Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Δεύτερο μέρος


Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ  (Δεύτερο μέρος) 



Δημήτρης Τουτουντζής

Ρωμαϊκή περίοδος. 

 Σε αντίθεση με τους Ετρούσκους και τους Έλληνες, φαίνεται πως οι Ρωμαίοι δεν επιδόθηκαν στην πειρατεία σε κανένα στάδιο της εξέλιξής τους. Η αιτία είναι περισσότερο πρακτική παρά ηθική. Για να γίνει κάποιος πειρατής, πρέπει να προέρχεται από κοινωνία που διαθέτει συσσωρευμένες ναυτικές εμπειρίες, κάτι στο οποίο οι Ρωμαίοι υπολείπονταν, σε βαθμό που κάποιος μπορεί βάσιμα να ισχυριστεί ότι είχαν την αντιπάθεια για τη θάλασσα στο αίμα τους. Η επιθυμία για επέκταση, δούλους και υλικό πλούτο, η οποία έσπρωχνε τους υπόλοιπους λαούς στη θάλασσα, στη Ρώμη υλοποιήθηκε μέσω των λεγεώνων και της επικράτησης στην ξηρά. Έστω και έτσι όμως πρέπει να αναγνωρισθεί πως το Ρωμαϊκό Δίκαιο ήταν το πρώτο που κατέταξε την πειρατεία, από όπου και αν προερχόταν, στις απεχθείς δραστηριότητες.

    Μια δύναμη που επίσης δεν επιδόθηκε στην πειρατεία, τουλάχιστον κατά την κλασική εποχή, ήταν η Καρχηδόνα. Μολονότι κατάγονταν από τους Φοίνικες, οι οποίοι φημίζονταν ως ικανότατοι πειρατές, οι Καρχηδόνιοι ενδιαφέρονταν για θάλασσες ανοικτές και ασφαλείς, ώστε να διεξάγουν απερίσπαστα το εμπόριό τους.

    Το 86 π.Χ., όταν ο Σύλλας με τους Ρωμαίους κυρίευσε την Αθήνα, τα νησιά του Αιγαίου έπεσαν κατά τυπικά μονάχα στα χέρια της Ρώμης. Γιατί στην ουσία πραγματικοί κυρίαρχοι ήσαν οι πειρατές. Έπειτα από την καταστροφή της Καρχηδόνας και την εξασθένιση της Αιγύπτου και των άλλων θαλασσινών κρατών,
εκμεταλλευόμενοι την αναρχία και αναστάτωση που είχαν φέρει στην Ανατολή οι Μιθριδατικοί πόλεμοι, είχαν κατορθώσει να επιβληθούν και να αποκτήσουν ορμητήρια σε όλη την ακτογραμμή της. Ιστορικές πηγές της εποχής εκείνης μας πληροφορούν ότι, εξ αιτίας των εμφυλίων πολέμων στη Ρώμη, η φρούρηση του Αιγαίου παραμελήθηκε, ώστε οι πειρατές ρίζωσαν στις περιοχές της Κιλικίας, Λυκίας και Παμφυλίας. Εκεί οι άντρες άφηναν τα γυναικόπαιδά τους και έτρεχαν στην πειρατεία, έπειτα γύριζαν στην πατρίδα τους για να αφήσουν τα κέρδη τους και ξαναγύριζαν στο επάγγελμα που τους πλούτιζε.

    Το 78 π.Χ. συνέβη ένα γεγονός που αν είχε κάπως διαφορετικό τέλος, θα άλλαζε ριζικά την παγκόσμια ιστορία. Εκείνη την εποχή κάποιος νεαρός ρωμαίος άρχοντας είχε εξορισθεί από τη Ρώμη από τον δικτάτορα Σύλλα, γιατί είχε προσχωρήσει στο κόμμα του Μάριου, του εξόριστου αντιπάλου του δικτάτορα, και πήγαινε με καράβι στη Ρόδο. Καθώς ήταν φιλόδοξος νέος και δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει όσο του απαγορευόταν να ξαναγυρίσει στη Ρώμη, αποφάσισε να αφιερώσει τον ελεύθερο χρόνο του για να τελειοποιηθεί σε μια τέχνη, που οι δάσκαλοί του, του είχαν πει πως δεν τα κατάφερνε καλά. Στη ρητορική. Γι’ αυτό το σκοπό είχε γραφτεί στη σχολή του περίφημου ρητοροδιδάσκαλου Απολλώνιου Μόλωνα.

    Ενώ το καράβι περνούσε από τη νήσο Φαρμακούσα, στα ανοιχτά της απόκρημνης ακτής της Καρίας, είδαν ξαφνικά πολλά μακρόστενα και χαμηλά πλεούμενα, που τραβούσαν κατά πάνω τους. Το καράβι ήταν αργοτάξιδο και καθώς έκοβε και ο άνεμος, δεν υπήρχε ελπίδα να ξεφύγει από τα πειρατικά, που έτρεχαν χάρη στα μεγάλα κουπιά τους και στους γεροδεμένους σκλάβους κωπηλάτες τους. Κατεβάζοντας το μικρό

βοηθητικό πανί του, το καράβι περίμενε να πλησιάσουν τα πλεούμενα με τις μυτερές

πλώρες και σε λίγο το κατάστρωμά του γέμισε από ηλιοκαμένα καθάρματα.

    Ο αρχηγός των πειρατών έριξε μια ματιά γύρω στους τρομαγμένους επιβάτες και το

μάτι του έπεσε σε έναν νεαρό αριστοκράτη, ομορφοντυμένο με την τελευταία μόδα της Ρώμης, που καθισμένος ανάμεσα στους υπηρέτες και τους δούλους του, διάβαζε αδιάφορα. Πλησιάζοντάς τον, ο αρχηγός των πειρατών τον ρώτησε ποιος ήταν, ο νεαρός όμως, αφού του έριξε μια ματιά γεμάτη περιφρόνηση, εξακολούθησε να διαβάζει. Ο πειρατής, έξω φρενών, στράφηκε τότε σε έναν από τους συντρόφους του νέου, στον γιατρό του Κίννα, που του είπε το όνομα του αιχμαλώτου. Ήταν ο Γάϊος Ιούλιος Καίσαρας. Αμέσως μπήκε ζήτημα λύτρων. Ο πειρατής ήθελε να μάθει πόσο δεχόταν να πληρώσει ο Καίσαρας για να κερδίσει την ελευθερία του και την ελευθερία των υπηρετών του. Καθώς ο Ρωμαίος δεν έκανε ούτε καν τον κόπο να απαντήσει, ο αρχιπειρατής στράφηκε προς τον υπαρχηγό του και τον ρώτησε τι γνώμη είχε για την αξία της ομάδας. Ο ειδικός αυτός τους εξέτασε και διατύπωσε τη γνώμη πως δέκα τάλαντα θα ήταν λογικό ποσό. Ο αρχιπειρατής, εξαγριωμένος από το αγέρωχο ύφος του νεαρού αριστοκράτη, αποφάσισε: «Λοιπόν, τα διπλασιάζω. Είκοσι τάλαντα, να η τιμή μου». Αυτή τη φορά ο Καίσαρας αποφάσισε να απαντήσει. Συνοφρυωμένος από θυμό δήλωσε: «Είκοσι; Αν ξέρατε τη δουλειά σας θα καταλαβαίνατε πως αξίζω τουλάχιστον πενήντα».

    Ο αρχιπειρατής τινάχτηκε. Δεν είχε συνηθίσει οι αιχμάλωτοί του να θεωρούν τον εαυτό τους τόσο σπουδαίο, ώστε να δέχονται πρόθυμα να πληρώσουν πενήντα τάλαντα αντί για δέκα σαν λύτρα. Ωστόσο δέχτηκε αμέσως την πρόταση του νεαρού Ρωμαίου και τον έσπρωξε με τους άλλους αιχμαλώτους σε ένα πλεούμενο για να πάνε στο κρησφύγετο των πειρατών και να περιμένουν εκεί την επιστροφή των απεσταλμένων, που στάλθηκαν για να συγκεντρώσουν τα λύτρα.

    Ο Καίσαρας και οι σύντροφοί του εγκαταστάθηκαν σε μερικές καλύβες ενός χωριού που κατείχαν οι πειρατές, Ο νεαρός Ρωμαίος περνούσε τον καιρό του κάνοντας κάθε μέρα σωματικές ασκήσεις, έτρεχε, πηδούσε, πετούσε μεγάλα λιθάρια, συναγωνιζόταν συχνά με τους απαγωγείς του. Στις λιγότερο δραστήριες ώρες του έγραφε ποιήματα ή συνέτασσε λόγους. Το βράδυ, καθόταν καμιά φορά κοντά στη φωτιά με τους πειρατές και τους απάγγελε τα ποιήματα ή τους λόγους του. Λένε πως οι πειρατές δεν σχημάτισαν καθόλου καλή γνώμη για αυτές τις συνθέσεις και του το είπαν με αφέλεια, αλλά χωρίς καμιά λεπτότητα. Όπως φαίνεται, ή το γούστο τους σ’ αυτά τα ζητήματα ήταν πολύ μέτριο ή οι στίχοι του Καίσαρα, που δεν έχουν διασωθεί, δεν έφθαναν στο ύψος του πεζού λόγου που έγραψε αργότερα. Παράξενη ζωή για ένα νέο, που ο Σύλλας τον είχε περιγράψει σαν «αγόρι με φουστάνια».  

    Ωστόσο όλοι οι μάρτυρες συμφωνούν πως κάτω από το εξεζητημένο ύφος του έκρυβε μεγάλο θάρρος. Όχι μόνο περιφρονούσε τους απαγωγείς του, σαν πραγματικός Ρωμαίος, για τους άξεστους τρόπους τους και την έλλειψη ανατροφής, αλλά και τους κατηγορούσε κατάμουτρα για τα ελαττώματα αυτά. Διασκέδαζε με χαιρεκάκια λέγοντάς τους τι θα πάθαιναν αν ποτέ η συμμορία τους έπεφτε στα χέρια του, και τους υποσχόταν επίσημα πως θα έβαζε να τους σταυρώσουν όλους. Οι πειρατές, που μάλλον διασκέδαζαν με τα θηλυπρεπή του εμφάνιση παρά θύμωναν για τις φοβέρες του, του φέρνονταν με κάπως συγκαταβατικό σεβασμό και θεωρούσαν την υπόσχεση της γενικής σταύρωσής τους σαν

θαυμάσιο αστείο. Κάποιο βράδυ, ενώ κάθονταν, όπως συνήθιζαν, πολύ αργά γύρω από τη φωτιά πίνοντας και εκφράζοντας με μεγάλο θόρυβο, αν και χωρίς καμιά μουσικότητα, το κέφι τους, ο ενοχλητικός αιχμάλωτος έστειλε έναν υπηρέτη ζητώντας από τον αρχηγό

να διατάξει τους άντρες του να σωπάσουν, γιατί του ανησυχούσαν τον ύπνο. Η επιθυμία

του έγινε δεκτή και ο αρχηγός είπε στο πλήρωμα να σωπάσει.

    Επιτέλους ύστερα από τριανταοκτώ μέρες γύρισαν οι αντιπρόσωποι και έφεραν την είδηση πως τα πενήντα τάλαντα λύτρα είχαν κατατεθεί στο λεγάτο Βαλέριο Τορκουάτο. Έτσι ο Καίσαρας και οι σύντροφοί του μπαρκαρίστηκαν σε ένα καράβι και στάλθηκαν στη Μίλητο. Είχε χρειαστεί περισσότερος καιρός από όσος θα φανταζόταν κανείς για να συγκεντρωθεί ένα τόσο μεγάλο ποσό, γιατί αφού εξόρισε τον Καίσαρα, ο Σύλλας είχε κατασχέσει όλη του την περιουσία καθώς και την περιουσία της γυναίκας του, της Κορνηλίας. 

    Φτάνοντας στη Μίλητο, πληρώθηκαν τα λύτρα στους πειρατές και ο Καίσαρας αποβιβάστηκε για να εκτελέσει το σχέδιο που είχε συλλάβει. Δανείστηκε από το Βαλέριο τέσσερις πολεμικές γαλέρες και πεντακόσιους στρατιώτες και έβαλε πλώρη για τη Φαρμακούσα. Φτάνοντας εκεί, πολύ αργά το ίδιο βράδυ, βρήκε, όπως περίμενε, όλη τη συμμορία των πειρατών να πανηγυρίζει για την τύχη της με ένα οργιαστικό φαγοπότι. Ολότελα αιφνιδιασμένοι, οι πειρατές δεν μπόρεσαν να προβάλουν καμιά αντίσταση και αναγκάσθηκαν να παραδοθούν, εκτός από μερικούς που ξέφυγαν. Ο Καίσαρας αιχμαλώτισε τριακόσιους πενήντα περίπου πειρατές και είχε την ικανοποίηση να πάρει πίσω τα πενήντα τάλαντά του. Αφού μπάρκαρε τους πειρατές στις γαλέρες τους, βούλιαξε στο πέλαγος όλα τα καράβια τους και έκανε πανιά για την Πέργαμο, όπου είχε την έδρα του ο Ιούνιος, ο πραίτωρας της επαρχίας της Μικράς Ασίας.

    Όταν έφτασε στην Πέργαμο, ο Καίσαρας έκλεισε τους αιχμαλώτους του σε ένα κάστρο και πήγε να κουβεντιάσει με τον πραίτωρα. Έμαθε πως αυτός ο αξιωματούχος, που ήταν ο μόνος αρμόδιος για να επιβάλει τη θανατική ποινή, βρισκόταν σε υπηρεσιακή περιοδεία. Ο Καίσαρας βάλθηκε να τον κυνηγάει και όταν τον έφτασε, του διηγήθηκε με λίγα λόγια τι του είχε συμβεί. Είχε φυλακίσει στην Πέργαμο ολόκληρη τη συμμορία των πειρατών με τα λάφυρά τους και ζητούσε να του δοθεί ένα γράμμα που να επιτρέπει στον προσωρινό διοικητή της Περγάμου να εκτελέσει τους πειρατές ή τουλάχιστον τους αρχηγούς τους.

    Ο Ιούνιος όμως δε συμφώνησε μαζί του. Δεν του άρεσε καθόλου αυτός ο αυταρχικός νέος, που έκανε τα πάντα άνω κάτω και ανησύχησε με τόσο αναπάντεχο τρόπο την ηρεμία μιας περιοδείας του πραίτωρα, νομίζοντας πως μόλις θα έδινε μια διαταγή, θα υπάκουε αμέσως ο γενικός Διοικητής της Μικράς Ασίας. Εκτός από αυτό, έπρεπε να λογαριάσει κανείς και άλλα πράγματα. Το σύστημα, που σύμφωνα μ’ αυτό οι έμποροι πλήρωναν χαράτσι στους πειρατές για να μπορούν να ταξιδεύουν ανενόχλητοι, είχε αποκτήσει την ιερότητα ενός παλιού εθίμου, και στο κάτω-κάτω, δε λειτουργούσε και άσχημα. Αν ο Ιούνιος έκανε ό,τι του ζητούσε ο Καίσαρας, οι διάδοχοι αυτών των πειρατών, που θα ήταν ξένοι, θα φέρνονταν πιο αρπακτικά από τους φυλακισμένους του Καίσαρα. Έπειτα είχε γίνει κοινή συνείδηση πως οι αξιωματούχοι στο επίπεδο του πραίτωρα, που υπηρετούσαν μακριά από τη Ρώμη στις προφυλακές της Αυτοκρατορίας, βρίσκονταν εκεί όχι μόνο για να υπηρετούν το κράτος, αλλά και για να βγάζουν κάποιο κέρδος από το αξίωμά τους, με την προοπτική της ημέρας που θα γύριζαν σαν ιδιώτες

στη Ρώμη. Η συμμορία των πειρατών ήταν πλούσια και μπορούσε κανείς να ελπίζει πως θα εκδήλωνε με αξιοπρεπή τρόπο την ευγνωμοσύνη της προς τον κυβερνήτη, αν ασκούσε το προνόμιό του της επιείκειας και τους χάριζε την ελευθερία. Ωστόσο θα

τραβούσε πολύ να εξηγήσει κανείς όλες αυτές τις δημόσιες υποθέσεις σε έναν νεαρό, αφού μάλιστα ο πραίτωρας ένιωθε τόση αντιπάθεια γι’ αυτόν ώστε ήταν αδύνατη κάθε φιλική συνομιλία μεταξύ τους. Υποσχέθηκε στον Καίσαρα να ασχοληθεί με την υπόθεση γυρίζοντας στην Πέργαμο και να τον πληροφορήσει ύστερα για την απόφασή του.

    Ο Καίσαρας κατάλαβε. Χαιρέτησε τον κυβερνήτη και έφυγε. Πιέζοντας τα άλογά του, κατόρθωσε να γυρίσει σε μια μέρα στην Πέργαμο. Χωρίς να χάσει καιρό, με δική του πρωτοβουλία (πιθανότατα η νέα κατάσταση στη Ρώμη δεν είχε γίνει γνωστή στις επαρχίες) έβαλε να εκτελέσουν τους πειρατές στη φυλακή, κρατώντας τους τριάντα κυριότερους για την τύχη που τους είχε υποσχεθεί. Όταν παρουσιάστηκαν μπροστά του αλυσοδεμένοι, τους θύμισε την υπόσχεσή του, πρόσθεσε όμως, πως αναγνωρίζοντας τις καλοσύνες που του έκαναν, θα τους παραχωρούσε μια τελευταία χάρη. Πριν τους σταυρώσει, θα τους έκοβε το λαιμό.

    Ύστερα ο Καίσαρας συνέχισε το ταξίδι του και φοίτησε έγκαιρα στην περίφημη ρητορική σχολή του Απολλώνιου Μόλωνα.

    Χίλια εξακόσια χρόνια μετά την περιπέτεια του Καίσαρα, ένας άλλος ένδοξος αιχμάλωτος που έπεσε στα χέρια πειρατών, βασανίστηκε με τόσο σκληρό τρόπο, ώστε ο κόσμος κινδύνεψε να χάσει μια από τις μεγαλύτερες μεγαλοφυΐες της λογοτεχνίας. Τον Μιχαήλ Θερβάντες.

    Η οριστική εκκαθάριση ολόκληρης της Μεσογείου από την πειρατεία, τελικά πραγματοποιήθηκε από τη Ρώμη.

    Τον πρώτο καιρό αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένης αντιπειρατικής δράσης αλλά παράπλευρη συνέπεια της εγκαθίδρυσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δηλαδή οι Ρωμαίοι κατακτούσαν νέες περιοχές και μια από τις συνέπειες της κατάκτησης ήταν οι πειρατές να χάνουν τα λημέρια τους. Η υποταγή της Ετρουρίας σήμανε το τέλος της ετρουσκικής πειρατείας στη Δυτική Μεσόγειο κατά τον 5ο αιώνα, και στην Αδριατική λίγο αργότερα. Η ενσωμάτωση των ελληνικών πόλεων της Νότιας Ιταλίας στο ρωμαϊκό κράτος κατά τον 3ο αιώνα, απέκοψε τους Έλληνες πειρατές της Τυρρηνικής από τις βάσεις τους. Κατά παρόμοιο τρόπο οι Ιλλυρικοί, Μακεδονικοί και ο Αιτωλικός πόλεμος επέφερε βαρύτατα πλήγματα στην πειρατεία του Ιονίου.

    Σε τέσσερις λοιπόν αιώνες οι Ρωμαίοι κατέκτησαν δύο μεγάλες χερσονήσους, την ιταλική και τη βαλκανική, και περιόρισαν την πειρατεία που προερχόταν από αυτές, αλλά αυτό δε σημαίνει πως το φαινόμενο είχε εξαλειφθεί. Βασικό εμπόδιο αποτελούσε η έλλειψη ισχυρού πολεμικού ναυτικού, ικανού να καταστείλει όσους θύλακες βρίσκονταν σε απομακρυσμένα ή καλά οχυρωμένα σημεία. Παραδείγματος χάριν, μπορεί η Ιλλυρία να έγινε προτεκτοράτο το 228 και να ενσωματώθηκε πλήρως ως επαρχία τα 168 π.Χ., όμως πολλά ιλλυρικά πειρατικά λημέρια στη Δαλματία έμειναν άθικτα, αφού οι Ρωμαίοι αδυνατούσαν να εισέλθουν στις δαιδαλώδεις ακτές της.

    Ένας ακόμη λόγος που η πειρατεία παρέμενε διαχρονικά ισχυρή, είναι πως σε κάποιο βαθμό ήταν οικονομικά χρήσιμη. Αφ’ ενός έδινε διέξοδο σε ανθρώπους από φτωχές περιοχές, άγονες ή κατεστραμμένες από πολέμους, ώστε να πλουτίσουν οι ίδιοι και να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους , αυτό που ο Θουκυδίδης παλαιότερα αποκαλούσε «να

θρέψουν τους ασθενέστερους». Αφ’ ετέρου τροφοδοτούσε τις πλουσιότερες οικονομίες με ένα «εμπόρευμα» που αποτελούσε τη βασική παραγωγική δύναμη του αρχαίου

κόσμου. Με δούλους. Η Δήλος, το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο όλης της πρώτης χιλιετίας

π.Χ., μας δίνει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ούτε η αθηναϊκή θαλασσοκρατορία των κλασικών χρόνων ούτε η ρωμαϊκή επέκταση προς ανατολάς περιόρισαν την κίνηση στην αγορά του νησιού. Αντίθετα την οδήγησαν σε νέες εκρήξεις. Με τη Ρώμη να επιζητεί συνέχεια νέους σκλάβους, περισσότερους από όσους αποσπούσαν οι λεγεώνες της, οι πειρατές που τροφοδοτούσαν τα σκλαβοπάζαρα είχαν επιπλέον κίνητρο να εντείνουν τις δραστηριότητές τους, είτε απάγοντας ανθρώπους από βαρβαρικούς τόπους για να τους πουλήσουν ή κλέβοντας ήδη δούλους από αδύναμες περιοχές και πουλώντας τους εκ νέου σε πιο πλούσιους αγοραστές.



Πρώτες στοχευμένες προσπάθειες.    



Έπρεπε να διογκωθεί το πρόβλημα σε τέτοιο βαθμό που δεν είχε μείνει μέρος ελεύθερο για ναυσιπλοΐα  ή για εμπόριο, ώστε η Ρώμη να λάβει συγκεκριμένα μέτρα. Με την ακόμη ελεύθερη Κιλικία να λειτουργεί ως μαγνήτης για τους κυνηγημένους όλης της Μεσογείου και πάμπλουτη από τις επιδρομές και το δουλεμπόριο, το 101 π.Χ. η Σύγκλητος ψήφισε τον πρώτο αντιπειρατικό νόμο, με τον οποίον απαγορευόταν στους συμμάχους/υποτελείς των Ρωμαίων να εμπορεύονται με πειρατές, αυτό όμως μικρή ζημιά έκανε στους τελευταίους. Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών πολέμων, όταν κιλικικά πειρατικά λειτούργησαν ως τακτικός στόλος  (δηλαδή ως κουρσάροι) στο πλευρό του Μιθριδάτη του Ευπάτορα. Το 89 π.Χ. πολιόρκησαν τη Ρόδο, ενώ τρία χρόνια αργότερα νίκησαν το ρωμαϊκό στόλο στο Βρινδήσιο (Πρίντεζι), προξενώντας βαρύ πλήγμα στις επικοινωνίες μεταξύ Ρώμης – Ελλάδας.

    Το 74 π.Χ. η Σύγκλητος ανέθεσε στον πραίτωρα (και στη συνέχεια ανθύπατο) Μάρκο Αντώνιο, πατέρα του πιο διάσημου Μάρκου Αντωνίου της Δεύτερης Τριανδρίας, να χτυπήσει την πειρατεία. Η διαφορά με το παρελθόν δεν ήταν πως κάποιος ανώτατος αξιωματούχος αναλάμβανε ένα τέτοιο δύσκολο έργο, αλλά ότι για πρώτη φορά η πάταξη των πειρατών έμπαινε στην κορυφή των προτεραιοτήτων της Ρώμης και ο πραίτωρας οπλιζόταν επίσημα μα απεριόριστη εξουσία, κάτι πρωτόγνωρο για τις πολιτικές παραδόσεις της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Τελικά ο Μάρκος Αντώνιος αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων. Από όπου περνούσε προκαλούσε οργή, αφού απαιτούσε από τις υποτελείς πόλεις εξοντωτικές συνεισφορές στην εκστρατεία του. Ακόμη χειρότερα, μετά από κάποιες πρώτες επιτυχίες στην Ισπανία, η έλλειψη σαφούς στρατηγικής τον οδήγησε σε μια απροετοίμαστη ναυμαχία στην Κρήτη (73 π.Χ.) που όχι μόνο έχασε, αλλά πιάστηκε και αιχμάλωτος. Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή του, οι οποίες απέβησαν άκαρπες και τελικά πέθανε αιχμάλωτος των πειρατών μετά από δύο χρόνια  και του έδωσαν το ειρωνικό προσωνύμιο «Κρητικός».

    Την ίδια εποχή συνέβησαν δύο γεγονότα που κατέδειξαν ότι η απειλή δεν περιοριζόταν στις μακρινές επαρχίες, αλλά βρισκόταν προ των πυλών της Ρώμης. Πρώτον, κατά την εξέγερση των Μονομάχων (73 έως 71 π.Χ.) ο Σπάρτακος βοηθήθηκε σημαντικά από τους Κίλικες. Δεύτερον, σε μία επίδειξη δύναμης το 68 π.Χ. οι πειρατές

έφτασαν μέχρι τις εκβολές του Τίβερη. Απήγαγαν τους πραίτωρες Σεξτίλιο και Μπελλίνο, λεηλάτησαν την Όστια το επίνειο της Ρώμης και βύθισαν τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι της.           



Εκστρατεία του Πομπήιου. 



Μετά τα γεγονότα αυτά, η απάντηση των Ρωμαίων δόθηκε με τις ακόλουθες ενέργειες. Διορίσθηκε ο Γναίος Πομπήιος ο Μέγας ανθύπατος με απόλυτη δικαιοδοσία στις θάλασσες μέχρι τις Ηράκλειες στήλες (σημερινό Γιβραλτάρ) και την ξηρά μέχρι τα 400 στάδια από την ακτή, καθώς και με δικαίωμα να χρησιμοποιεί το δημόσιο ταμείο και τις περιουσίες των γαιοκτημόνων κατά βούληση. Αυτό έγινε το 67 π.Χ. με ένα νομοθέτημα που όπλιζε τον Πομπήιο με υπερεξουσίες για να καταστείλει την πειρατεία εντός τριών ετών. Κατά τη συζήτησή του στα αρμόδια όργανα, οι συγκλητικοί τρόμαξαν μπροστά στη στρατιωτική δύναμη και τα χρήματα που θα διαχειριζόταν ένας μόνο άνδρας, γι’ αυτό ήταν αντίθετοι. Ένας από τους λίγους που τον στήριξαν ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας, που όπως γνωρίσαμε ήταν θύμα και αυτός των πειρατών. Τελικά ο νόμος πέρασε από το κοινοβούλιο των «κατώτερων τάξεων» με τέτοια πλειοψηφία, που η Σύγκλητος δεν τόλμησε να ασκήσει βέτο.

    Ο Πομπήιος αποδείχθηκε ικανότερος από το Μάρκο Αντώνιο. Σε πρώτη φάση χώρισε τη Μεσόγειο σε δεκατρείς τομείς, ή ορθότερα σε δώδεκα και την Κιλικία, και διόρισε σε κάθε τομέα δύο συγκλητικούς ως επικεφαλής (λεγάτους). Όταν έκρινε ότι οι προετοιμασίες είχαν ολοκληρωθεί, διέταξε τους επικεφαλής να επιτεθούν ταυτόχρονα και στους δώδεκα, ώστε να μην μπορούν οι πειρατές ενός τομέα να προστρέξουν σε βοήθεια των άλλων. Στη συνέχεια μια δύναμη ξεκίνησε με ταχύ ρυθμό σα σκούπα από το Γιβραλτάρ και απωθούσε όσους πειρατές είχαν γλιτώσει προς τα ανατολικά, μέχρι να πέσουν σε κάποιον τομέα και να καταστραφούν από τις εκεί δυνάμεις.

    Όταν όλο αυτό το σχέδιο υλοποιήθηκε, μπήκε σε εφαρμογή η τελική φάση της εκστρατείας. Η κατάληψη της Κιλικίας. Δημιουργώντας αλλεπάλληλους κλοιούς γύρω από τις ακτές της Κιλικίας και αποβιβάζοντας πεζικό σε συγκεκριμένα σημεία της ξηράς, εξανάγκασε κάποιους πειρατές σε παράδοση και τους υπόλοιπους να συγκεντρωθούν στο Κορακήσιο (σημερινή τουρκική πόλη Αλάνυα), όπου κατανικήθηκαν εύκολα από τις λεγεώνες.

    Με αυτήν την αστραπιαία επιχείρηση που διήρκεσε λίγο περισσότερο από τρεις μήνες, ο Πομπήιος πέτυχε το καίριο πλήγμα στην πειρατεία των τότε γνωστών θαλασσών και εκθειάσθηκε ως «ο ανθύπατος που προετοιμάσθηκε στα τέλη του χειμώνα, ανέλαβε δράση την άνοιξη και ολοκλήρωσε το καλοκαίρι». Χρησιμοποιήθηκαν 500 πλοία, 120.000 στρατιώτες και 6.000 τάλαντα. Ένα ποσό μεγαλύτερο του μισού ετήσιου προϋπολογισμού των ΗΠΑ, σε σημερινές συνθήκες. Καταστράφηκαν 120 πειρατικές βάσεις, 500 πλοία και θανατώθηκαν (στη μάχη ή στην αιχμαλωσία) περίπου 10.000 πειρατές. Χιλιάδες άλλοι εξαναγκάστηκαν να κάψουν τα πλοία τους και να φύγουν στην ξηρά, ή αφέθηκαν ελεύθεροι με αντάλλαγμα λύτρα και πληροφορίες.

    Ο Πλούταρχος αποδίδει την επιτυχία του όχι μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά στο ότι μπόρεσε να αναλύσει τις αιτίες του πειρατικού φαινομένου. Γράφει σχετικά πως «για τον Πομπήιο ο άνθρωπος δεν είναι εκ φύσεως ούτε γεννιέται άγριος ή αντικοινωνικός, αλλά

γίνεται έτσι από τις κακές συνθήκες διαβίωσης και γίνεται πολιτισμένος και ευγενής εάν αλλάξει τόπο, απασχόληση και τρόπο ζωής». Σε αυτή τη βάση έπεισε πολλούς πειρατές να λιποτακτήσουν, παραχωρώντας ως επιβράβευση χωράφια στη Μικρά Ασία και στην επαρχία της Αχαΐας για να ζήσουν ειρηνικά. Η επαρχία Αχαΐας περιελάμβανε κατά τη

Ρωμαϊκή περίοδο την Πελοπόννησο και τμήμα της Στερεάς Ελλάδας στις ακτές του Κορινθιακού κόλπου.

    Η στρατιωτική επιτυχία όμως θα έμενε στη μέση, εάν δε συνέπιπτε με μια βαθιά πολιτική μετάλλαξη του ρωμαϊκού κράτους κατά το δεύτερο μισό του πρώτου π.Χ. αιώνα. Το πέρασμα από τη δημοκρατία στη μοναρχία. Η εγκαθίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (31π.Χ.) και ο ρόλος που επιφύλασσε για τον εαυτό της ως εγγυήτριας της «ρωμαϊκής ειρήνης», τμήμα της οποίας ήταν ο έλεγχος της Μεσογείου, ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που τα αποτελέσματα μιας τρίμηνης εκστρατείας διήρκεσαν επί αιώνες.

    Για τους επόμενους αιώνες η ναυσιπλοΐα στη μεσόγειο θα διεξαγόταν αδιατάρακτα, χωρίς το φόβο της πειρατείας, και οι λίγες προσπάθειες αναβίωσής της θα καταστέλλονταν εύκολα από τους Ρωμαίους, όπως στο Δυτικό Τυρρηνικό το 6 μ.Χ. Η επανεμφάνισή της έγινε πια κατά την κρίση του 3ου αιώνα και αργότερα κατά το πέρασμα από την αρχαία εποχή στο Μεσαίωνα, όταν γερμανικά φύλα επέδραμαν κατά εδαφών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

    Στα μέσα του 3ου αιώνα οι επιδρομές Γότθων και Ερούλων, ορμώμενων από τα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου και την Αζοφική θάλασσα, έπλητταν όχι μόνο τις παραθαλάσσιες πόλεις και τα νησιά του Αιγαίου, αλλά εισχωρούσαν βαθιά στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Το 267 Έρουλοι πειρατές πέρασαν το Βόσπορο και αφού καταλήστεψαν όσα νησιά βρήκαν στη ρότα τους, αποβιβάστηκαν στην Αθήνα. Ακολούθησε γενικευμένη λεηλασία, από την οποία γλίτωσε μόνο η Ακρόπολη χάρη στην ισχυρή οχύρωσή της. Δύο τουλάχιστον συνοικίες το Δίπυλον και η Αγορά ισοπεδώθηκαν εκ βάθρων και κάποια από τα λαμπρότερα οικοδομήματα καταστράφηκαν, όπως το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και η Στοά του Αττάλου. Με τους Ρωμαίους ανήμπορους να σώσουν την πόλη, ο Ελευσίνιος Δέξιππος συγκρότησε μια πολιτοφυλακή 2.000 εθελοντών και ξεκίνησε να τους χτυπά από τα προάστια. Έτσι οι πειρατές εξαναγκάστηκαν σε αποχώρηση, αφού όμως είχαν μετατρέψει την Αθήνα «σε περιορισμένο σε έκταση, μικρό και ολιγάνθρωπο οικισμό, που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σ’ ένα απέραντο και θλιβερό χώρο ερειπίων».

    Το 439 η κατάληψη της Καρχηδόνας από τους Βανδάλους σηματοδότησε την απώλεια των βορειοαφρικανικών επαρχιών και την έναρξη έντονης πειρατικής δραστηριότητας αυτού του γερμανικού φύλου, η οποία ταλαιπώρησε την ιταλική χερσόνησο και έφτανε έως τις ακτές του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Σε μια από τις επιδρομές τους, κατέλαβαν και λεηλάτησαν την ίδια τη Ρώμη το 455. Μια πολυέξοδη συνδυασμένη επιχείρηση της ανατολικής και δυτικής αυτοκρατορίας εναντίον της ίδιας της βάσης των Βανδάλων στην Αφρική το 468, κατέληξε σε πανωλεθρία, με τους Βανδάλους να καταλαμβάνουν τη Σικελία, Το βασίλειό τους θα καταλυθεί μόλις το 534, όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έστειλε εναντίον τους το στρατηγό Βελισάριο.

    Γενικά, και με αραιές εξαιρέσεις, το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, γνωστό στις μέρες μας ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία, διατήρησε τη ασφάλεια στην Ανατολική

Μεσόγειο μέχρι την εμφάνιση των Αράβων πειρατών, σε αντίθεση με το δυτικό που κατέρρευσε και μαζί του η ειρήνη στις θάλασσες που εξουσίαζε.            

  

Η πειρατεία στο Βυζάντιο.       



    Το Βυζαντινό κράτος βρήκε μεγάλα βάσανα από τους Σαρακηνούς πειρατές, που κατά το 824 μ.Χ., κατόρθωσαν να κυριεύσουν την Κρήτη, έχοντας ορμητήριο τα παράλια της Αφρικής στην Μπαρμπαριά. Στη αρχή οι Σαρακηνοί ερήμωσαν τα γειτονικά νησιά του Αιγαίου, ξεκινώντας από την Κρήτη  Το στενό το μεταξύ Κορώνης και Κάβο Μαληά ονομάστηκε «χρυσή θάλασσα των κουρσάρων», γιατί δύσκολα τους ξέφευγε καράβι που περνούσε από εκεί. Έπειτα όμως, όσο μεγάλωνε η δύναμη και η τόλμη τους, οι Σαρακηνοί προχωρούσαν με πειρατικούς στόλους, κυβερνώμενους συχνά από επιδέξιους πλοιάρχους (οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν εξωμότες) τόλμησαν να κάνουν αποβάσεις σε διάφορα ελληνικά παράλια κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. Έτσι έφτασαν σιγά – σιγά έως το Άγιον Όρος, του οποίου τα μοναστήρια γνώρισαν αφάνταστες θηριωδίες και αρπακτικότητες. Ευτυχώς τους έδωσε ένα σοβαρό μάθημα ο Βυζαντινός ναύαρχος Νικήτας Ωορύφας, ο οποίος το 881 μ.Χ., κατέστρεψε με το υγρόν πυρ το στόλο Κρητών πειρατών και έπιασε τον εξωμότη Έλληνα Φώτιο και τον θανάτωσε με τρομερά βασανιστήρια.

    Την ίδια εποχή, ένας άλλος Βυζαντινός ναύαρχος, ο Νασάρ, εξόντωσε άλλο Σαρακηνό πειρατικό στόλο της Κρήτης έξω από τη Μεθώνη. Έπειτα όμως από λίγα χρόνια παρουσιάστηκε νέος τρομερός πειρατής, ο άγριος χριστιανός εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης, ναύαρχος του Σαρακηνού Εμίρη της Κρήτης, ο οποίος κυρίευσε τη Σάμο, ενώ ένας άλλος συνάδελφός του, εξωμότης χριστιανός και αυτός, ο Δαμιανός από την Τύρο, κυρίευσε και κατέστρεψε την πόλη Δημητριάδα, που ήταν εκεί που τώρα βρίσκεται ο Βόλος.

    Ξεθαρρεμένος από την μεγάλη επιτυχία στη Σάμο ο Λέων Τριπολίτης, αποφάσισε να κυριεύσει τη Θεσσαλονίκη. Την εποχή εκείνη η πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν στην ακμή της, με διακόσιες χιλιάδες κατοίκους, πλούσιο εμπόριο και μεγάλη ευημερία, αλλά δεν ήταν ετοιμασμένη για άμυνα. Οι αρχές δεν είχαν λάβει κανένα απολύτως μέτρο προστατευτικό, μολονότι πολλά σημάδια έδειχναν από καιρό τον κίνδυνο που διέτρεχε από τους πειρατές. Γιατί οι κάτοικοι πίστευαν ότι, όπως και άλλη φορά, ο προστάτης της Άγιος Δημήτριος έσωσε την πόλη από την επιδρομή των Σλάβων, έτσι και πάλι θα προστάτευε τη Θεσσαλονίκη από τους Σαρακηνούς πειρατές. Το πρωί όμως της Κυριακής 29 Ιουλίου 904 μ.Χ. ο Λέων Τριπολίτης, μπήκε με το στόλο του στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε να ξεμπαρκάρει μαύρους πειρατές. Οι κάτοικοι μ’ όλη την παληκαριά τους που αγωνίσθηκαν, δεν μπόρεσαν να υπερασπισθούν τα αδύνατα και ερειπωμένα οχυρώματα, και οι Αραπάδες, αφού συνέτριψαν την αντίστασή των, ξεχύθηκαν στην πόλη, σφάζοντας καίοντας και αρπάζοντας σκλάβους.

    Ο σύγχρονος αυτόπτης της τραγωδίας ιερωμένος Ιωάννης Καμενιάτης, που ήταν στην υπηρεσία του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ο οποίος πουλήθηκε σκλάβος από τους πειρατές και έπειτα από μυθιστορηματικές περιπέτειες κατόρθωσε να ελευθερωθεί και να γράψει την τραγική ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς μας δίνει την ακόλουθη περιγραφή της καταστροφής.

    «Οι βάρβαροι ρίχτηκαν στους κατοίκους με λύσσα. Τους άντρες τους έσφαξαν, τις γυναίκες, αφού πρώτα τις ατίμασαν, τις σκότωσαν και αυτές. Το αίμα έτρεχε ποτάμι στους δρόμους. Αφού χόρτασαν τη θηριωδία τους, άρχισαν την αρπαγή. Η πλουσιότατη εμπορική πόλη, η δεύτερη στον πλούτο σ’ όλη τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, είχε ατέλειωτους θησαυρούς για να χορτάσει τη δίψα τους. Και μαζί με τα άλλα λάφυρα, φεύγοντας οι πειρατές, πήραν στα πλοία τους είκοσι χιλιάδες σκλάβους, για να τους πουλήσουν στα αφρικανικά παράλια. Μέσα στους αιχμαλώτους ήσαν και οι Βυζαντινοί στρατηγοί Λέων και Νικήτας».

    Όσο το Αιγαίο βρισκόταν στα χέρια των πειρατών, η Βυζαντινή εξουσία δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα και οι δυστυχισμένοι κάτοικοι υφίσταντο μαρτύρια από τους πειρατές, που τους λήστευαν, τους φορολογούσαν, τους ατίμαζαν τις γυναίκες και τους έσφαζαν.

    Για είκοσι χρόνια ο Λέων Τριπολίτης, εισέπραττε φόρους και λήστευε κάθε καράβι που τολμούσε να παρουσιαστεί στα μέρη εκείνα, έως ότου το 924 μ.Χ. ο γενναίος Βυζαντινός ναύαρχος Ιωάννης Ραδινός του ρίχτηκε ξαφνικά κοντά στη Λήμνο και συνέτριψε την πειρατικό στόλο του. Ο Λέων εν τούτοις κατόρθωσε να ξεφύγει με ένα πλοίο και σώθηκε, αλλά έζησε πια στην αφάνεια. Έτσι εξοντώθηκε η πειρατική φωλιά της Κρήτης.

    Ο Δαμιανός από την Ταρσό, οποίος όπως προαναφέραμε ήταν εξωμότης χριστιανός, Έλληνας την καταγωγή, γνωστός στα αραβικά ως Νταμιανά, κατόρθωσε να γίνει κυβερνήτης στην Ταρσό και ήταν ένας από τους κυριότερους διοικητές των ναυτικών επιδρομών σε βάρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στις αρχές του 10ου αιώνα. Επιτέθηκε το 911 στην Κύπρο, η οποία από τον 7ο αιώνα αποτελούσε ουδέτερη περιοχή η οποία βρισκόταν υπό κοινό έλεγχο Αράβων και Βυζαντινών, και την λεηλάτησε για διάστημα τεσσάρων μηνών καθώς οι κάτοικοί της είχαν βοηθήσει Βυζαντινό στόλο υπό το ναύαρχο Ιμέριο σε επίθεση που είχε πραγματοποιήσει στις παράκτιες περιοχές των Αράβων. Ο Δαμιανός σκοτώθηκε το 924, ενώ ηγείτο μίας επίθεσης ενάντια στο βυζαντινό φρούριο του Στρόβιλου το οποίο βρισκόταν στην ακτή της Μικράς Ασίας απέναντι από το νησί της Κω κοντά στην Αλικαρνασσό το σημερινό Μποντρούμ.      

    Από την εποχή αυτή, για πολύ καιρό, η πειρατεία περιορίστηκε σε μικροεπιχειρήσεις και δεν έχουμε πια τολμήματα σαν την άλωση της Θεσσαλονίκης από τον Λέοντα.

(Τέλος δεύτερου μέρους).