στρατιώτες, που θα επέβαιναν στα πλοία. Από όλα τα μέρη της Ελλάδας, από την Εύβοια ως την Καστοριά κόσμος όδευε προς την Κωνσταντινούπολη.
    Άνδρες όμως έμπειροι στη ναυτική τέχνη για να τεθούν επικεφαλής των μονάδων αυτών και να οδηγήσουν τα σκάφη δεν υπήρχαν. Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ ζήτησε από το γιό του, το διοικητή της Τραπεζούντας, να του στείλει εξακόσιους έμπειρους ναυτικούς, αλλά αυτός αρνήθηκε. Η Πύλη κατέφυγε αναγκαστικά σε δύο λύσεις. Η μία ήταν η διά της βίας στρατολογία χριστιανών ναυτικών, ιδίως Ελλήνων και η άλλη η χρησιμοποίηση του πειρατικού δυναμικού. Η πρώτη απέτυχε. Κατά πληροφορίες του Βενετού υποκόμη Ν. Μαρτσέλο από τη Μεθώνη το 1499, πρώτο χρόνο, του πολέμου, οι χριστιανοί ναυτικοί διέφευγαν μόλις εύρισκαν ευκαιρία. Στην περιοχή της Αίγινας μετά μικρή καταιγίδα είκοσι πέντε ιστιοφόρα των Τούρκων καταστράφηκαν και 7.000 Έλληνες διέφυγαν από τον τουρκικό στόλο. Στην περιοχή του κάβο Μαντέλλο, στο νότιο ακρωτήριο της Εύβοιας, από την έλλειψη ανδρών με ναυτική πείρα, καταστράφηκαν τρία πλοία, ένα σκιεράτσο φορτωμένο με σταφίδες για την τροφοδοσία του στόλου, ένα φορτηγό που μετέφερε δύο μεγάλα πολυβόλα και μία γαλιότα. Σκοτώθηκαν τριάντα γενίτσαροι.
    Ο σουλτάνος, όταν είδε τη στάση αυτή του χριστιανικού στοιχείου και τις μαζικές αποδράσεις, αναγκάστηκε να καλέσει 40.000 αζάπηδες από τη Μ. Ασία και μουσουλμάνους Τούρκους από την κυρίως Ελλάδα και να τοποθετήσει μουσουλμάνους κωπηλάτες στο στόλο. Κυρίως όμως κατέφυγε στη χρησιμοποίηση του πειρατικού δυναμικού. Υποχρεώθηκε να στηριχτεί στην εμπειρία, τις γνώσεις, τη δυναμικότητα των Τούρκων πειρατών, που μέχρι τότε λήστευαν τους ξένους αλλά και τους Τούρκους υπηκόους και προκαλούσαν σοβαρές ζημιές στο εμπόριο της Τουρκίας με την Αλεξάνδρεια και τις άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου.
    Το 1495 γενίτσαροι με εντολή του σουλτάνου είχαν συλλάβει το διάσημο Τούρκο πειρατή Κεμάλ ρέις. Ο Βαγιαζήτ τον υποχρέωσε να ενταχθεί στην υπηρεσία του δίνοντάς του 20 άσπρα τη μέρα. Το 1499 στη διάρκεια του πολέμου κατά των Βενετών, του ανάθεσε τη διακυβέρνηση μιας από τις καινούργιες βαριές κόκκες. Το 1497 άλλος Τούρκος πειρατής, ο Γκαμπασάτ  Έρρικκι είχε προσέλθει στην υπηρεσία του σουλτάνου με αμοιβή 15 άσπρα τη μέρα. Στο διάστημα του πολέμου τοποθετήθηκε κυβερνήτης βαριάς γαλεάτσας, που είχε πλήρωμα εξακόσιους άνδρες. Το 1498 ο διάσημος Τούρκος πειρατής Καρακασάν, με τη δική του θέληση παρουσιάστηκε στην Κωνσταντινούπολη και τέθηκε στην υπηρεσία του σουλτάνου, αφήνοντας όμως τον πειρατικό του στόλο στον αδελφό του Καραδορμή ή Καρατορνούς.
    Η χρησιμοποίηση του πειρατικού δυναμικού δεν ήταν όμως η ιδεώδης λύση για την επάνδρωση του τουρκικού στόλου, γιατί οι έμπειροι αυτοί πειρατές χρησιμοποίησαν τη θέση τους και τα πλοία του τουρκικού στόλου για να ασκήσουν πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες για λογαριασμό τους.
    Δεν ξέρουμε πόσο βοήθησε η ενεργός συμμετοχή των πειρατών και ειδικά του Κεμάλ ρέις στις πολεμικές επιχειρήσεις των Τούρκων στην κατάληψη πόλεων-λιμένων όταν η κατάληψη της Ναυπάκτου έγινε μετά από πολιορκία στρατού από την ξηρά, καθώς και η πτώση της Μεθώνης, της Κορώνης και της Πύλου, το 1500 οφειλόταν περισσότερο στα
λάθη και την αδυναμία των Βενετών να προασπίσουν τις στρατηγικές αυτές θέσεις και
όχι στην συνεισφορά του τουρκικού στόλου.
    Μετά το 1500 ο σουλτάνος κατάλαβε ότι για να αξιοποιήσει το πειρατικό δυναμικό και να το κατευθύνει εναντίον της βενετικής αρμάδας, αφού δε διέθετε οργάνωση και ναυτική ηγεσία, έπρεπε να αφήσει τους πειρατές να δράσουν με το δικό τους άτακτο τρόπο επίθεσης. Το 1501 πέντε φούστες τουρκικές αναχώρησαν από την Καλλίπολη με διαταγή να συναθροίσουν υποχρεωτικά όλες τις φούστες των Τούρκων πειρατών. Ειδοποίησε ακόμα όλους όσους ήθελαν φούστες και γαλέρες, για να ασκήσουν πειρατεία, να παρουσιαστούν στην Κωνσταντινούπολη.
    Τότε ξεχύθηκαν στο Αρχιπέλαγος οι πειρατές και άρχισαν τις επιθέσεις στις νηοπομπές των εμπορικών γαλερών της Βενετίας προκαλώντας μεγάλες ζημιές στο εμπόριο των Βενετών καθώς και λεηλασίες των νησιών του Αρχιπελάγους.
    Πως αντέδρασαν οι Βενετοί στις προσπάθειες αυτές των Οθωμανών, να οργανώσουν  το στόλο τους και να επιβληθούν στις ελληνικές θάλασσες χρησιμοποιόντας το πειρατικό δυναμικό που διέθεταν; Η αντίδραση των Βενετών ήταν ασθενική. Ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να διατηρήσουν ελεύθερη τη ναυσιπλοΐα στις ελληνικές θάλασσες. Οι νάβες της Βενετίας, της Κρήτης και τα μικρότερα σκαριά των νησιών, που μετέφεραν εμπορεύματα και ανεφοδίαζαν και αυτήν την Κωνσταντινούπολη, συλλαμβάνονταν και αιχμαλωτίζονταν από τους Τούρκους και τους χριστιανούς πειρατές.
    Η αδυναμία του βενετικού στόλου να καταβάλει δυναμικά τη δράση των πειρατών στις ελληνικές θάλασσες οφείλετο: 1ον. Στην παλαιότητα των πλοίων, στις ελλείψεις τους σε ανταλλακτικά και τρόφιμα, στη γενική κακή τους κατάσταση. Το 1533 οι άνδρες των πλοίων ήταν έντεκα μήνες στη θάλασσα, δεν είχαν γαλέτα και χρειάζονταν 100 κουπιά. 2ον. Στην έλλειψη ανθρώπων να επανδρώσουν τα πλοία. Το 1531 έλειπαν σαράντα άνδρες από κάθε βενετική γαλέρα, αλλά και παλιότερα, οι προβλεπτές του στόλου ανέφεραν συνέχεια την κόπωση και ένδεια των πληρωμάτων. Το 1533 πολλοί άνδρες ήταν άρρωστοι και οι Έλληνες, που είχαν ξεμπαρκάρει, είχαν γίνει πλούσιοι και δεν ήθελαν πια να υπηρετήσουν σε γαλέρες. 3ον. Στα υπερβολικά έξοδα, που απαιτούσε η συντήρηση του βενετικού στόλου και τα οποία καθυστερούσαν υπερβολικά να φθάσουν στους δικαιούχους. 4ον. Η Βενετία φοβόταν ότι καταδιώξεις πλοίων και πειρατών, προστατευμένων από την Πύλη, θα έθιγαν καίρια τα συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο. Ο φόβος αυτός την υποχρέωνε να ακολουθεί συνέχεια μια πολιτική υποχωρήσεων και διπλωματικών ελιγμών.
    Αντίθετα η Οθωμανική Τουρκία, που με την προέλασή της στην ξηρά έφθασε να πολιορκεί τη Βιέννη, ήθελε να ασκήσει την ίδια επεκτατική πολιτική και στο θαλάσσιο χώρο. Το 1531 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ναυπηγούσε στη Μαύρη Θάλασσα εκατό νέες γαλέρες, τύπου μεγαλύτερου από τις ελαφρές των Βενετών και μικρότερου από τις βαριές. Παράλληλα  φούστες κατασκευάζονταν σε μυστικές τοποθεσίες της Σάμου. Δεν είχε όμως άνδρες, που να γνωρίζουν καλά τη διακυβέρνηση των πλοίων. Το μόνο αξιόμαχο και δυναμικό στοιχείο, που διαθέτει στο ναυτικό τομέα, είναι οι πειρατές. Αποφασίζει λοιπόν όχι απλώς να περιλάβει ορισμένους στη δύναμη του στόλου, αλλά διά της βίας να εντάξει όλο το πειρατικό δυναμικό και να οργανώσει έτσι έναν ισχυρό στόλο. Δεν το πέτυχε αμέσως.
    Πρώτα οι Τούρκοι πειρατές της Μ. Ασίας πήραν διαταγή να παρουσιαστούν στην
Κωνσταντινούπολη για να ενταχθούν στον οθωμανικό στόλο. Όλοι όφειλαν να παραλάβουν από την Πύλη επίσημη άδεια ναυσιπλοΐας. Κανείς, σύμφωνα με τη διαταγή, δεν μπορούσε να ταξιδεύει στις θάλασσες της οθωμανικής επικράτειας, χωρίς την ειδική αυτήν άδεια. Ο σουλτάνος κατέβαλε σε όλους μισθό. Οι κυβερνήτες στις βαριές γαλέρες εισέπρατταν δέκα άσπρα τη μέρα, στις ελαφρές γαλέρες οκτώ άσπρα τη μέρα, στις φούστες έξι. Απειλούσε όμως ότι θα έκαιγε τα σκάφη των πειρατών, που θα αγνοούσαν την πρόσκλησή του.
    Τον Απρίλιο του 1532 ο οθωμανικός στόλος διέθετε εκατόν πενήντα καινούργιες ελαφρές γαλέρες και πενήντα φούστες. Τα πλοία ήταν όλα εφοδιασμένα με πυροβόλα και άλλα όπλα. Οι φούστες των πειρατών και οι ελαφριές γαλέρες διέθεταν πενήντα κανόνια και οι βαριές γαλέρες εκατό. Άλλα πλοία μεταγωγικά συνόδευαν το στόλο μεταφέροντας πολεμοφόδια και ποσότητες γαλέτας.
    Στην πραγματικότητα ο σουλτάνος δεν κατόρθωσε το 1532 να χρησιμοποιήσει αποδοτικά το στόλο αυτόν, τον άριστα εξοπλισμένο, για δύο λόγους: Ο στόλος δεν είχε οργάνωση, δεν είχε έμψυχο υλικό και στελέχη εξασκημένα. Δεν παρουσιάστηκαν και δεν συνέδραμαν οι μεγάλοι πειρατές της Μπαρμπαριάς, στη ναυτική πείρα των οποίων βασικά στηριζόταν. Στην Κωνσταντινούπολη ο σουλτάνος για να επανδρώσει τα πλοία του στόλου του απελευθέρωσε από τις φυλακές 3.000 κατάδικους ισοβίτες. Όσοι επάνδρωναν τον στόλο δεν ήταν εκπαιδευμένοι, ούτε γνώριζαν τη ναυτική τέχνη. Από τους γιούς των γενίτσαρων πολλοί δεν ήξεραν να κωπηλατούν και διέφευγαν από το στόλο, μόλις μπορούσαν. Ήταν ηλικίας 20-40 χρόνων. Πολλοί χριστιανοί υπήρχαν σε κάθε γαλέρα ιδίως Έλληνες. Άλλοι παρουσιάστηκαν οικιοθελώς και άλλοι είχαν ενταχθεί με τη βία. Οι αξιωματικοί και οι πιλότοι ήταν χριστιανοί, πληρώνονταν τέσσερα άσπρα τη μέρα και οι Τούρκοι τρία άσπρα. Οι χριστιανοί ήταν στην πλειοψηφία Κρητικοί και νησιώτες, ελληνικών περιοχών, που ανήκαν στη Βενετία. Πολλοί που είχαν επιβιβαστεί διά της βίας μόλις έβρισκαν ευκαιρία δραπέτευαν. Αναφέρεται ένας Κύπριος ονόματι Ιωάννης Μουρίκης, που διέφυγε στον κάβο Σκύλο (Τσελεβίνια) απέναντι από την Ύδρα. Στην Κωνσταντινούπολη είχαν παραμείνει πολλές καινούργιες γαλέρες από έλλειψη έμψυχου υλικού. Το κυριότερο, ο οθωμανικός στόλος δεν είχε έμπειρο αρχηγό.
    Το 1532 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν απέτυχε στην προσπάθειά του να κυριαρχήσει και στο θαλάσσιο χώρο. Η οθωμανική ηγεσία του στόλου δεν μπόρεσε ούτε να καθοδηγήσει και να κατευθύνει τους πειρατές, που τη συνόδευαν, σε μια συγκεκριμένη θεαματική πειρατική ενέργεια. Ογδόντα χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και ενώ οι στρατιές των Οθωμανών είχαν κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή, στη βόρεια Αίγυπτο, στα Βαλκάνια και απειλούσαν τη Βιέννη, οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν να οργανώσουν στόλο και να περιφρουρήσουν τις περιοχές που είχαν καταλάβει, αλλά ούτε το πειρατικό δυναμικό τους να καθοδηγήσουν προς συγκεκριμένες επωφελείς γι’ αυτούς πειρατικές ενέργειες.
    Μετά από τις αποτυχημένες προσπάθειες να κυριαρχήσει και στο θαλάσσιο χώρο, ο σουλτάνος κάλεσε τον αρχιπειρατή της Μπαρμπαριάς, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, και τον διόρισε αρχηγό του οθωμανικού ναυτικού στα τέλη του 1533. Αυτός κατασκεύασε με τη δική του προσωπική επίβλεψη νέα σκάφη και πέτυχε την αναδιοργάνωση του τουρκικού
στόλου. Με καθαρά πειρατικές μεθόδους λεηλάτησε τη νότια Ιταλία, κατέλαβε προσωρινά την Τύνιδα το 1534. Με τη δική του μεσολάβηση πραγματοποιήθηκε το 1535 η περίφημη γαλλοτουρκική προσέγγιση, η πρώτη συμμαχία χριστιανικού κράτους με την οθωμανική αυτοκρατορία.
    Η συμμαχία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στο νέο τουρκικό στόλο, που κατασκεύασε και οργάνωσε ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσας, στηρίχτηκε ο Γάλλος βασιλιάς Φραγκίσκος  Α΄. Τον χρησιμοποίησε σαν αντίβαρο της ναυτικής δύναμης του αυτοκράτορα Καρόλου  Ε΄, ναύαρχος του οποίου ήταν ο περίφημος Αντρέα Ντόρια. Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσας με το νέο οθωμανικό στόλο πέτυχε το 1538 μιαν αμφίβολη νίκη κατά του αυτοκρατορικού στόλου στην Πρέβεζα, πέτυχε όμως απόλυτα να επιβάλει την κυριαρχία της Τουρκίας στο Αρχιπέλαγος, Το 1537 και 1538 κατέλαβε όλα τα νησιωτικά συμπλέγματα που ανήκαν στη Βενετία: Σποράδες, Κυκλάδες, νησιά του Σαρωνικού, Κύθηρα. Η δυαρχία Οθωμανών και Βενετίας που επικρατούσε στο Αιγαίο μέχρι τότε, έπαψε να υπάρχει. Η Βενετία μετά το 1540 θα εξακολουθεί να κατέχει μόνον την Κρήτη και την Κύπρο στην ανατολική Μεσόγειο.
    Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσας σχεδίασε και κατασκεύασε νέα σκαριά για τον οθωμανικό στόλο. Με τη δική του ηγεσία η οθωμανική κυριαρχία επιβλήθηκε ουσιαστικά σ’ ολόκληρο το Αιγαίο και εκτόπισε τη Βενετική ναυτική ισχύ.

Οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα.   

Στα 1504 πραγματοποιήθηκε μια επιδρομή που ξεσήκωσε σε όλη τη χριστιανοσύνη πολύ μεγάλη ταραχή. Ο Πάπας Ιούλιος  Β΄ είχε στείλει δύο από τις μεγαλύτερες πολεμικές του γαλέρες, γερά εξοπλισμένες, να συνοδέψουν μια αποστολή με πολύτιμα εμπορεύματα από τη Γένοβα στην Τσιβιταβέκια. Το πρώτο καράβι, που πήγαινε πολλά μίλια μπροστά από το άλλο και δεν είχε καμιά επαφή μαζί του, παρέπλεε το νησί Έλβα, όταν διέκρινε μια γαλιότα. Μη βάζοντας κακό στο νου του, ο καπετάνιος Πάολο Βικτόρ συνέχισε το ταξίδι του αμέριμνος. Δεν είχε άλλωστε κανένα λόγο να φοβάται την παρουσία πειρατών σ’ αυτή την περιοχή. Οι πειρατές της Μπαρμπαριάς είχαν πολλά χρόνια να φανούν σ’ αυτά τα νερά και εκτός από αυτό συνήθιζαν να μη ρίχνονται παρά μόνο σε μικρά καράβια. Ξαφνικά όμως η γαλιότα κόλλησε δίπλα στη γαλέρα και ο Ιταλός είδε πως η γέφυρά της ήταν γεμάτη σαρίκια. Χωρίς να ακουστεί ούτε μια φωνή, πριν η γαλέρα προφτάσει να οργανώσει την άμυνά της, βροχή σαΐτες και άλλα βλήματα έπεσαν στη φορτωμένη γέφυρά της και λίγα λεπτά αργότερα οι Μαυριτανοί έκαναν ρεσάλτο κάτω από τις διαταγές ενός αρχηγού που ξεχώριζε με τα κατακόκκινα γένια του. Σε λίγα λεπτά, η γαλέρα είχε καταληφθεί και όσοι επιζήσανε από το πλήρωμά της ρίχτηκαν σαν κτήνη στο αμπάρι.
    Ο καπετάνιος με τα κόκκινα γένια έβαλε τότε σε πράξη το δεύτερο μέρος του προγράμματός του, που δεν ήταν άλλο παρά η κατάληψη και της δεύτερης παπικής γαλέρας. Μερικοί από τους αξιωματικούς του έφεραν αντιρρήσεις γι’ αυτή τη δεύτερη απόπειρα, θεωρώντας την σαν πολύ επικίνδυνη κάτω από αυτές τις συνθήκες. Νόμιζαν πως ήταν αρκετή η διαφύλαξη της πρώτης πρέζας, και δεν χρειαζόταν να δοκιμάσουν και άλλη. Με μια αυταρχική κίνηση, ο αρχηγός τους, τους υποχρέωσε να σωπάσουν. Είχε
κιόλας καταστρώσει ένα σχέδιο με σκοπό να χρησιμοποιήσει την πρώτη νίκη του για να πετύχει και δεύτερη. Έγδυσε τους αιχμαλώτους, έδωσε τα ρούχα τους στους άντρες του τοποθετώντας τους έτσι που να φαίνονται καλά στις διάφορες θέσεις της γαλέρας. Έπειτα έδεσε τη γαλιότα του πίσω από τη γαλέρα, για να δημιουργήσει την εντύπωση πως η παπική γαλέρα την είχε αιχμαλωτίσει.
    Αυτό το απλούστατο στρατήγημα πέτυχε απόλυτα. Τα δύο καράβια πλησίασαν το ένα στο άλλο και το πλήρωμα του δεύτερου όρμισε για να δει τι  είχε συμβεί. Νέα βροχή από σαΐτες και βλήματα, νέο ρεσάλτο και σε λίγα λεπτά οι χριστιανοί ναύτες βρέθηκαν αλυσοδεμένοι στα ίδια τους τα κουπιά, στη θέση των απελευθερωμένων Μαυριτανών σκλάβων. Δύο ώρες ύστερα από αυτήν την πρωτότυπη συνάντηση, η γαλιότα και τα θύματά της τραβούσαν για το Τούνεζι.
    Ήταν η πρώτη εμφάνιση του Αρούζ, του μεγαλύτερου από τους αδερφούς Μπαρμπαρόσα, σε μια σκηνή, όπου αυτός και ο αδερφός του θα ήταν οι βασικοί πρωταγωνιστές για μια ολόκληρη γενιά.
    Οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα, που πήραν το όνομά τους από τα κοκκινωπά τους γένια, κατά μία εκδοχή, ήταν παιδιά ενός Έλληνα χριστιανού κανατά, που λεγόταν Ιάκωβος, ενώ η μητέρα τους ονομαζόταν Κατερίνα και είχαν εγκατασταθεί στη Μυτιλήνη μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους. Άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ο πατέρας τους ήταν μουσουλμάνος ονόματι Γιακούπ και η μητέρα τους χριστιανή Ελληνίδα ονόματι Κατερίνα. Αρκετοί είναι όμως οι ιστορικοί που θεωρούν πιθανό να ήταν και ο πατέρας τους εξισλαμισμένος Έλληνας.
    Σύμφωνα με τουρκικές πηγές οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα ήταν τέσσερις: ο Ισχάκ, ο Αρούζ, ο Χιζρ (ο μετέπειτα Χαϊρεντίν) και ο Ιλιάς. Ο Αρούζ σε νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο πλήρωμα μιας πειρατικής γαλέρας η οποία έπεσε στα χέρια των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου με αποτέλεσμα μα αιχμαλωτιστεί. Τον αγόρασε όμως ένας Αιγύπτιος εμίρης για να τον κάνει κυβερνήτη σε δικό του πειρατικό και έτσι βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου κάλεσε κοντά του και το μικρότερο αδερφό του τον Χιζρ.                                       
    Ο Αρούζ έδρασε στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι χρειαζόταν ένα λιμάνι για να καταφεύγει τις ώρες της τρικυμίας και μια εύκολη αγορά. Αυτά ήταν όχι μόνο αναγκαία, αλλά και πρωταρχικά. Τράβηξε λοιπόν για το Τούνεζι και έκλεισε μια συμφέρουσα συμφωνία με τον μπέη της χώρας, που ανέλαβε να του παραχωρήσει αυτές τις ευκολίες με αντάλλαγμα το 20% της λείας που περιορίστηκε αργότερα στο 10%, όταν οι πειρατές είχαν γίνει αρκετά δυνατοί για να επιβάλουν τους όρους τους. 
    Τα συνταρακτικά κατορθώματα του Αρούζ, που επιστέγασμά τους στάθηκε η αιχμαλωσία των γαλερών του Πάπα, έφεραν κοντά του όλους τους τυχοδιώκτες των νότιων και των ανατολικών ακτών της Μεσογείου καθώς και μεγάλο αριθμό αρνησίθρησκους από όλες τις χώρες. Παρουσιάστηκαν γρήγορα μιμητές του και σε λίγο η Μεσόγειος γέμισε από την μια άκρη ως την άλλη με συμμορίες πειρατών, που ξεκίναγαν από τα λιμάνια της Μπαρμπαριάς.
    Οι ναυτικές ασφάλειες έφτασαν σε δυσθεώρητα ύψη και σε ορισμένες γραμμές σταμάτησαν εντελώς. Ο Φερδινάνδος της Ισπανίας, αναγνωρισμένος τώρα αρχηγός της χριστιανοσύνης και με την ιδιότητά του σαν βασιλιάς της μεγαλύτερης ναυτικής δύναμης του κόσμου, που πάθαινε φυσικά και τις μεγαλύτερες ζημιές, ανέλαβε την ευθύνη να
δαμάσει τους πειρατές. Επικεφαλής ενός ισχυρού στόλου, απέκλισε την ακτή και για δύο χρόνια, 1509 και 1510, κατέλαβε το Οράν, το Μπουζί και το Αλγέρι, που ήταν εκείνη την εποχή τα τρία κυριότερα φρούρια των πειρατών. Όταν έγινε ειρήνη, οι Αλγερινοί ανέλαβαν να πληρώσουν στον βασιλιά, σαν εγγύηση της μελλοντικής καλής συμπεριφοράς τους, ένα ετήσιο χαράτσι, και ο Φερδινάνδος ενίσχυσε αυτή την εγγύηση με ένα στερεό φρούριο που έκτισε στο νησί Πενόν, απέναντι στο λιμάνι τους.
    Όσο ζούσε ο Φερδινάνδος, οι πειρατές ήταν σχετικά περιορισμένοι και δύο απόπειρες που έκαναν στα 1512 και στα 1515 για να ξαναπάρουν το Μπουζί, αποκρούστηκαν. Στην πρώτη ο Αρούζ έχασε ένα χέρι, που του το έκοψε μια σφαίρα από αρκεβούζιο. Μετά το θάνατο όμως του βασιλιά της Ισπανίας, οι Αλγερινοί επαναστάτησαν και κάλεσαν τον Σαλίμ εντ Τεουμί, έναν Άραβα από την Μπλιντά, να μπει επικεφαλής τους, αυτός δέχτηκε και σε λίγο απέκλεισε το φρούριο του Πενόν.
    Βρίσκοντας πως οι δυνάμεις του δεν ήταν αρκετές, ο Σαλίμ έστειλε απεσταλμένους στον Αρούζ, που δύο χρόνια νωρίτερα είχε πάρει το Ζιζίλ από τους Γενοβέζους, ζητώντας του βοήθεια. Ο Αρούζ δέχτηκε και βάδισε αμέσως προς το Αλγέρι, επικεφαλής πέντε χιλιάδων ανδρών, ενώ ο αδελφός του, ο Χιζρ, που στο μεταξύ είχε αλλάξει το όνομά του σε Χαϊρεντίν, και που θα τον διαδεχόταν σύντομα και θα τον ξεπερνούσε, τον ακολουθούσε με το στόλο του. Όταν έφτασε ο Αρούζ, επειδή φοβήθηκε ίσως τις δυσκολίες μιας μοιρασμένης ηγεσίας, έπνιξε μα τα ίδια του τα χέρια τον Σαλίμ και έγινε αρχηγός της πολιορκίας. Ο Αρούζ δέχτηκε ταυτόχρονα να αναγνωρίσει τυπικά την επικυριαρχία του Τούρκου Σουλτάνου.
    Η αδύνατη ισπανική φρουρά του Πενόν κράτησε ακόμα και ο αρχηγός των πειρατών δεν μπόρεσε να σημειώσει καμιά πρόοδο εναντίον της. Από τη μεριά της η Ισπανία δεν μπόρεσε να στείλει καμιά βοήθεια. Μια αρμάδα που στάλθηκε στα 1517 από τον καρδινάλιο Χιμένεθ, με αρχηγό τον Ντον Ντιέγκο ντε Βέρα, νικήθηκε. Εφτά χιλιάδες Ισπανοί βετεράνοι το έβαλαν στα πόδια μπροστά στους Μαυριτανούς και ο στόλος καταστράφηκε από μια τρικυμία. Ωστόσο το κάστρο έπεσε στα 1529.
    Στο μεταξύ ο Αρούζ σταθεροποιούσε τη θέση του. Λίγο αργότερα, ολόκληρη η σημερινή Αλγερία περιλαμβανόταν στο βασίλειό του και άρχισε να απλώνεται στις γειτονικές επαρχίας του Τουνεζιού και του Τιλιμσάν. Οι Αλγερινοί κατάλαβαν πως η εξουσία του ήταν ακόμα πιο σκληρή από του προκατόχου του και στα 1518 επαναστάτησαν ξανά και ζήτησαν τη βοήθεια των Ισπανών. Ο αυτοκράτορας Κάρολος  Ε΄ , τρομαγμένος από την αύξηση της δύναμης του αρχηγού των πειρατών, έστειλε πρόθυμα στρατό από δέκα χιλιάδες δοκιμασμένους βετεράνους για να τον συντρίψει. Ο Αρούζ αιφνιδιάστηκε στο Τιλιμσάν, ενώ δεν είχε μαζί του παρά χίλιους πεντακόσιους άντρες. Συγκεντρώνοντας τους θησαυρούς του, δοκίμασε να καταφύγει βιαστικά στο Αλγέρι, κυνηγημένος από κοντά από τους Ισπανούς που είχαν για αρχηγό τον μαρκήσιο ντε Κομάρες, κυβερνήτη του Οράν. Το κυνηγητό γινόταν ολοένα πιο έντονο. Ο Αρούζ, ελπίζοντας να καθυστερήσει τον εχθρό του, πετούσε χρυσάφι και διαμαντικά πίσω του. Ο αδυσώπητος Ισπανός όμως δεν τους έδωσε σημασία, συνέχισε την καταδίωξη και πρόφτασε τους μουσουλμάνους, καθώς περνούσαν το Ρίο Σαλάντο. Ο Αρούζ πέρασε ανενόχλητα το ποτάμι, αλλά βλέποντας την οπισθοφυλακή του να έχει εμπλακεί, ξαναγύρισε χωρίς δισταγμό στην άλλη όχθη του και πήρε μέρος στη μάχη. Τελικά
σφάχτηκε ολόκληρος ο στρατός των πειρατών και μαζί του και ο κοκκινογένης κουλός αρχηγός του.
    Ο μικρότερος αδελφός του Αρούζ, ο Χιζρ, γνωστός στους μουσουλμάνους με το όνομα Χαϊρεντίν, που σημαίνει Δώρο του Θεού, και στους χριστιανούς με το όνομα Μπαρμπαρόσας, μετά το θάνατο του αδελφού του αποδείχθηκε ανώτερη μεγαλοφυΐα απ’ αυτόν. Με το θάρρος και τη στρατιωτική τέχνη του Αρούζ, ο αδελφός του συνδύαζε και τη σοφία του πολιτικού, που τον έκανε να περάσει από το επίπεδο του αρχηγού ληστών στα ανώτερα αξιώματα του Ισλάμ.
    Η εμφάνιση του Χαϊρεντίν ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή από την εμφάνιση του αδελφού του. Το ανάστημά του ήταν λεβέντικο, το παράστημά του μεγαλόπρεπο. Ήταν καλοφτιαγμένος και ρωμαλέος. Ήταν πολύ τριχωτός και είχε εξαιρετικά πυκνά γένια. Είχε πολύ μακριά και πυκνά φρύδια και τσίνορα. Τα μαλλιά και τα γένια του είχαν ένα θερμό βαθυκόκκινο χρώμα.
    Αφού κληρονόμησε το όνομα (Μπαρμπαρόσα) και την επικράτεια του αδελφού του, το πρώτο διάβημα που έκανε ο Χαϊρεντίν ήταν να στείλει πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη προσφέροντας επίσημα στο Σουλτάνο το Αλγέρι, τη νέα του επαρχία, και δηλώνοντας πως ήταν ταπεινός υποταχτικός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος, που μόλις είχε πάρει την Αίγυπτο, χάρηκε και πρόσθεσε τη σημαντική αυτή περιοχή στη νέα του χώρα, δέχτηκε την προσφορά που του γινόταν και ονόμασε τον Χαϊρεντίν γενικό διοικητή (μπεϊλερμπέη) στο Αλγέρι. Ο Χαϊρεντίν, που σαν πειρατής βρισκόταν σε δύσκολη θέση, με τον τρόπο αυτό γινόταν κουρσάρος εξασφαλίζοντας έτσι την υποστήριξη ενός από τους πιο ισχυρούς μονάρχες του κόσμου, κρατώντας, ταυτόχρονα, εξαιτίας της απόστασης που τον χώριζε από την Κωνσταντινούπολη, μια ανεξαρτησία που του επέτρεπε να ενεργεί λίγο-πολύ όπως ήθελε. Το πρώτο ουσιαστικό πλεονέκτημα που κέρδισε μ’ αυτόν τον τρόπο ήταν μια δύναμη δύο χιλιάδων γενίτσαρων, που προέρχονταν από τη φρουρά του καινούργιου του αφέντη.
    Ο Χαϊρεντίν άρχισε να οργανώνει την περιοχή του με ένα σύστημα συμμαχιών με τους γείτονές του και με την κατάκτηση εκείνων που κατά τη γνώμη του, είχαν μεγαλύτερη σημασία. Οι πόλεις της ακτής, που είχαν αποκτηθεί με τόσο κόπο από τον Φερδινάνδο, αποσπάστηκαν μια-μια από τους Ισπανούς, ώστε τελικά μόνο το κάστρο του Πενόν, στην είσοδο του λιμανιού του Αλγεριού, έμεινε στα χέρια των εχθρών. Στο μεταξύ έτρεπε σε φυγή τις ισπανικές δυνάμεις, που πάλευαν λυσσασμένα να ξαναπάρουν τις κατακτήσεις τους. Στα 1519 απέκρουσε το ναύαρχο ντον Ούγο ντε Μονκάντα, που με στόλο πενήντα πολεμικών καραβιών και με στρατό βετεράνων δοκίμασε να πάρει το Αλγέρι.

(Τέλος τρίτου μέρους).