Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Απο την παρουσίαση του ¨Λόγια φτερά¨ στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κρανιδίου


Πήγαμε να γνωρίσουμε ένα νέο βιβλίο και μας συνεπήρε ο συγγραφέας..

Μάθαμε απο το βιογραφικό του  οτι γεννήθηκε  το 1966 στην Αθήνα, και ότι έχει τελειώσει τη Νομική Σχολή. Το 1993 εξέδωσε το Σοφό παιδί σε ηλικία 24 χρονών και από τότε έγινε επαγγελματίας συγγραφέας. Ακολούθησαν άλλα πέντε μυθιστορήματα και δεκάδες διηγήματα, που μεταφράστηκαν στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ισπανικά, στα τσεχικά, στα λιθουανικά, στα τουρκικά και στα εβραϊκά. Μετέφρασε ένα θεατρικό έργο και έγραψε το σενάριο για µία κινηματογραφική ταινία και µία τηλεοπτική σειρά.
Ο Χ.Α. Χωµενίδης εργάζεται και ως ραδιοφωνικός παραγωγός, κατοικεί πάντα στην Κυψέλη και επιμένει να ελπίζει στο καλύτερο.
Εμείς χαρήκαμε έναν αισιόδοξο άνθρωπο, προσιτό χωρίς ίχνος έπαρσης, καλό ακροατή μ ενα χαμόγελο σκανδαλιάρικου παιδιού..
Δεν έχουμε πολλές ευκαιρίες να συμμετέχουμε σε τέτοιες εκδηλώσεις στον τόπο μας πολύ περισσότερο να έρθουμε σε επαφή και να κουβεντιάσουμε με έναν συγγραφέα τέτοιου βεληνεκούς..
Συγχαρητήρια στους διοργανωτές.
Θα μπορούσαν μόνο να είχαν παρακάμψει λίγο το πρωτόκολλο μιας παρουσίασης βιβλίου για να μην χαθούμε στα τυπικά...
Είχε τόσο ενδιαφέρον η κουβέντα μαζί του.. 
Εχουμε ξεκινήσει να τον διαβάζουμε.
Με το '' Λόγια φτερά" μεταφερόμαστε στον 8ο π.Χ. αιώνα, λίγο προτού πεθάνει ο Τήνελλος,ο περίφημος αοιδός, διηγείται στον εγγονό του τη ζωή του: Τα παιδικά του χρόνια στα παράλια της Ιωνίας, την ένταξή του στην ακολουθία του προαιώνιου αοιδού Αναβάτη, το πέρασμά του από τις Μυκήνες κι από τους Ολυμπιακούς αγώνες, τους έρωτες, τα ταξίδια και τις μεταμορφώσεις του. Τις ηδονές που γεύτηκε, τα πάθη και τις συμφορές που –άθελά του;– προκάλεσε…
  Στο διαβάστε περισσότερα οι πρώτες σελίδες του βιβλίου


Θέλω να πω τη ζωή μου. Λαχταρώ να σου πω τη ζωή μου.

Πρώτη φορά μου γεννιέται μια τέτοια διάθεση. Παράξενο; Εγώ, που ήρθα στον κόσμο για να λέω ιστορίες, ποτέ έως τώρα σε κανέναν δεν διηγήθηκα τη δική μου ζωή. Μέρα με την ημέρα εννοώ, επιθυμία την επιθυμία, φόβο το φόβο… Ούτε καν στη γιαγιά σου. Ούτε και στον πατέρα σου. Καλά, εκείνος δεν είχε έτσι κι αλλιώς αυτιά για να με ακούσει. Αλλά και να’χε και να με ικέτευε ακόμα να του μιλήσω (με το ύφος έκθετου κουταβιού που ήξερε να παίρνει ώσπου να του γίνει το χατίρι), πολύ αμφιβάλλω αν θα ενέδιδα. Θα προτιμούσα να του αφηγηθώ τα ανδραγαθήματα κανενός ημίθεου, τις ερωτοδουλειές καμιάς νύμφης. Έφταιγε μάλλον που, σε αντίθεση με τις χιλιάδες -ναι τις χιλιάδες!- ιστορίες που ήξερα να τραγουδάω, η δικιά μου η ιστορία είχε μεν αρχή αλλά δεν είχε τέλος. Και δίχως τέλος απλώς δεν γίνεται. Πώς να βαδίσεις πάνω στο σκοινί, αν δεν τεντώνει κι απ’τις δυό του άκρες;

Και τώρα –θα ρωτήσεις- τι άλλαξε; Κατέχω μήπως πιά τον θάνατό μου; Αυτόν, μικρέ μου, τον κατακτάς μονάχα ενόσω σου συμβαίνει. Κι αφού σου’χει συμβεί, βρίσκεσαι πλέον πάρα πολύ μακριά ώστε να μπορείς να μιλάς με τους ζωντανούς…

Πληροφορήθηκα απλώς –σήμερα το πρωί- πως το τέλος ζυγώνει. Κι ένοιωσα ότι έχω τόσο χρόνο εμπρός μου όσο ακριβώς χρειάζομαι για να σου διηγηθώ. Το τέλος της ζωής μου, δηλαδή, θα συμπέσει με το τέλος της ιστορίας της ζωής μου.

Εσύ, εγγονέ μου, θα είσαι ο μοναδικός μου ακροατής. Εσύ θα κλείσεις έπειτα τα μάτια μου και θα περιποιηθείς το σώμα μου –το άδειο από πνοή κι από ιστορίες- και θα φροντίσεις να θαφτεί στην αυλή του σπιτιού μας. Και να σημαδευτεί η θέση του με το χελωνοκαύκαλο που κρατώ τώρα στα χέρια μου. Να το στήσεις κάθετα πάνω στο λάκκο μου και τακτικά να το ξεχορταριάζεις, να ξερριζώνεις τα ζιζάνια που θα προβάλλουν απ’τις τρύπες του, ώστε όποτε κανείς θα με θυμάται, να μπορεί μέσα τους να χύνει λάδι ή κρασί. Σπονδή…

Τι με κοιτάς; Το ξέρω ότι είσαι μόλις έντεκα χρονών. Και ξέρω επίσης πως μπορείς να το κάνεις.

Πώς το κατάλαβα σήμερα το πρωί ότι θα πεθάνω σύντομα; Μου το’πε πριν από πενηνταοχτώ χρόνια ένας μάντης στην Κύπρο. Ο Χοιρίλος.

Εγώ –στο έχω τονίσει κι άλλοτε- δεν εμπιστεύομαι ανεξάρτητους προφήτες και οιωνοσκόπους. Αν είχαν πράγματι το χάρισμα, θα στεγάζονταν σε κάποιο μαντείο, υπό την προστασία ενός θεού και δεν θα περιφέρονταν από τόπο σε τόπο, δήθεν για να διαβάσουν ολονών το πεπρωμένο, για να μην είναι –στην πραγματικότητα- παρόντες όταν θα αποδεικνύονται οι προβλέψεις τους κουραφέξαλα. Έχω διασταυρωθεί με πολλούς τέτοιους κατεργάρηδες στα ταξίδια μου, αλλάζουν κάθε τόσο όνομα και εμφάνιση και παριστάνουν ότι δεν σε ξέρουν και άμα τους θυμήσεις πού τα πίνατε μαζί, τότε το ρίχνουν εντελώς στην τρελλή, «πέθανα και ξαναγεννήθηκα» σου δηλώνουν θρασσύτατα «ήμουνα άντρας κι έγινα γυναίκα και ύστερα πάλι άντρας, έβγαλα λέπια και φτερά, γέννησα μαύρα αυγά!» οι ψευτο-Τειρεσίες της συμφοράς κι αρχίζουν να παραληρούν και να σουρομαδιούνται, πέφτουνε τάχα σε έκσταση, φτάνουν καμιά φορά και να αυτοτραυματίζονται προκειμένου να πείσουν, ένας –θυμάμαι- δάγκωσε τόσο δυνατά τη γλώσσα του που μισογέμισε ένα κύπελλο με αίμα, το χρυσό κύπελλο ενός γέροντα εφοπλιστή συγκεκριμένα κι εκείνος, έκθαμβος, του το χάρισε, γιατί δεν έχει –δυστυχώς, εγγονέ μου- η βλακεία ηλικία…

Ο Χοιρίλος όμως ήταν άλλη περίπτωση. Κατ’αρχήν δεν περιπλανιόταν –δεν είχε φύγει, για την ακρίβεια, από την πατρίδα του ποτέ, ίσως δε ούτε καν από τη γειτονιά του. Κόσμος και ντουνιάς κουβαλιόταν να τον δει από όλο το νησί κι από τα αντικρινά παράλια. Μα εκείνος –που να έρχονταν τα πάνω κάτω- δεν άνοιγε την πόρτα του σε περισσότερους από έξι νοματαίους κάθε χάραμα και δεν δεχόταν πολύτιμα δώρα, παρά μονάχα το φαϊ και το νερό που του ήταν απαραίτητα για την ημέρα. Υπήρχαν άνθρωποι που ξεροστάλιαζαν επί βδομάδες έξω απ’το πλίνθινο σπιτάκι του κι άλλοι που έφευγαν άπραγοι κι επέστρεφαν με την ελπίδα πως θα ευδοκήσει να τους δεχτεί… Εγώ στάθηκα τυχερός - με πήγε συστημένο ο οικοδεσπότης μου, στον οποίον ο Χοιρίλος χρωστούσε κάποια μεγάλη χάρη. Δεν είχα –να σου πω την αλήθεια- και καμιά κάψα να ενημερωθώ γιά τα μελλούμενά μου, κυρίως με κέντριζε σαν αξιοθέατο - ό,τι άλλωστε απασχολεί τον λαό επιβάλλεται να αφορά κι εμάς, βασικός κανόνας αυτός του επαγγέλματός μας…

Δεν είχε καλοφέξει σαν εμφανίστηκε ο Χοιρίλος στο κατώφλι. Πώς όταν πετάς λίγο ψωμί στη λίμνη κι ακαριαία εφορμούν ντουζίνες πάπιες; έτσι τον περικύκλωσαν κι εκείνον εν ριπή οφθαλμού οι επίδοξοι πελάτες του. Σήκωσε τη μαγκούρα για να τους απομακρύνει και να μπορέσει να τους μετρήσει με το βλέμμα. Το βλέμμα του έμοιαζε μισόσβηστο κάτω από δυό δασύτατα μαύρα φρύδια –παρόμοια με μικρά μουστάκια. Έβλεπε ωστόσο εξαιρετικά. Αμέσως διέκρινε τον οικοδεσπότη μου στο βάθος και του’γνεψε να πλησιάσει. «Καλώς όρισες, άρχοντα!» τον αγκάλιασε. «Τι ήρθες όμως να μάθεις; Δεν στο’χω ζωγραφίσει το ριζικό σου με όλο το φως και το σκοτάδι του;» «Δεν πρόκειται για μένα αλλά για ετούτον εδώ τον παίδαρο!» είπε ο οικοδεσπότης μου και με παρουσίασε όπως ακριβώς θα το’κανε για έναν ερωμένο του. (Με ορεγόταν από την πρώτη στιγμή - δεν είχε γίνει ευτυχώς ποτέ πιεστικός απέναντί μου – περισσότερο μάλλον του άρεσε να πείθει τους άλλους ότι με ξαπλώνει στο κρεββάτι του παρά να απολαμβάνει ο ίδιος τα θέλγητρά μου…) Χαιρέτισα τον Χοιρίλο με τον προσήκοντα σεβασμό -αγγίζοντας πρώτα την κορυφή του κεφαλιού μου και ύστερα τη ράχη της παλάμης του, όπως το συνηθίζουν στην Κύπρο- κι εκείνος με οδήγησε στην πίσω αυλή του σπιτιού του, που ήτανε χωρισμένη με κάτι ψηλές, ξύλινες σανίδες σε έξι θαλαμίσκους - τρεις από εδώ, τρεις από εκεί, με έναν στενό διάδρομο στη μέση. «Έμπα και κάν’τα κι όταν νοιώσεις άδειος, φώναξε με!» μου είπε.

Δεν είχα ως τότε ρωτήσει για τις μεθόδους που εφάρμοζε ο Χοιρίλος - υπέθετα ότι θα διάβαζε το μέλλον σαν τους περισσότερους, παρατηρώντας το πέταγμα των πουλιών είτε εξετάζοντας τα σπλάχνα απ’τα σφαχτάρια. Πού να το φανταστώ πως θα βρισκόμουν στα άδυτα του πρώτου και μοναδικού στον κόσμο κοπρομαντείου;

Οι θαλαμίσκοι κατελήφθησαν μέχρι να πεις κίμινο. Και μολονότι οι σανίδες και οι ψάθινες κουρτίνες που κρέμονταν μπροστά σου σε απήλασσαν από την οπτική επαφή με τους υπόλοιπους, οι ήχοι και οι οσμές σε ενημέρωναν πλήρως σχετικά με τις προόδους τους. Δεν θα εκπλαγείς –πιστεύω- εγγονέ μου, εάν σου πω ότι κάποιοι βιώνουν το άδειασμα των εντέρων τους ως μαρτύριο –ιδρώνουν και βογκούν και φουσκώνουν οι φλέβες τους και βλαστημάνε μεσ’απ’τα σφιγμένα δόντια τους- ενώ κάποιοι άλλοι φτάνουν αποπατώντας στο απόγειο της ηδονής και ζευγαρώνουν τους πόρδους τους με θριαμβευτικότατες κραυγούλες, που αντίστοιχές τους δεν πιστεύω να αφήνουν ούτε καν τη στιγμή του οργασμού.

Εγώ δεν ανήκα σε καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες. Αντιμετώπιζα ανέκαθεν το χέσιμο σαν την απλή ικανοποίηση μιάς φυσικής ανάγκης – με είχε διδάξει από νήπιο η μαμά μου να τα κάνω σεμνά και ταπεινά και ει δυνατόν αθόρυβα, τηρώντας απαρεγκλίτως τους κανόνες της υγιεινής. Αυτό και έπραξα μεσ’στο κοπρομαντείο του Χοιρίλου: Βούλωσα τα αυτιά και τα ρουθούνια μου, κατάφερα να αυτοσυγκεντρωθώ και να παραγάγω μια κουράδα, η οποία γλύστρησε αργά και προσγειώθηκε στο πιάτο που ήταν επί τούτου τοποθετημένο από κάτω μου.

Προτού να ειδοποιήσω τον Χοιρίλο γύρισα και την είδα και απογοητεύτηκα οικτρά: Μού φάνηκε εντελώς ανάξιά μου, τελείως κοινή - στρογγυλεμένη και ομοιόμορφη και ομοιόχρωμη, σαν να’χε βγει απ’τον κώλο κανενός σκυφτού αγρότη, κανενός υπάκουου δούλου… «Τι συμπέρασμα θα σχηματίσει σχετικά με την προσωπικότητα μου από ετούτο εδώ το μουστοκούλουρο;» αναρωτήθηκα κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή αδιαφορούσα στην ουσία για τον Κύπριο μάντη, με έπιασε ξαφνικά αγωνία. Σφίχτηκα μπας και καταφέρω κάτι ακόμα - του κάκου… Μού πέρασε έπειτα από το μυαλό να την εξαφανίσω κατά κάποιον τρόπο και να γλυτώσω έτσι εντελώς από την κρίση του επικαλούμενος χρόνια δυσκοιλιότητα - η νεανική φιλοπρωτία μου θα με έκανε ίσως ικανό και να την καταπιώ ακόμα τη μέτρια κουράδα… Δεν πρόφτασα ευτυχώς, διότι η κουρτίνα παραμέρισε και ο Χοιρίλος με πρόσταξε –σε τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις- να του παραδώσω το πιάτο.

Τον ακολούθησα στο εσωτερικό του σπιτιού και τον παρακολούθησα να την εξετάζει εμβριθέστατα, σκαλίζοντας και τεμαχίζοντάς την και ρίχνοντας επάνω της σταγόνες άγνωστων σε μένα υγρών. Η έκφραση του κάθε λίγο άλλαζε, σήκωσε τελικά το κεφάλι και με αντίκρισε μ’ένα κράμα πατρικής στοργής και θαυμασμού:

«Σ’αυτό που κάνεις» μου’πε «αγόρι μου, θα θριαμβεύσεις! Παντού θα σε καλούν κι όπου κι αν φτάνεις θα σε καλοδέχονται! Με το τραγούδι θα μαγεύεις τους ανθρώπους όσο ποτέ κανείς πριν από σένα! Οι οικοδεσπότες θα σου κόβουν τους πιο νόστιμους μεζέδες, θα σε κοιμίζουν στα πιο μαλακά στρωσίδια και όποια και αν λαχταράς παρέα θα’ρχεται και θα σου ζεσταίνει το κρεββάτι! Όμως… Όμως… Στα μισά του δρόμου, θα χαθείς κι από τον κόσμο σου κι από τον ίδιο σου τον εαυτό! Θα σε κοιτάνε και δεν θα σε βλέπουν πλέον, θα φτάνει η φωνή τους στα αυτιά σου αλλά δεν θα σε ακούνε… Θα πρέπει όλα να τα ξαναφτιάξεις από την πρώτη-πρώτη τους αρχή… Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»

«Όχι…» ομολόγησα.

Έσκυψε πάλι πάνω απ’την κουράδα μου και με τα δάχτυλα τη ζύμωσε ελαφρά. Εάν δεν σε έπειθε ότι συνομιλούσε με το πεπρωμένο, θα’ταν απλώς αηδιαστικός.

«Θα τα καταφέρεις!» μου ανήγγειλε. «Θα ανθίσει ό,τι σπείρεις και θα θεριέψει ο καινούργιος κήπος σου, τόσο που θα σε αιχμαλωτίσει. Μην το φοβάσαι - ωραία θα’ναι. Θα ευφραίνεσαι να τον ποτίζεις και να δρέπεις τους καρπούς του. Φεγγάρια και φεγγάρια θα περάσουν… Κι όταν μια μέρα -κάποτε- χιονίσεις, τότε ετοιμάσου.»

«Χιονίσω;» απόρησα.

«Ναι. Μόλις βγούν από μέσα σου οι λεύκες νιφάδες, παράγγειλε το σάβανό σου…»

Δεν καταδέχθηκε να προσθέσει τίποτα - τον περίμενε άλλωστε ανυπόμονα ο επόμενος πελάτης, ένας Αιγύπτιος μεγαλέμπορας με χρυσοποίκιλτο χιτώνα και με το πιάτο του να ξεχειλίζει…

Ό,τι προέβλεψε ο Χοιρίλος βγήκε αληθινό. Όπως βέβαια συμβαίνει συνήθως με τις προφητείες, πρώτα εκπληρώνονταν κι ύστερα αντιλαμβανόμουν εγώ το ακριβές τους νόημα. Κι όσο τον έβρισκα σωστό, ανησυχούσα για την τελευταία του φράση, τη σχετική με το θανατό μου.

Για τι σόι χιόνι μιλούσε; Άμα εννοούσε το σπέρμα μου, εκείνο τιναζόταν σαν αχνιστό μάλλον αφρόγαλα και χάριζε χαρά σε μένα (και σε άλλους συνήθως) ζαμάνια πριν να επισκεφτώ την Κύπρο. Όταν άρχισαν τα μαλλιά μου να ασπρίζουν - νωρίς σχετικά, γύρω στα τριανταπέντε- τρομοκρατήθηκα. Για ένα διάστημα ξύριζα το κεφάλι μου για να ξεγελάσω τη μοίρα – όμως η φαλακρή μου όψη με έθλιβε κι έτσι τα άφησα σιγά-σιγά να ξαναμεγαλώσουν δίχως να απειληθεί η ζωή ούτε να κλονιστεί καν η υγεία μου στο ελάχιστο…

Γερνώντας, η κουβέντα για το χιόνι με απασχολούσε ολοένα και λιγότερο. Όταν γεννήθηκες εσύ, εγγονέ μου, τότε σε σήκωσα ψηλά κι είπα στον ουρανό «όποτε θες, χιονίζουμε μαζί!» Έφτασα δηλαδή από τον ενθουσιασμό στην ύβρι. Και φυσικά τιμωρήθηκα: Δεν πέρασε ένας μήνας και πέθανε η γιαγιά σου. Άπλωσα μεσ’στον ύπνο μου το χέρι να την αγκαλιάσω και η παγωνιά των μελών της με τίναξε και ο βρυχηθμός που άφησα ήταν τόσο σπαραχτικός, ώστε οι άνθρωποι φοβήθηκαν στην αρχή να ζυγώσουν. Εκείνο το χειμώνα δεν μίλησα σε κανέναν. Περιπλανιόμουν στις εξοχές, σκαρφάλωνα στους βράχους και κοιτούσα τη θάλασσα, δεν τόλμαγα ωστόσο να σαλτάρω… Στο τέλος κρυολόγησα άσχημα και κρεββατώθηκα. Και μεσ’στο ρίγος του πυρετού συνειδητοποίησα –με ντροπή- πόσο το λαχταρούσα να ζήσω κι έταξα στον Ερμή (που πάντα τον λογάριαζα πιο κοντινό μου από όλους τους θεούς) τρία κατσικάκια βυζανιάρικα αν με γιάτρευε…

Κι έτσι συνήλθα και συνέχισα για μια δεκαετία ακόμα ακάθεκτος και ξαναφούντωσαν οι παλιές φήμες περί της δήθεν αθανασίας μου, φήμες που ετούτη τη φορά τις ενθάρρυνα, αφού δεν συνεπαγόνταν πλέον παρά το γενικό σεβασμό και πάσης φύσεως περιποιήσεις… Σε λίγο όμως οι φήμες θα διαλυθούν όπως τα σύννεφα κι ο θάνατος –χώρα χτισμένη με τα πιό μυστήρια υλικά- θα ξεπροβάλει πίσω τους. Σήμερα το πρωί, εγγονέ μου, χιόνισα.

Να, δες τα! Είναι κάτασπρα! Παράξενα δεν είναι; Άνοιξε τα ρουθούνια σου και μύρισε τα – σε τίποτα δε μοιάζουν με ανθρώπινα σκατά – ανήκουνε αλλού – εκεί που σύντομα θα ταξιδέψει ο παππούλης σου!

Πριν σ’αποχαιρετήσω όμως, θα σου πω την ιστορία μου