Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Βασίλης Γκάτσος : Η τραγωδία να είσαι ελαιοπαραγωγός Ερμιονίδας


Πέρσι ήταν ο δάκος που έριξε ταχύτατα την τιμή του λαδιού κάτω από τα 2 ευρώ. Η κακή ποιότητα έφερε και άλλα προβλήματα. Όταν ένας παραγωγός πουλάει "με τον τενεκέ", πώς να πουλήσει λάδι με οξέα, έστω και φτηνότερα;
Φέτος η ποιότητα ήταν πολύ καλή και η παραγωγή ικανοποιητική, αλλά η τιμή πήρε από νωρίς την κατηφόρα. Το λάδι που βγήκε μέχρι 20 Οκτωβρίου ήταν λίγο πάνω από τα 3 ευρώ και μετά κατρακύλησε ταχύτατα στα 2,3 ευρώ, και μετά χαμηλότερα. Οι παραγωγοί μιλούν για μια πτώση στην τιμή περί το 30% για το καλό λάδι.
Την ίδια στιγμή η τιμή καλού λαδιού στα σούπερ μάρκετ, λίγο επηρεάστηκε, κυρίως μέσω εκπτώσεων και προσφορών. Η βασική τιμή παρέμεινε στα 6 ευρώ το λίτρο.
Η πτώση τιμών αποδόθηκε στη διεθνή αγορά, και πράγματι, η τιμή του ισπανικού λαδιού πήρε και αυτή την κατηφόρα (γράφουν λόγω αύξησης δασμών από ΗΠΑ), ενώ του ιταλικού απλά μειώθηκε.
Πέραν αυτών το μόνιμο φαινόμενο είναι ότι το καλό λάδι στα ράφια έχει περίπου τριπλάσια τιμή από την τιμή παραγωγού. Και αν αυτό φαίνεται κάπως λογικό για φθαρτά αγροτικά προϊόντα (μανταρίνια, ντομάτες, μαρούλια κ.λ.π.), ξενίζει για λάδι που εύκολα αποθηκεύεται και συντηρείται για αρκετό χρόνο.
Η σχεδόν ανεπηρέαστη τιμή στο ράφι των σούπερ μάρκετ σημαίνει ότι ένας μεγάλος συνεταιρισμός (όπως του Μυλοποτάμου Κρήτης που πάντα έχει θέση στα ράφια) μπορεί και πληρώνει καλύτερα τον  συνεταιρισμένο του παραγωγό.
Ο εστί μεθερμηνευόμενον, ότι ο μεμονωμένος παραγωγός είναι εκτός αγοράς, ενώ εντός μπορεί να υπάρξει μέσω συνεταιρικών και εταιρικών σχημάτων και φυσικά τυποποίησης σε μεγάλη κλίμακα. Από μόνα τους, "ο κίτρινος χρυσός μας", "το ΠΟΠ μας" και το "ονομαστό λάδι Κρανιδίου" δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, χωρίς μυαλό, οικονομική σκέψη, σύμπραξη, επιστήμη κ.λ.π. Αντίθετα μπορούν να αποβούν "κάρβουνο που καίει", για όσους πιστέψουν ότι με ένα κτήμα και λίγους τόνους λάδι, αυτόματα ο "κίτρινος χρυσός" τούς εξασφαλίζει ένδοξη οικονομική πορεία στην αγορά, ιδιαίτερα στην ξένη.
Και να σημειώσουμε ότι πλέον όλες οι περιοχές της χώρας μας μαζεύουν τον καρπό πολύ νωρίς και βγάζουν εξαιρετικά αγουρέλαια. Όσο για τους Ιταλούς παράγουν από τα καλύτερα λάδια του κόσμου και είναι leaders στην αγορά, δεν εξαρτιώνται από το λάδι που παίρνουν από εμάς, αλλά το εκμεταλλεύονται, αφού εμείς είμαστε πολύ πίσω.

Για τον δικό μας παραγωγό, η μείωση της τιμής κατά 30% σημαίνει σκέτη καταστροφή.
Αν δεχθούμε ότι κάποιος έβγαλε 10 τόνους λάδι και τα έξοδά του είναι 10 000 ευρώ, αν το πουλήσει με περίπου 3,3 ευρώ το κιλό θα εισπράξει 33 000 ευρώ και θα του μείνουν 23 000 καθαρό εισόδημα.
Αν το πουλήσει με 2,3 ευρώ το κιλό, πάλι τα ίδια έξοδα θα έχει και θα εισπράξει 23 000 ευρώ, οπότε καθαρά θα του μείνουν 13 000. Αυτό σημαίνει ότι με πτώση τιμής 30%, επέρχεται πτώση καθαρού εισοδήματος ελαιοπαραγωγού  43,5% !
Τα έξοδα είναι ανελαστικά, πόσο μάλλον για όσους δεν διαθέτουν οικογενειακά χέρια, είναι μεγάλης ηλικίας, έχουν δύσκολους ελαιώνες σε πλαγιές κ.λ.π. Για τους πολλούς τα έξοδα είναι πολύ πιο πάνω, που σημαίνει ότι η πτώση του πραγματικού τους εισοδήματος είναι πολύ μεγαλύτερη από 43,5%. Και για να έχεις μέση ετήσια παραγωγή 10 τόνους λάδι, πρέπει να έχεις πάνω από 3000 ελαιόδεντρα, που μόνο να τα περπατήσεις, πάει η μέρα.

Καλό είναι λοιπόν ο Δήμος μας και οι Κοινότητες μας να ενσκύψουν στα πραγματικά προβλήματα των ελαιοπαραγωγών μας (οι μόνοι αγρότες που μας απέμειναν), οι οποίοι με την εργασία τους μάς χαρίζουν και τη μοναδική αισθητική εικόνα "της ασημίζουσας εις τον ήλιον θάλασσας των ελαιών μας", που είναι συνάμα και πυλώνας του όποιου τουριστικού μας προϊόντος. Με τη στενή έννοια, το θέμα δεν είναι αρμοδιότητά Δήμου και Κοινοτήτων, αλλά είναι και παραείναι, μέρος του στόχου που έχει ο Δήμος και οι Κοινότητές μας για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα στην επαρχία μας.
Να φροντίσουν, ώστε να απαντηθούν στην πράξη τα παρακάτω ερωτήματα:
Πώς πρέπει να οργανωθεί η ελαιοπαραγωγή στην Ερμιονίδα, ώστε να μειώσει το κόστος και να αποκτήσει βαρύνουσα θέση στην αγορά;
Ποια η συμμετοχή και η η ενίσχυση του Δημόσιου τομέα σε αυτή την προσπάθεια;
Πώς αρχίζουμε;

Βασίλης Γκάτσος