Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Δημήτρης Τουτουντζής :Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Ένατο μέρος


Σεμπέκ 
 
Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Ένατο μέρος
Δημήτρης Τουτουντζής 

(Πρώτο μέρος)

    Η αλλαγή πολιτικής στη Γαλλία και η ανάπτυξη του εμπορίου της στη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄ είχαν σαν αποτέλεσμα να ενωθεί αυτή η χώρα με τους εχθρούς των κουρσάρων. Από αυτή τη στιγμή οι Γάλλοι, όπως και οι Άγγλοι, έκαναν πολλές εκστρατείες για να τιμωρήσουν τους Μαυριτανούς, χωρίς μεγάλη επιτυχία ως τον 19ο αιώνα.
    Μια από  αυτές τις εκστρατείες, το 1683, είναι χαρακτηριστική τόσο για τη μέθοδο, όσο και για την κτηνωδία που χρησιμοποιούνταν σ’ αυτές τις συγκρούσεις. Ο μαρκήσιος ντε Ντυκέν, διοικώντας το γαλλικό στόλο, έριξε έξη χιλιάδες βλήματα στο Αλγέρι, σκοτώνοντας οχτώ χιλιάδες άτομα και
καταστρέφοντας πλήθος σπίτια. Ο όχλος ξεσηκώθηκε, δολοφόνησε τον Μπέη και διάλεξε στη θέση του τον καπετάνιο στις γαλέρες Χατζή Χασάν, γνωστό με το παρατσούκλι Μέτζο-Μόρτε, που του το έδωσαν γιατί έμοιαζε σαν πεθαμένος. Ο νέος Μπέης έστειλε μήνυμα στο ναύαρχο φοβερίζοντάς τον πως αν δε σταματούσε αμέσως το βομβαρδισμό, θα έδενε ένα Γάλλο του Αλγεριού στη μπούκα κάθε κανονιού πριν να ρίξει. Η φοβέρα αυτή δεν ήταν λόγια του αέρα. Ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε και ο Μπέης διάλεξε το πρώτο θύμα του, το Ζαν Λε Βασέ, αποστολικό βικάριο. Αυτός ο ευγενικός γέροντας, που είχε προσφέρει τριάντα χρόνια από τη ζωή του στην υπηρεσία των δυστυχισμένων χριστιανών αιχμαλώτων, σύρθηκε τότε στο μώλο, δέθηκε στην μπούκα ενός κανονιού και ρίχτηκε προς το γαλλικό στόλο. Οι Γάλλοι δεν αποτράβηξαν το στόλο τους παρά μόνο αφού εξάντλησαν τα πυρομαχικά τους και κατά τα μέσα Αυγούστου έφυγαν από το Αλγέρι. Στο μεταξύ είκοσι ακόμα Γάλλοι, ανάμεσά τους και ο πρόξενος, είχαν ακολουθήσει την τύχη του σεβάσμιου γέροντα.
    Πέντε χρόνια αργότερα οι Γάλλοι ξανάρχισαν το βομβαρδισμό και άλλοι σαράντα οκτώ Γάλλοι ρίχτηκαν από τα κανόνια των πειρατών. Μπορεί να δει κανείς στο Μουσείο του Ναυτικού στο Παρίσι ένα παλιό κανόνι με το όνομα «το Προξενικό», που πάρθηκε από το Αλγέρι. Από αυτό ρίχτηκε ο πρόξενος.
    Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε πάνω από έναν αιώνα. Αυτοί οι ανεξάρτητοι αλιτήριοι της θάλασσας παραμόνευαν τα εμπορικά, αιχμαλώτιζαν τεράστιες ποσότητες χρημάτων και σκλάβων, δέχονταν αντίποινα, ταπεινώνονταν, έκαναν συμμαχίες, τις παραβίαζαν και γενικά έπαιρναν εισφορές, είτε με συμφωνίες είτε με τη βία, από όλα τα έθνη του δυτικού κόσμου.
    Ένα περιστατικό χωρίς μεγάλη σημασία, χαρακτηριστικό όμως, που το θυμούνται ακόμα όλοι, δείχνει την παραξενιά των σχέσεών τους με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το 1780 ο Μπέης του Αλγεριού αγόρασε από τη σουηδική κυβέρνηση δέκα κανόνια, για ένα συμφωνημένο ποσό. Αυτά τα κανόνια είχαν δοκιμαστεί από τον κατασκευαστή, αυτό όμως δεν αρκούσε στους πειρατές, που ήθελαν να κάνουν και αυτοί μια δοκιμή για λογαριασμό τους. Αφού γέμισαν το πρώτο κανόνι με μπαρούτι ως τη μέση, πλησίασαν το φυτίλι. Το κανόνι έσκασε σκοτώνοντας δύο Αλγερινούς και πληγώνοντας αρκετούς. Μ’ όλο που το ατύχημα δεν μπορούσε παρά να αποδοθεί στην επιπολαιότητα των πειρατών, ο πρόξενος υποχρεώθηκε να πληρώσει γερή αποζημίωση. Ο Μπέης γύρεψε πεντακόσιες λίβρες μόνο για τη σπασμένη μύτη ενός από τους κουρσάρους και η υπόθεση κόστισε κάπου εφτά χιλιάδες λίβρες στη σουηδική κυβέρνηση. Έχει κανείς την εντύπωση πως
παρακολουθεί τους συνηθισμένους μικροκαβγάδες ανάμεσα σε δύο ίσα κυρίαρχα κράτη, ως τη στιγμή που θυμάται πως πρόκειται για συναλλαγή σε μια χριστιανική κυβέρνηση και μια φωλιά ληστών.
    Στο τέλος μια δύναμη σήκωσε το ανάστημά της, μια νέα δύναμη, που βρισκόταν έξω από την Ευρώπη και αρνήθηκε να πληρώσει το χαράτσι που γύρευαν οι Μαυριτανοί πειρατές. Στην αρχή της ύπαρξής τους οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υποχρεωθεί να κάνουν ό,τι και οι άλλοι. Από το 1785 ως το 1789 υποχρεώθηκαν να πληρώσουν στον Μπέη του Αλγεριού τεράστιο ετήσιο χαράτσι σε χρήμα, για να πετύχουν μια ονομαστική απαλλαγή για τα καράβια τους. Το 1798 ο Ήτον, ο Αμερικανός πρόξενος στο Τούνεζι, σταλμένος στο Αλγέρι για να οδηγήσει τέσσερα καράβια που αντιπροσώπευαν το χαράτσι των Ηνωμένων Πολιτειών, έγραψε στην κυβέρνησή του: «Είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς πως εφτά βασιλιάδες της Ευρώπης, δύο δημοκρατίες και μια ήπειρος πληρώνουν χαράτσι σ’ αυτό το εστεμμένο κτήνος (τον Μπέη), ενώ ολόκληρη η ναυτική του δύναμη είναι κατώτερη από δύο μοίρες πλοίων της γραμμής». Ωστόσο τον επόμενο χρόνο το χαράτσι έφτασε σε πενήντα χιλιάδες δολάρια, είκοσι οχτώ κανόνια, δέκα χιλιάδες βλήματα, χωρίς να λογαριάσει κανείς μεγάλες ποσότητες μπαρούτι, καραβόσκοινα και χρυσαφικά.
    Τελικά η κοινή γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκινήθηκε τόσο πολύ που το Κογκρέσο έδωσε διαταγή να ναυπηγηθεί χωρίς αναβολή ένας στόλος, για να λύσει το πρόβλημα των κουρσάρων. Η φοβέρα των δραστήριων μέτρων είχε το αποτέλεσμά της στον Μπέη. Υποσχέθηκε να μην ξαναπειράξει τα αμερικάνικα καράβια, αν ο Πρόεδρος δεχόταν να του χαρίσει μια φρεγάτα κατάλληλα αρματωμένη, με μπαρούτι και όπλα. Όταν το έμαθε αυτό ο Μπέης του Τουνεζιού, βιάστηκε να γράψει και αυτός στον Πρόεδρο, εξηγώντας του πως αν δεν του έστελνε χωρίς αναβολή δέκα χιλιάδες ντουφέκια με τα εξαρτήματά τους και σαράντα κανόνια, θα του ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει περισσότερο την ειρήνη. Το Μαρόκο, μη θέλοντας να μείνει πίσω, παρουσίασε τα αιτήματά του, ο Γιουσούφ όμως της Τρίπολης, κάνοντας πως είχε προσβληθεί, κήρυξε τον πόλεμο στις 14 Μαΐου 1801, γκρεμίζοντας το κοντάρι της σημαίας του αμερικανικού προξενείου.
    Η νεαρή δημοκρατία δέχτηκε την πρόκληση, διάλεξε όμως την κατάλληλη στιγμή. Το 1803 ο ναύαρχος Έντουαρντ Πρέμπλ τράβηξε για το Γιβραλτάρ με ένα στόλο από κατακαινούργια πολεμικά καράβια. Το «Φιλαδέλφεια» με τριάντα έξη κανόνια και το «Βίξιν» διατάχθηκαν να αποκλείσουν το λιμάνι της Τρίπολης.
    Στις 31 Οκτωβρίου το «Φιλαδέλφεια»  έπεσε πάνω σε κάτι ξέρες καθώς κυνηγούσε ένα καράβι που δοκίμαζε να σπάσει τον αποκλεισμό και να φτάσει στην Τρίπολη. Οι προσπάθειες που έκανε το πλήρωμα δεν κατόρθωσαν να το βγάλουν από τις ξέρες. Σε λίγο οι Αμερικανοί είδαν κοπάδια βάρκες να κατευθύνονται προς το καράβι. Το αποτέλεσμα της μάχης που δινόταν ήταν εύκολο να προβλεφθεί. Οι Αμερικανοί μ’ όλη τη θαρραλέα άμυνά τους, πνίγηκαν από τον αριθμό των αντιπάλων. Αφού συμβουλεύθηκε τους αξιωματικούς του, ο πλοίαρχος Μπαίηνμπριτζ αποφάσισε, για να σώσει τη ζωή των αντρών του, να παραδοθεί. Πριν όμως το κάνει, πλημμύρισε το κήτος ανοίγοντας τρύπες στα ύφαλα και χάλασε τις τρόμπες για να εξασφαλίσει την ολοκληρωτική απώλεια του καραβιού. Σε λίγο οι πειρατές ανέβηκαν στο καράβι, απογύμνωσαν τους αξιωματικούς από τα πράγματα και τα ρούχα τους και τους έχωσαν μαζί με το πλήρωμα στις φυλακές της ξηράς. Ο δύστυχος Μπαίηνμπριτζ πέρασε ένα μήνα αργότερα μια οδυνηρή δοκιμασία. Είδε το «Φιλαδέλφεια», επισκευασμένο από
τους πειρατές να μπαίνει στο λιμάνι με τα κανόνια του στημένα και έτοιμα.
    Μόλις έμαθε την καταστροφή, ο ναύαρχος Πρέμπλ, που ετοίμαζε τα καράβια του για την εκστρατεία της επόμενης χρονιάς, κατάστρωσε αμέσως το σχέδιο του για να καταστρέψει το καράβι που είχε αιχμαλωτιστεί. Διάλεξε γι’ αυτή τη δύσκολη επιχείρηση έναν νεαρό ανθυποπλοίαρχο, τον Στήβεν Ντεκάτουρ, και του ανέθεσε τη διοίκηση μιας γαλιότας, της «Ιντρέπιντ». Η γαλιότα αυτή είχε πέντε αξιωματικούς και εβδομήντα άντρες, που ήταν στριμωγμένοι σαν σαρδέλες επάνω σε ένα πάτωμα στηριγμένο με βαρέλια νερό, χωρίς να υπάρχει ούτε χώρος για να καθίσουν.
    Ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι με πολύ κακό καιρό, το μικρό καράβι έφτασε μπροστά στην Τρίπολη. Ο Ντεκάτουρ αποφάσισε να κάνει επίθεση την ίδια νύχτα. Ενώ έμπαινε στο λιμάνι, μόνο μερικοί από τους ναυτικούς του, μεταμφιεσμένοι σε Μαλτέζους ναύτες, είχαν μείνει στο κατάστρωμα από όπου μπορούσαν να δουν το «Φιλαδέλφεια» αγκυροβολημένο ένα μίλι πιο πέρα, κάτω από τα τείχη του κάστρου.
    Χωρίς καθυστέρηση το «Ιντρέπιντ» μπήκε και έφτασε δίπλα από το μεγάλο καράβι, από όπου φώναξε ένας Μαυριτανός. Ο Σικελός πιλότος του απάντησε τριπολιτάνικα πως είχαν χάσει την άγκυρα σε μια σπιλιάδα και ζήτησε να ρίξουν ένα παλαμάρι στο πολεμικό καράβι για να ασφαλιστεί έτσι για τη νύχτα. Ολότελα ξεγελασμένοι, οι πειρατές βοήθησαν να δέσουν τη γαλιότα, εκείνη τη στιγμή όμως αντήχησε η κραυγή: «Αμερικάνος! Αμερικάνος!». Η μάχη άρχισε μόλις αντήχησε η διαταγή του Αμερικανού κυβερνήτη για ρεσάλτο. Οι Γιάνκηδες ναύτες όρμησαν αμέσως στην κουπαστή με τόση ορμή ώστε σε δέκα λεπτά είχαν ξαναπάρει το «Φιλαδέλφεια» με ασήμαντες απώλειες από μέρος τους. Από αυτή τη στιγμή τα γεγονότα εξελίχθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν ετοιμάσει. Ανάφτηκαν φωτιές σε διάφορα μέρη του καραβιού. Όταν οι φωτιές φούντωσαν για καλά, ο Ντεκάτουρ έδωσε διαταγή να γυρίσουν στη γαλιότα, να βάλουν μπροστά τα κουπιά και να τραβήξουν με όλη τους τη δύναμη για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Μόλις πρόφτασαν, γιατί όλα τα κανόνια τού φρουρίου έριχναν κατά πάνω τους. Αυτή τη σκηνή την ιστόρησε ένας από τους παρόντες αξιωματικούς. Γράφει:
    «Ως εκείνη τη στιγμή τα καράβια και οι πυροβολαρχίες του εχθρού είχαν μείνει βουβά, τώρα όμως ήταν έτοιμα να δράσουν. Όταν το πλήρωμα της γαλιότας ζητωκραύγασε τρεις φορές για να τιμήσει την επιτυχία του, δέχτηκε για απάντηση μια γενική μπαταριά του εχθρού. Η σύγχυση που επικρατούσε εμπόδισε πιθανότατα να προσεχτεί η σκόπευση και μ’ όλο που η γαλιότα έμεινε κάτω από τα πυρά κάπου μισή ώρα, το μόνο βλήμα που τη χτύπησε πέρασε από το μεγάλο πανί. Διατρέχαμε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από το «Φιλαδέλφεια», που τα κανόνια του κουμαντάρανε το πέρασμα απ’ όπου φεύγαμε, γιατί καθώς αυτά τα κανόνια ήταν γεμάτα έσκαζαν καθώς ζεσταίνονταν. Γλυτώσαμε και από αυτό τον κίνδυνο, ενώ τα βλήματα δημιουργούσαν σιντριβάνια γύρω μας. Η θέα του καραβιού που καιγόταν ήταν πραγματικά μεγαλόπρεπη. Οι φλόγες του εσωτερικού φώτιζαν τις μπουκαπόρτες των κανονιών και σκαρφαλώνοντας στα κατάρτια και στα ξάρτια σχημάτιζαν πύρινες κολώνες που συναντώντας τις κόφες, μεταβάλλονταν σε θαυμαστά κιονόκρανα, ενώ οι διαδοχικές εκπυρσοκροτήσεις των κανονιών του έδιναν την εντύπωση πως μια κατευθυντήρια δύναμη τα ζωντάνευε. Τα τείχη της πόλης και οι πυροβολαρχίες, καθώς και τα κατάρτια και τα ξάρτια, των αγκυροβολημένων καραβιών, λαμπρά φωταγωγημένα και ζωντανεμένα από τις μπαταριές του πυροβολικού, σχημάτιζαν δεύτερα πλάνα και ένα φόντο που προσαρμοζόταν απόλυτα στον πίνακα. Βοηθούμενες από το ανάλαφρο αεράκι, οι προσπάθειές μας κατόρθωσαν να μας οδηγήσουν γρήγορα μακριά από τη βολή των κανονιών».
    Μόλις τον επόμενο Ιούλιο ο ναύαρχος Πρέμπλ ήταν έτοιμος να επιτεθεί στην Τρίπολη. Χρειάστηκαν συνολικά πέντε επιθέσεις ώσπου να υποχρεωθεί να παραδοθεί το οχυρό των πειρατών και να υποταχθεί στους όρους των Αμερικανών. Ωστόσο ο στενός αποκλεισμός της ακτής συνεχίστηκε τα επόμενα δύο χρόνια. Τον Ιούνιο υπογράφτηκε τελικά μια συμφωνία, προέβλεπε πως δε θα πληρωνόταν ποτέ πια κανένα χαράτσι και πως τα αμερικάνικα καράβια θα ήταν ελεύθερα να πηγαίνουν όπου θέλουν, χωρίς να ενοχλούνται από τους πειρατές.
    Ωστόσο το σκληρό μάθημα που είχε δώσει η Αμερική στους κουρσάρους ξεχάστηκε γρήγορα, όπως συνήθως. Η Ευρώπη δεχόταν ακόμα να συζητήσει, να φοβερίσει και να πληρώσει. Τελικά όμως οι πειρατές έγιναν τόσο αναίσχυντοι, ώστε η Αγγλία αποφάσισε να κανονίσει οριστικά αυτήν την υπόθεση. Το 1816 έδωσαν στο Λόρδο Εξμάουθ ελευθερία δράσης για να ενεργήσει όπως ήθελε. Ο Λόρδος έφτασε μπροστά στο Αλγέρι με ένα ισχυρό στόλο, ενισχυμένο από μια μοίρα ολλανδικά πολεμικά καράβια, με διοικητή τον υποναύαρχο βαρόνο βαν Καπέλλαν.
    Ο δαυλός που έβαλε φωτιά στο μπαρούτι αυτή τη φορά ήταν μια διαταγή του Μπέη της Αλγερίας να συλληφθούν όλοι οι Ιταλοί προστατευόμενοι της Αγγλίας στη Μπον και στο Οράν. Αυτή η διαταγή είχε σαν αποτέλεσμα να σφαχθούν στην Μπον καμιά εκατοστή ανυπεράσπιστοι Ιταλοί, που παρακολουθούσαν τη λειτουργία στην εκκλησία. Εκατό άλλοι πληγώθηκαν και οχτακόσιοι ρίχθηκαν στη φυλακή, αφού ληστεύθηκαν.
    Οι ενωμένοι στόλοι των συμμάχων έφτασαν στο Αλγέρι στις 27 Αυγούστου. Στο μεταξύ το καράβι «Προμηθεύς» είχε σταλθεί πιο νωρίς στο Αλγέρι, για να γλυτώσει τον πρόξενο της Αγγλίας και την οικογένειά του, που η ζωή τους διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο.
    Η γυναίκα και οι κόρες του προξένου, μεταμφιεσμένες σε δοκίμους, έφτασαν χωρίς δυσκολία στον «Προμηθέα», έπρεπε όμως να βρεθεί κάποια άλλη πανουργία για να φέρουν και το μωρό στο καράβι. Για να το κατορθώσουν, ο ναυτικός γιατρός έδωσε ένα ναρκωτικό στο μωρό. Οι άνθρωποι που το μεταφέρανε, κρυμμένο στο βάθος ενός καλαθιού με φρούτα και λαχανικά, περνούσαν από την πόρτα του οπλοστασίου όταν, για κακή τους τύχη, το μωρό άρχισε να φωνάζει. Αμέσως ο γιατρός, τρεις δόκιμοι, το μωρό και το πλήρωμα της βάρκας πιάστηκαν και σύρθηκαν μπροστά στον Μπέη. Τρεις μέρες αργότερα έδωσαν το μωρό πίσω στη μητέρα του, «Μοναδικό παράδειγμα», έγραφε ο Λόρδος Εξμάουθ στην αναφορά του, «ανθρωπισμού του Μπέη».
    Μόλις ο στόλος έφτασε στο Αλγέρι, ο ναύαρχος ζήτησε την άμεση απελευθέρωση των αιχμαλώτων. Δεν πήρε καμιά απάντηση και χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, άρχισε τις εχθροπραξίες.
    «Τότε, γράφει ο ναύαρχος, άρχισε ένας βομβαρδισμός τόσο έντονος και δυνατός, που δεν πιστεύω να ξαναέγινε ποτέ κάτι τέτοιο, από τις τρεις  ως τις εννιά χωρίς διακοπή. Μόνο μετά τις έντεκα και μισή σταμάτησε οριστικά ο βομβαρδισμός. Η μάχη ήταν λυσσασμένη, ακόμα και οι γυναίκες, που ταξίδευαν εκείνη την εποχή και στα πολεμικά καράβια, βοηθούσαν στα κανόνια μαζί με τους άντρες τους. Στις δέκα το βράδυ οι περισσότερες πυροβολαρχίες του εχθρού είχαν υποχρεωθεί να σωπάσουν και όλα τα καράβια του λιμανιού ήταν ζωσμένα στις φλόγες Η πυρκαγιά μεταδόθηκε στο οπλοστάσιο, στις αποθήκες και στις μπαρουταποθήκες, παρουσιάζοντας ένα θέαμα άγριας μεγαλοπρέπειας και έντασης που καμιά πέννα δεν μπορεί να περιγράψει».
    Την άλλη ημέρα υπογράφηκε μια συμφωνία, που απελευθέρωσε χίλιους εξακόσιους σαράντα δύο σκλάβους. Ο Μπέης υποχρεώθηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τον Άγγλο πρόξενο κύριο Μακ Ντόναλντ, που είχε ριχτεί μισόγυμνος στη φυλακή, σε ένα
κελί καταδικασμένων για φόνο. Αυτό το μάθημα θα μπορούσε και θα ήταν ευχής έργο να έχει μόνιμο αποτέλεσμα. Ωστόσο μόλις έφυγε ο αγγλικός στόλος από την Μεσόγειο, οι πειρατές ξανάρχισαν την παλιά τους τέχνη.
    Ο όχλος, κρίνοντας πως ο Μπέης ήταν γρουσούζης, τον  στραγγάλισε και έβαλε στη θέση του έναν άλλο, τον Αλή Χότζα. Αυτός όμως ο παλιάνθρωπος, αποδείχτηκε μεγαλύτερο κάθαρμα από τον προκάτοχό του. Τίποτα δεν άλλαξε. Το δουλεμπόριο ήταν σε πλήρη ανάπτυξη παρ’ όλες τις συμφωνίες και όλους τους βομβαρδισμούς. Το Σεπτέμβριο του 1819 ένας αγγλο-γαλλικός στόλος έφτασε στο λιμάνι του Αλγεριού για να διατυπώσει τις τρομερότερες φοβέρες, που έμειναν όμως χωρίς αποτέλεσμα, αφού τελικά ξανάφυγε αφήνοντας τον Πασά να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να εξακολουθεί να φέρνεται όπως και πριν. Η σκλαβιά αποκαταστάθηκε και οι μονάρχες της Μπαρμπαριάς γίνονταν ολοένα και πιο αναιδείς, βρίζοντας και τελικά αποκεφαλίζοντας τους προξένους, χτυπώντας με όπλα σημαίες ανακωχής. Φέρνονταν γενικά σαν βάρβαροι.
    Η ώρα όμως που θα ξεκαθάριζαν οι λογαριασμοί πλησίαζε. Όταν έφτασαν στην απελπισία, οι Γάλλοι, στις 26 Μαΐου 1830, έστειλαν από την Τουλώνα ένα σημαντικό στόλο κάτω από τη διοίκηση του ναυάρχου Ντυπερρέ, με στρατό τριάντα εφτά χιλιάδες άντρες, με ιππικό και πυροβολικό. Ο στρατός ξεμπαρκάρισε στις 13 Ιουνίου και οχυρώθηκε. Οι Γάλλοι άρχισαν να προχωρούν, αργά αλλά σταθερά, προς το Αλγέρι, νικώντας τους Μαυριτανούς σε όλες τις μάχες που έδιναν. Στις 4 Ιουλίου άρχισε ο βομβαρδισμός της πόλης, έπεσε το βασικό φρούριο και οι μπαρουταποθήκες ανατινάχτηκαν στον αέρα. Την άλλη μέρα οι Γάλλοι κατέλαβαν το Αλγέρι και ο Μπέης με την οικογένειά του στάλθηκαν στη Νεάπολη με μια φρεγάτα. Λίγο-λίγο όλες οι γύρω φυλές, αρχίζοντας από το Τούνεζι, υποτάσσονταν στη Γαλλία και ύστερα από τόσους αιώνες, η πληγή της χριστιανοσύνης έγινε ανίκανη να βλάψει.
    Παρουσιάσθηκαν από καιρό σε καιρό σποραδικές εκρήξεις πειρατείας τον 19ο αιώνα;, σε όλες όμως τις περιπτώσεις οι ένοχοι πιάστηκαν και τιμωρήθηκαν. Με τη βαθμιαία κατάληψη της ακτής της Μπαρμπαριάς από διάφορες χώρες της Νότιας Ευρώπης, αυτές οι τυχαίες αναζωογονήσεις γίνονταν όσο πήγαινε λιγότερο σοβαρές. Τελικά τα τελευταία υπολείμματα της δράσης των κουρσάρων έλειψαν στις αρχές του 20ου αιώνα.

Έλληνες πειρατές και κουρσάροι     
      
    Σε όλο αυτό το πανηγύρι της πειρατικής ασυδοσίας, άραγε λείπουν οι Έλληνες; Ασφαλώς και δε λείπουν. Από τα στοιχεία που έχουμε, ως πειρατές ή κουρσάροι έδρασαν οι ακόλουθοι:

Μαργαριτώνης.
Ο Μαργαριτώνης (1149 – 1197), καταγόταν από το Μπρίντεζι, όπως φαίνεται από το όνομά του. Αναφέρεται ότι είναι πιθανό να είχε ελληνική καταγωγή γιατί ο ίδιος υπογράφει σε ελληνική γλώσσα ως «Μαργαρίτος του Μπρίντιζι, κυβερνήτης, κόμης της Μάλτας», σε λατινικά έγγραφα του 1192 και 1193.
    Ξεκίνησε σαν πειρατής και έγινε Ναύαρχος του Σικελικού στόλου την περίοδο της βασιλείας του Γουλιέλμου  Β΄ (1166 – 1189) και του Τανκρέδου (1189 – 1194) της Σικελίας.
    Το φθινόπωρο του 1187 ο Γουλιέλμος  Β΄ τον έστειλε με εξήντα πλοία και διακόσιους ιππότες να περιπολεί τα παράλια της Παλαιστίνης συστηματικά για να μην επιτρέψει στο
Σαλαντίν , ο οποίος στις 2 Οκτωβρίου είχε κυριέψει την Ιερουσαλήμ, να κατακτήσει κανένα από τα λιμάνια τα τόσο ζωτικής σημασίας για το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Το 1188 υποχρέωσε να λύσει την πολιορκία του κάστρου Κράκ ντε Σεβαλιέ,  ονομαστό κάστρο των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, κοντά στην Τρίπολη της Συρίας. Τον επόμενο χρόνο έλυσε πολιορκίες στο κάστρο του Μαγκρίτ, στη Λαττάκια και στην Τύρο.
    Όταν ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος  ΣΤ΄ πολιόρκησε τη Νάπολη, ο Μαργαριτώνης ήταν εκεί για να την υπερασπιστεί. Στις 25 Νοεμβρίου η Νάπολη παραδόθηκε και ο Μαργαριτώνης μαζί με τον κόμη Ριχάρδο μετά την ενθρόνιση του Γουλιέλμου  Γ΄ συνελήφθησαν γιατί ο Ερρίκος τους υποπτεύθηκε ότι συνωμοτούσαν εναντίον του. Αφού τον τύφλωσε, τον έστειλε στη Γερμανία, σε φυλακή στο Τρίφελς, όπου και πέθανε το 1197.

Λιμπεράκης Γερακάρης.     
Γεννήθηκε το 1644 στο Οίτυλο της Μάνης. Σε ηλικία 15 ετών υπηρέτησε στο ναυτικό των Βενετών ως κωπηλάτης, ενώ αργότερα αγόρασε ένα πλοίο και έγινε πειρατής και συνέχισε τη δράση του, ώσπου σε μια επιδρομή συνελήφθη από τους Τούρκους. Ο Μεγάλος Βεζίρης, Κιοπρουλού Αχμέτ πασάς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως όργανό του τον Γερακάρη, για να υποτάξει τους Μανιάτες, που πάντα δημιουργούσαν προβλήματα. Τον ελευθέρωσε και τον εφοδίασε με άφθονο χρήμα, δίνοντάς του και μυστικές οδηγίες. Ο γερακάρης επέστρεψε στη Μάνη, όπου χρησιμοποίησε τα χρήματα στη μάχη εναντίον της φατρίας των Στεφανόπουλων. Λόγω των αποτελεσμάτων αυτής της διαμάχης ο Γερακάρης αναγκάστηκε να ξαναρχίσει την πειρατεία και μάλιστα οι πιο μεγάλες του επιθέσεις ήταν εναντίον των Τούρκων. Οι Τούρκοι όμως κατάφεραν να τον συλλάβουν ξανά και τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλακίσθηκε στις φυλακές του ναυστάθμου το ξακουστό Μπάνιο.
    Το1684 ξεκινά νέος πόλεμος των Βενετών εναντίον των Τούρκων. Στη Ελλάδα διάφορα μέρη επαναστατούν και οι βενετοί σημειώνουν σημαντικές νίκες. Η Υψηλή Πύλη καταλαβαίνει ότι κατά ένα μέρος οι επιτυχίες των Βενετών βασίζονταν στη συνεισφορά των Ελλήνων επαναστατών, και αποφασίζει ότι πρέπει να τους διασπάσει. Ανάμεσα στα μέτρα που παίρνουν είναι να αποφυλακίσουν και τον Λυμπεράκη Γερακάρη (1689), και τον ορίζουν μπέη της Μάνης, κατά το πρότυπο των Χριστιανών ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Ύστερα από λίγες μέρες, αναχώρησε για το νότο, επικεφαλής 5.000 Τούρκων.
    Ο Γερακάρης  επικεφαλής των Τούρκων που είχε μαζί του σε σύμπραξη με τους ευρισκόμενους στη νότια Ελλάδα Τούρκους άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον των Βενετών και των επαναστατών Ελλήνων, αλλά χωρίς τελική επιτυχία.
    Οι Βενετοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν τον Γερακάρη, που αποτελούσε και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Έχοντας σαν ενδιάμεσους, φίλους του Γερακάρη τον έπεισαν να αλλάξει τελικά πλευρά. Αλλά και η στάση του Γερακάρη κίνησε τις υποψίες των Τούρκων, που προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν, δηλητηριάζοντάς τον. Αφού κατάλαβε το δόλο, έφυγε και επιβιβάστηκε σε βενετικά καράβια. Εκεί έλαβε τον τίτλο του τοπάρχη της Ρούμελης και ονομάστηκε ιππότης του αγίου Μάρκου.
    Το 1697, οι Βενετοί αποφάσισαν να επιτεθούν στο σερασκέρη στη Θήβα. Ο Γερακάρης αποβιβάστηκε στα Σάλωνα, εισήλθε στην Ήπειρο και λεηλάτησε την Άρτα. Κάτοικοι της πόλης πληροφόρησαν τον Δόγη της Βενετίας για τα γεγονότα της καταστροφής της πόλης. Οι Βενετοί συλάβανε τον Γερακάρη, του αφαίρεσαν τα
προνόμια και τον έκλεισαν στη φυλακή. Το 1710 ο Γερακάρης πέθανε φυλακισμένος στην Μπρέσια.

Ανδρέας Βερούσης. 
Ο Ανδρέας Βερούσης ή Ανδρέας Βερούτσος, έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Ανδρέας Ανδρούτσος, πατέρας του οπλαρχηγού του 1821 Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ήταν Έλληνας Αρβανίτης χριστιανός ορθόδοξος, γιος του Αθανασίου Βερούση από την Αταλάντη Φθιώτιδας. Γεννήθηκε στις Λιβανάτες Φθιώτιδας το 1740 ή 1750, όπου διετέλεσε διαβόητος  αρχικλέφτης, αλλά και πειρατής συνεργάτης του Λάμπρου Κατσώνη τις περιόδους 1770- 1792 του Ρωσσοτουρκικού Πολέμου. Το 1792 συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέθανε από βασανιστήρια των Τούρκων το 1797 σε ηλικία 47 ετών, μάλιστα λέγεται ότι τον αποκεφάλισαν και το σώμα του το έριξαν στα νερά του Βοσπόρου.



Λάμπρος Κατσώνης.                         
Ο Λάμπρος Κατσώνης γεννήθηκε στη Λιβαδειά το 1752. Από τα 17 του εργάστηκε στα καράβια ως ναυτικός και το 1770 κατετάγη στο ρωσικό ναυτικό. Πολέμησε στην Πελοπόννησο στα περίφημα Ορλωφικά και στον πόλεμο της Κριμαίας. Το 1787, με εντολή της ίδιας της αυτοκράτειρας Αικατερίνης, επέστρεψε στη Μεσόγειο, όπου ανέλαβε να αποδυναμώσει το οθωμανικό ναυτικό, μέχρι την έλευση των υπόλοιπων ρωσικών δυνάμεων. Συγκρότησε στολίσκο με δέκα καταδρομικά πλοία, τα οποία έγιναν ο φόβος και τρόμος των Τούρκων ενεργώντας σαν κουρσάρος. Η Τζιά ήταν βασικό ορμητήριό του, όπου και γνώρισε τη γυναίκα του, την όμορφη κόρη του προκρίτου Πέτρου Σοφιανού. Μέχρι τον Ιούνιο του 1789.ο Κατσώνης ήλεγχε με τα καράβια του όλο το Αιγαίο και συνέχιζε τη δράση του κατά των Τούρκων. Προέτρεπε τους Έλληνες να σταματήσουν να πληρώνουν φόρους και να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων, ενώ κούρσευε τα πλοία τους. Ασφαλώς η συμπεριφορά του δεν άρεσε καθόλου στο Σουλτάνο, ο οποίος αρχικά προσπάθησε να τον εξαγοράσει, προσφέροντάς του ένα νησί, ως αντάλλαγμα για την παύση των εχθροπραξιών. Ο Κατσώνης αρνήθηκε και ο Σουλτάνος εξαπέλυσε εναντίον του τον τουρκικό στόλο. Στις 3 Αυγούστου συγκρούστηκαν στο στενό της Μακρονήσου. Ο Κατσώνης επικράτησε, αλλά λίγες μέρες αργότερα, οι Τούρκοι τον περικύκλωσαν στη Τζιά, όπου είχε καταφύγει για ανασυγκρότηση. Τον εγκλώβισαν με 26 πλοία στο στενό της Κόκκας, απέναντι από το Βουρκάρι. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο αποφασιστικός Κατσώνης, αντί να παραδοθεί, έσυρε με την βοήθεια των αντρών του το πλοίο του πάνω από τη στενή λωρίδα της γης χρησιμοποιώντας κορμούς δένδρων αλειμμένων με χοιρινό λίπος και απέδρασε στην ανοιχτή θάλασσα! Ο θρύλος θέλει να εκμεταλλεύεται το ανάγλυφο του εδάφους και να περνά τα πλοία του πάνω από τη χαμηλή ξηρά στο πέλαγος. Όταν ξημέρωσε, οι Τούρκοι έμειναν κατάπληκτοι, καθώς συνειδητοποίησαν ότι ο δαιμόνιος καπετάνιος είχε ξεφύγει. Πήραν εκδίκηση, πυρπολώντας το λιμάνι της Τζιάς.
    Ο Κατσώνης προετοιμάστηκε για πιο σκληρές μάχες. Επισκεύασε το στόλο του, συμμάχησε με τον Ανδρέα Ανδρούτσο, πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, και οχύρωσε την Τζιά. Όταν έμαθε ότι οι Τούρκοι τον περίμεναν στην Σκύρο, βγήκε στα ανοιχτά, έτοιμος να τους αντιμετωπίσει. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στον Κάβο Ντόρο, στη φημισμένο πέρασμα μεταξύ Εύβοιας και Άνδρου. Εκεί ο θρυλικός καπετάνιος ηττήθηκε από τον τουρκικό στόλο, που υπερτερούσε αριθμητικά. Αναγκάστηκε να πυρπολήσει ο ίδιος τη ναυαρχίδα του και διέφυγε με δύο μικρά πλοία για τα Κύθηρα, όπου βρήκε καταφύγιο. Είχε χάσει εκατοντάδες άντρες, αλλά δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια.
   
                   Σημαία του Λάμπρου Κοτσώνη
Ήρθε σε συμφωνία με τους Μανιάτες, οι οποίοι θα τον στήριζαν στον επαναστατικό του αγώνα. Όταν όμως απευθύνθηκε για οικονομική ενίσχυση στη Ρωσία, έλαβε αρνητική απάντηση. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος είχε λήξει και οι Ρώσοι του ζήτησαν να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Ο Κατσώνης αδιαφόρησε για τις εντολές.
    «Αν η Αικατερίνη υπέγραψε ειρήνη με τους Τούρκους, εγώ δεν υπέγραψα ακόμα τη δική μου», δήλωσε στους Ρώσους και συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του, ως πειρατής πλέον, μαζί με τον Ανδρέα Ανδρούτσο. Τον Μάιο του 1792 συνέταξε «Μανιφέστο» στο οποίο παρουσίασε τους λόγους που συνέχιζε τον αγώνα εναντίον των Τούρκων, παραβλέποντας τις διαταγές των Ρώσων, τους οποίους κατηγορούσε ότι τον είχαν εκμεταλλευτεί.
    Ο Κατσώνης από αξιωματικός του ρωσικού ναυτικού μετατράπηκε σε πειρατή και είχε πλέον να αντιμετωπίσει τους Τούρκους και τους Γάλλους, συμμάχους τότε των Τούρκων, οι οποίοι τους εφοδίαζαν με καινούργια πλοία και πολεμοφόδια. Τον Ιούνιο του 1792, Τούρκοι και Γάλλοι επιτέθηκαν στη Μάνη και συγκεκριμένα στο Πόρτο Κάγιο όπου είχε οχυρωθεί ο Κατσώνης με το Ανδρούτσο και ύστερα από γενναία μάχη, αναγκάστηκαν να διαφύγουν κρυφά. Ο Ανδρούτσος παρέμεινε στην Ελλάδα συνεχίζοντας τον αγώνα του εναντίον των Τούρκων, ενώ ο Κατσώνης κατάφερε να φτάσει στη Ρωσία το 1794.
    Με εντολή της αυτοκράτειρας Αικατερίνης, ορίστηκε Ειδική Επιτροπή, που έκρινε ότι η δράση του Κατσώνη εναντίον των Τούρκων ήταν νόμιμη. Ο Κατσώνης δικαιώθηκε, αποζημιώθηκε και η φήμη του αποκαταστάθηκε. Παντού πλέον τον αντιμετώπιζαν σαν ήρωα. Αποφάσισε όμως να παραιτηθεί και να εγκατασταθεί στην Κριμαία, σε ένα κτήμα  που το ονόμασε «Λιβαδειά» προς τιμήν της γενέτειράς του και ασχολήθηκε με τη γεωργία μέχρι το θάνατό του, το 1805, σε ηλικία 52 ετών.

Ιωάννης Βαρβάκης      
Ο Ιωάννης Βαρβάκης ( 24 Ιουνίου 1745 – 10 Ιανουαρίου 1825), γεννήθηκε στα Ψαρά και ήταν γιος  του Ανδρέα Λεοντή (Λεοντίδη) και της Μαρώς Μόρου. Στα Ψαρά ζει ένα είδος γερακιού, ο Ιέραξ ο οξύπτερος. Τα πουλιά αυτά οι Ψαριανοί τα ονόμαζαν και τα ονομάζουν Βαρβάκια. Οι συνομήλικοί του, βλέποντας τα μεγάλα και πολύ αυστηρά του μάτια, καθώς και την ορμητικότητα που τον χαρακτήριζε τον φώναζαν Βαρβάκι. Φαίνεται ότι η προσωνυμία του άρεσε και τη διατήρησε ως επώνυμο. Έτσι πέρασε στην ιστορία με το όνομα Βαρβάκης και το επώνυμό του έγινε τίτλος ευγενείας στην τσαρική Ρωσία.
    Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης πλοίου το οποίο πραγματοποιούσε μεταφορές στα διάφορα νησιά του Αιγαίου. Ο Ιωάννης Βαρβάκης αρχικά εργάστηκε ως μούτσος στο καράβι του πατέρα του ενώ στα 15 τον έβαλε ο πατέρας του μεριδιούχο (παρτσινέβελο) στο πλοίο του και στα 18 του ναυπήγησε την πρώτη γαλιότα. Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο και στη συνέχεια στράφηκε στην πειρατεία, λόγω των γενικότερων συνθηκών άσκησης της ναυτιλίας εκείνη την περίοδο, όπως επιθέσεις από άλλους πειρατές και διαρπαγή του πληρώματος και των εμπορευμάτων, επιθυμία των δυνάμεων της Αγγλίας και της Ολλανδίας να αναχαιτίσουν με κάθε μέσο της Γαλλίας ως ναυτικής δύναμης στην ανατολική μεσόγειο, οπότε επιστρατεύουν και τους Έλληνες νησιώτες για το σκοπό αυτό. Τα ρωσικά αρχεία χαρακτηρίζουν από τη δράση του εκείνης της περιόδου τον Βαρβάκη,
«αεικίνητο κουρσάρο». Τέλη του 1768 αρχές του 1769 παντρεύεται στα Ψαρά.
    Κατά το ρωσοτουρκικό πόλεμο πήρε μέρος σαν κυβερνήτης πυρπολικού, ενώ ήταν ήδη πλοίαρχος εμπορικού πλοίου. Κατά τα Ορλωφικά (1770), ήταν ένας από τους Έλληνες που συντάχθηκε με τα στρατεύματα της Αικατερίνης  Β΄ ενάντια στους Τούρκους. Ο Ψαριανός πλοιοκτήτης εκποίησε ολόκληρη την περιουσία του για να εξοπλίσει με κανόνια και να επανδρώσει με στρατιώτες ένα από τα πλοία του με σκοπό τη ναυτική σύγκρουση με τους Τούρκους. Το πλοίο του ήταν Σεμπέκ. Τα σεμπέκ είχαν  μήκος 20 με 30 μέτρα και όσο εξελίσσονταν με την πάροδο του χρόνου μεγάλωναν και κατά το μήκος και φυσικά κατά την χωρητικότητα. Άλλοτε είχαν 18 με 29 κωπηλάτες, άλλοτε μέχρι 36. Η ιστιοφορία των αποτελούνταν από έναν αρτέμονα (φλόκο) και τρία λατίνια. Είχε κοινά χαρακτηριστικά  με τη γαλιότα και τη φούστα. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία  πλοίων με τα ίδια χαρακτηριστικά που ονομάστηκαν με την κοινή ονομασία Μύστικα. Γενικότερα τα πλοία αυτά χρησιμοποιήθηκαν πολλές φορές λόγω της ταχύτητάς τους και της ευελιξίας τους για καταδρομές, πειρατείες, αποβατικές επιχειρήσεις ή μεταφορά αγγελιοφόρων και μηνυμάτων. Στην κατασκευή των πλοίων αυτών φαίνεται να είχαν προτίμηση και ιδιαίτερες γνώσεις οι Ψαριανοί.
    Αναζητώντας το Ρωσικό στόλο στο Αιγαίο, ταξίδεψε αρχικά στη Μύκονο και από εκεί στα νότια παράλια της Πελοποννήσου, όπου έφτασε στις αρχές Μαρτίου 1779 στο Οίτυλο. Από εκεί μετέβη στην Κορώνη. Εκεί βρήκε τους Αλέξιο Ορλώφ και Σπυριδώφ, οι οποίοι του ζήτησαν να συνδράμει τους πολιορκητές του Ναβαρίνου. Στη συνέχεια κινήθηκε με κατεύθυνση τα Ψαρά για να αναζητήσει τον τουρκικό στόλο και να ενημερώσει τη θέση όπου βρισκόταν, τους Ρώσους. Τον εντοπίζει απέναντι από τη Χίο, στον Τσεσμέ και στη συνέχεια αφού ενημέρωσε τους Ρώσους, πλοία των τελευταίων παραπλέουν τις Οινούσσες και αγκυροβολούν στην περιοχή. Το βράδυ της 26ης Ιουνίου 1770  Βαρβάκης με το πλοίο του, συμμετέχει σε επιχείρηση πυρπόλησης του τουρκικού στόλου στον όρμο του Τσεσμέ, όπου κατεστράφη ολοκληρωτικά ο τουρκικός στόλος. Μετά το πέρας της επιχείρησης ο Ορλώφ τον συνεχάρη και στις 21 Οκτωβρίου 1772 με επίσημο έγγραφο η Αικατερίνη τον ενέταξε στις στρατιωτικές δυνάμεις της Αυτοκρατορικής Ρωσίας με το βαθμό του υπολοχαγού.
    Μετά τη λήξη του τρίτου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) και την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή σύμφωνα με την οποίαν οι Έλληνες αποκτούν το δικαίωμα να υψώνουν τη ρωσική σημαία στα πλοία τους, ο Βαρβάκης επέστρεψε στα Ψαρά, αφού είχε αγοράσει με δικά του χρήματα ένα Μπρίκι και συνέχισε την εμπορική και πειρατική του δραστηριότητα. Όντας επικηρυγμένος από τους Τούρκους ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να υπολογίζει το πόσο εχθρικό ήταν το περιβάλλον εκεί
για αυτόν. Καθώς διαπραγματευόταν στην Πόλη την πώληση ενός τρικάταρτου πλοίου, οι τουρκικές αρχές το κατέλαβαν και το δήμευσαν. Πάμπτωχος κατέφυγε στην Οδησσό και από εκεί στην Πετρούπολη, όπου έγινε δεκτός σε ακρόαση από την Αικατερίνη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η αυτοκράτειρα τον ενίσχυσε οικονομικά και του παραχώρησε το δικαίωμα ατελούς αλιείας στην Κασπία. Ήταν ο πρώτος που έκανε εξαγωγή του διατηρημένου αυτού προϊόντος. Εκεί απόκτησε τεράστια περιουσία. Το 1815 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ταϊγάνι, όπου μετέφερε όλη σχεδόν την κινητή περιουσία του, για να βρίσκεται κοντά στην Οδησσό κέντρο της Φιλικής Εταιρείας, της οποίας υπήρξε ηγετικό μέλος και χρηματοδότης. Είναι ο μόνος που στα έγγραφά της αποκαλείται με το όνομά του.
    Ο Βαρβάκης πρόσφερε πάρα πολλά στον Αγώνα πριν και κατά την περίοδο της
Ελληνικής Επανάστασης. Με έξοδα δικά του εξόπλισε τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Επίσης μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ’ όλα βοήθησε την αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του. Έστειλε τρόφιμα και διάφορα άλλα εφόδια. Μετά την καταστροφή των Ψαρών, το 1824, ήρθε στην Ελλάδα, για να βοηθήσει με κάθε μέσο τους πρόσφυγες. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα ονομάστηκε με ψήφισμα του Βουλευτικού «μέγας ευεργέτης του Έθνους».
    Λόγω ασθενείας επέστρεψε από το Ναύπλιο στη Ζάκυνθο για θεραπεία. Οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν να βγει στην πόλη της Ζακύνθου λόγω της λοιμώδους νόσου από την οποίαν έπασχε. Στο λοιμοκαθαρτήριο έφτασε στις 21 Δεκεμβρίου 1824. Πέθανε τα ξημερώματα της 12ης Ιανουαρίου 1825. Το εκτελεστικό και το Βουλευτικό στη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1825 εξέδωσε ψηφίσματα και διαταγές για την τήρηση πανελλήνιου πένθους.
    Στη διαθήκη του άφησε 1.000.000 ρούβλια κληροδότημα για την ίδρυση του Βαρβάκειου Λυκείου, και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στο Ελληνικό Δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς. Κατέθεσε τα χρήματα που χρειάστηκαν για την ανέγερσή του σε ρωσική τράπεζα και το 1857 άρχισε η κατασκευή της Βαρβακείου Σχολής, με σχέδια και επίβλεψη του Παναγιώτη Κάλκου, που ολοκληρώθηκε το 1859. Με δική του δωρεά κατασκευάστηκε η κλειστή αγορά της Αθήνας (Βαρβάκειος Αγορά), ενώ επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό της Καππαδοκίας, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Το Βαρβάκειο Λύκειο κτίστηκε κοντά στη σημερινή οδό Αθηνάς. Καταστράφηκε στα Δεκεμβριανά (1944). Σήμερα λειτουργεί γυμνάσιο και λύκειο με το όνομα Βαρβάκειος Σχολή σε νέο κτίριο στα όρια του Δήμου Αθηναίων και δήμου Παλαιού Ψυχικού.
   
Μαύρη  Μοίρα 
    Η Μαύρη Μοίρα, ήταν ένας στολίσκος πειρατικών σκαφών που συγκρότησαν αρματολοί της περιοχής του Ολύμπου και ορισμένοι Μακεδόνες και Θεσσαλοί. Ο στολίσκος αυτός έδρασε το 1807 στον θαλάσσιο χώρο των Βορείων Σποράδων και στο Θερμαϊκό μέχρι τη Λήμνο προς βορρά και μέχρι τον Καφηρέα προς νότο.
    Όταν τον Αύγουστο του 1807 ο ναύαρχος Σινιάβιν με το ρωσικό στόλο αποχώρησε από το Αιγαίο, αρκετοί Υδραίοι, Σπετσιώτες και κάτοικοι άλλων νησιών δεν ήθελαν να γυρίσουν στις πατρίδες τους, επειδή φοβούνταν τουρκικά αντίποινα. Σχηματίζοντας μικρούς στολίσκους με ορμητήριο τις βόρειες Σποράδες λεηλατούσαν πλοία με τουρκική σημαία.
    Την ίδια περίοδο ο Αλή πασάς, θέλοντας να εκκαθαρίσει τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία από τους αρματολούς, εξεστράτευσε εναντίον τους. Οι αρματολοί κατέφυγαν στις Βόρειες Σποράδες, όπου ενώθηκαν με τους πειρατές. Οι πιο σημαντικοί μεταξύ αυτών των αρματολών ήταν ο Γιάννης Σταθάς, ο Καψαβέρνης, Ο Θύμιος Βλαχάβας, ο Τσαχίλας, οι Λαζαίοι, ο Σύρος, ο Μεζιώτης, ο Ρομφαίης από τη Νάουσα, ο Βασίλης και ο Νικοτσάρας. Οργάνωσαν πολύ καλά τους πειρατικούς στολίσκους και τέθηκαν επικεφαλής τους. Πρώτοι καπετάνιοι αναδείχτηκαν ο Νικοτσάρας και ο Γιάννης Σταθάς. Έβαψαν τα πλοία τους μαύρα και τα πανιά με σκούρο χρώμα. Γι’ αυτό και ο στόλος τους πήρε το όνομα «Μαύρη Μοίρα».    
Ο περιηγητής Κουζινέρι γράφει ότι η Μαύρη Μοίρα αποτελούνταν από εβδομήντα πλοία
διαιρεμένα σε δέκα μοίρες. Κάθε μοίρα έφερε το όνομα των αρματολών που επέβαιναν
σ’ αυτήν, δηλαδή Μωριάς, Ρούμελη, Βάλτος, Όλυμπος, Άσπρη θάλασσα, Σκιάθος, Νάουσα, Κασσάνδρα κ.λ.π.
    Οι αρχικαπετάνιοι Σταθάς και Νικοτσάρας έκαναν ορμητήριό τους τη Σκιάθο, επετίθεντο και καταβύθιζαν κάθε τουρκικό σκάφος, σκοτώνοντας τα πληρώματα, ενώ εμβόλιζαν και βύθιζαν και πολεμικά πλοία, όπως κορβέτες και μπρίκια.
    Το Νοέμβριο του επόμενου χρόνου τουρκική ναυτική μοίρα βαρειών σκαφών, αποτελούμενη από φρεγάτες και μπρίκια, επιτέθηκε στη βάση των πειρατικών στη Σκιάθο. Ο τουρκικός στόλος υπέστη καταστροφή. Σ’ αυτό βοήθησε και αγγλική πολεμική φρεγάτα που έπλεε εκεί. Οι Τούρκοι επεδίωξαν τη συνδιαλλαγή. Έδωσαν αμνηστία στους πειρατές, οι νησιώτες γύρισαν στα νησιά τους, οι αρματολοί στα αρματολίκια τους και η Μαύρη Μοίρα διαλύθηκε. Όμως οι αρματολοί καθώς χωρίστηκαν, απομονωμένοι δέχτηκαν την επίθεση του Αλή πασά και μέσα σε τρία χρόνια εξοντώθηκαν όλοι.

Τέλος ένατου μέρους.