Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Τριάντα επτά καβαλάρηδες αλόγων, μπροστάρηδες.

Του Βασίλη Γκάτσου
Από μεράκι και αγάπη στο άλογο, 37 συμπατριώτες μας συντηρούν θαυμάσια άλογα και η εμφάνιση του «Εφίππου Τμήματος Ερμιονίδας», σκορπά συγκίνηση και ελπίδα.

Όσοι έχουμε ασχοληθεί με «ζα» (εννοώ άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια για να μη πάει πουθενά αλλού ο νους σας), γνωρίζουμε τον κόπο που έχουν και την καθημερινή φροντίδα και μέριμνα που απαιτούν. Έχουμε όμως πάρει την αγάπη τους και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες τους.

Διάβασα ότι είναι μια «αναβίωση», ότι με την παρουσία τους «αναβίωσαν» το ζωοπάζαρο στη γιορτή των Αγίων Αναργύρων, ότι ξύπνησαν μνήμες με το πέρασμά τους από τα δρομάκια της Ερμιόνης.

Δεν συμφωνώ. Πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ελπιδοφόρο.

Στην αγροτική κοινωνία που ευτύχησα να μεγαλώσω ήταν τιμή και καμάρι το να έχεις ζα και κυρίως
άλογα. Τιμή και καμάρι ήταν να τα ιππεύεις, να τα περιποιείσαι, να τα πηγαίνεις στο σαμαρτσίδικο, να τους ετοιμάζεις την τροφή, να καθαρίζεις τους στάβλους από τις μπάγκλες. Το τελευταίο βέβαια όχι ευχάριστο, αλλά αναγκαίο. Αργότερα ο αστικός πολιτισμός και η αστυφιλία επιβάλλανε (μέσω φυσικά της παιδείας) την γενική περιφρόνηση σε κάθε τι που θύμιζε αγροτική κοινωνία και αγροτική ζωή. Όποιος είχε ρόζους στα χέρια από τη τσάπα, τους έδειχνε με καμάρι. Αργότερα τους έκρυβε από ηλίθια ντροπή που επέβαλε ο αστικός πολιτισμός ελληνικού τύπου και η παιδεία του. Ντροπή να φτιάχνουμε το ψωμί μας, το κρασί μας, να μαζεύουμε τις ελιές, να έχουμε κότες, να βάζουμε λίγα κουκιά, να διατηρούμε ένα μικρό μποστάνι. Τιμή μας να τα αγοράζουμε, να μας βλέπουνε ότι έχουμε χρήμα.

Θα έχετε βέβαια παρατηρήσει ότι τα ελληνικά τζάκια με πρώτο το Μητσοτακέικο καλλιεργούσαν τα κτήματά τους και διατρέφονταν μόνο με αχνά δικά τους προϊόντα. Έβγαζαν κρασί και λάδια και κρέατα και μοίραζαν με υπερηφάνεια σε συγγενείς και φίλους. Θα βλέπετε βέβαια ότι το ίδιο γίνεται και στα πλούσια εξοχικά της Ερμιονίδας, ασχέτως αν τη δουλειά την κάνουν Πακιστανοί.

Πιστεύω ότι αυτό θέλουν να μας πούνε και οι συμπατριώτες καβαλάρηδες. Να γυρίσουμε στην παλιά υπερηφάνειά μας και συλλογικότητα χωρίς ίχνος ντροπής. Άσχετα από το επάγγελμά μας, να καλλιεργούμε τα κτήματά μας, να φτιάχνουμε λάδι και κρασί και ψωμί δικό μας και στη συνέχεια αχνά προϊόντα για πούλημα. Ότι ελεύθερος χρόνος δεν είναι το καφενείο και η καφετέρια και η ξάπλα, αλλά ο ιδρώτας στο κτήμα, έστω και για διασκέδαση και γυμναστική. Ότι οι κάλοι στα χέρια από τη καλλιέργεια της γης μας πρέπει να επιδεικνύονται με υπερηφάνεια και όχι οι κάλοι στα μυαλά. Γιατί οι κάλοι είναι προορισμένοι να βγαίνουν και, όταν δεν βγαίνουν στα χέρια, βγαίνουν στο μυαλό.

Να θυμίσω ότι οι παλιοί ντόπιοι δάσκαλοι Δημοτικού και Γυμνασίου ήταν και καλλιεργητές της γης τους και μάλιστα φανατικοί, γι’ αυτό και δίδασκαν τα γράμματα της τίμιας εργασίας. Είχαν κάλους στα χέρια και όχι στα μυαλά.

Από τη μεριά μου θέλω να ευχαριστήσω τους συμπατριώτες μου, που με τα άλογά τους, μας έδωσαν σιωπηρώς το παράδειγμα.

Έρρωσθε,

Βασίλειος Γκάτσος