Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Ταξίδι θαλασσινό "φόρος τιμής" στις εποχές που αφήσαμε

 Μια πολύ καλή μέρα για ένα μπλογκ είναι όταν ένας τόσο γλυκός και ευαίσθητος συμπολίτης μας όπως ο Γιάννης ο Σπετσιώτης, καταθέτει μέσα από αυτό την ψυχή του.
  Επειδή είναι εκτός από κατάθεση ψυχής και μια καταγραφή του χθες στην Ερμιόνη, εμείς διακριτικά «κλέβουμε» την αναφορά του στις «μπανιέρες», για να στολίσει τις ετικέτες μας «Ερμιόνη οι άνθρωποι και η ιστορία της»
 Σ ευχαριστούμε, μας συγκίνησες Γιάννη..
Αναρτήθηκε στο  "Ερμιονίδα: μας αρέσει δεν μας αρέσει"

Ψάχνοντας τις μπανιέρες και τα ονόματά τους
Η περιγραφή μιας διαδρομής που ξεκινούσε μέσα από μια βαθιά αφετηρία.

• Μαγκούλα, η αφετηρία.

Στο γνωστό κολπίσκο έκαναν το μπάνιο τους τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα και όσα έμεναν στα περιβόλια της γύρω περιοχής.

Οι περισσότερες γυναίκες έπεφταν στη θάλασσα με τις λουλουδάτες ή τις μονόχρωμες ρόμπες, τα νυχτικά, τα ροζ υφασμάτινα κομπινεζόν που φούσκωναν στο νερό, αλλά και με το φακιόλι στα μαλλιά για να μην τους βραχούν.

Οι άντρες κολυμπούσαν με τα σώβρακα που έφταναν μέχρι τα γόνατα. Αέρας κομψότητας και άνεση
κυκλοφορίας για την περίσταση. Πρόκληση θυμιδίας.

• Το βαγόνι. Μαζευόμαστε τα αγόρια για να κάνουμε τις βουτιές, όταν είχαμε χορτάσει το μπάνιο και θέλαμε το κάτι άλλο. Η τοποθεσία ήταν ιδανική.

• Η Σκάλα. Ίδια γεύση. Βουτιές, μακροβούτια, φύσημα, λίλιμα, πατητές, φλόμο!

• Η μπανιέρα στο Γκουρουμέσι ή η μπανιέρα του Παύλου.

Ο μεγάλος βράχος στη μέση του κατηφορικού τοπίου, σήμερα είναι σπίτια με ωραία θέα, δέσποζε στην περιοχή και της είχε δώσει το όνομά του. Στα αρβανίτικα γκουρ-μέσι, πέτρα μεσαία ή πέτρα στη μέση, ελληνικά Γκουρουμέσι. Ήταν ακριβώς κάτω από το περιώνυμο καφενείο του Παύλου Οικονόμου, όπου σήμερα έχει το σπίτι της η Ευγενία, η κόρη του, που ήταν συμμαθήτριά μου.

Ο βράχος αυτός ήταν σχεδόν ιερός, κάτι σαν σύμβολο!

Τον θυμάμαι να μοιάζει από μακριά με τεράστιο ανθρώπινο κεφάλι που ξεχώριζε η πελώρια μύτη του. Αυτή την εικόνα είχε δημιουργήσει και αποθηκεύσει το μυαλό μου. Εδώ στο βράχο, καθώς μου διηγήθηκαν και οι παλαιότεροι μαζεύονταν όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια και έπαιζαν διάφορα παιγνίδια, πολλά χρόνια πριν την κατοχή. Έπαιξα κι εγώ εκεί. Όταν φτιάχτηκε ο περιφερειακός δρόμος, η μεγάλη πέτρα κύλησε προς τη θάλασσα και χωρίστηκε σε τρία κομμάτια που υπάρχουν μέχρι σήμερα και φαίνονται στο βυθό. Σ’ ένα από αυτά, που έπεσε στη μπανιέρα μας αναφέρεται και η Ρίνα νοσταλγικά ξεδιπλώνοντας τη δική της σχέση, τις δικές της εμπειρίες. Στη μπανιέρα λοιπόν του Γκουρουμέσι ή του Παύλου, μόλις έκλειναν τα σχολεία, άτακτα στίφη από Ταξιαρχιώτες, Μυλιώτες, παιδιά του πάνω μαχαλά και της λαρτανίας, από τα Καραβανέϊκα, αλλά και Μαντρακιώτες και… αδέσποτα, ο περισσότερος παιδόκοσμος της Ερμιόνης μαζευόμαστε εκεί. Για να πάρουμε τη θέση μας στην πιο ξακουστή μπανιέρα του τόπου μία με μιάμιση ώρα, πριν τις 12, για ν’ αρχίσει το μεγάλο πανηγύρι! Φορούσαμε όσοι είχαμε τα μπανιερά μας, έτσι έλεγαν τότε τα μαγιό, ενώ οι άλλοι έκαναν για μπανιερό το μαύρο, τις περισσότερες φορές, ή το άσπρο σωβρακάκι (σορτσάκι) που φορούσαμε στις γυμναστικές επιδείξεις που γίνονταν την τελευταία βδομάδα του σχολικού χρόνου.

-Φόρεσε βρε εκείνο το σωβρακάκι που έκανες γυμναστικές επιδείξεις και πήγαινε για μπάνιο.

-Καλέ αυτό κολάει επάνω με τη θάλασσα και…

- Κι επειδή; Κλεμμένα τάχεις;

Κάτι ανάλογο γινόταν και με τις χειροποίητες αυτοσχέδιες πάνινες τσάντες ορισμένων παιδιών,
που τις είχαν γαζώσει οι μανάδες, για να βάλουν τα σχολικά πράγματα.

Τις τσάντες αυτές τα παιδιά τις έπαιρναν στο ψάρεμα. Άδειαζαν τα «γράμματα» μολύβια και τετράδια μόλις έκλεινε το σχολείο και τις γέμιζαν με καρτσίνες, κηρίριζες, πορφύρες και άλλα δολώματα.

Εκεί έχωναν και τα ψάρια που έπιαναν. Και για να επανέλθουμε.

Στα κορίτσια οι μανάδες ήταν περισσότερο αυστηρές.

- Κοίταξε, μόλις βγεις από τη θάλασσα να έχεις το νου σου, να ρίξεις αμέσως την πετσέτα πάνω σου και να σκεπάσεις τα πόδια. Μην κάθεσαι έτσι… και σε κοιτάζουν όλοι. Είδα εκείνον τον..... να έχει ανοίξει το στόμα να! σαν χάνος και να σε κοιτάει! Θα σε φάνε με τα μάτια τα αγόρια που κολυμπάτε μαζί. Πρόσεχε, έχε το νου σου. Μη δίνεις δικαιώματα!

Ήταν υπέροχες οι στιγμές του μπάνιου! Παιδικά σωματάκια κοκαλιάρικα τα περισσότερα, υγιή, καρκανιάρικα, αραδιασμένα στα βράχια. Κορμιά εφήβων σφριγηλά, δυνατά μαυρισμένα!

Άνθη όλα της θάλασσας που την έραιναν καθημερινά! Και εσύ; Ζούσες λίγες ώρες με αυτούς
που αγαπούσες και θαύμαζες, που ήσαν έτοιμοι να σε βοηθήσουν με τη θέρμη οικογενειακής υποστήριξης αν τους χρειαζόσουν, όταν κάποιος άδικα σε είχε πειράξει. Ήσαν οι ίδιοι άνθρωποι,
που οι πιο δυνατοί από σένα σου έκαναν «πατητές» στα ξαφνικά μια και δυο και τρεις φορές συνέχεια, μέχρι να σκάσεις και να σε πάρουν τα κλάματα. Σε χόρταιναν θαλασσινό νερό, που το έβγαζες χωρίς να το θέλεις, με βουλωμένα τα αυτιά σου από τη μύτη και το στόμα!

Όταν τα ζητούμενα άλλαξαν και οι ανθρώπινες σχέσεις διαμορφώθηκαν αλλιώτικες, ανάλογα

με το δρόμο που τράβηξε ο καθένας, οι ευτυχισμένες μνήμες παρέμειναν φυλαγμένες, για να

μην σκορπίσουν στη λήθη.

• Τα Μαντράκια.

Έκαναν μπάνιο όσοι είχαν κοντά τα σπίτια τους, εκεί στη θάλασσα.

• Ο μαστρο- Γιάννης.

Η μικρή αμμουδιά που ήταν κάτω από το ξυλουργείο, είχε το όνομα του πρωτομάστορα που έφτιαχνε καταπληκτικές βάρκες και διάφορα άλλα σκαριά. Εδώ κολυμπούσαν οι γείτονες και κάπως παράμερα νεαρά αγόρια και κορίτσια που είχαν συμπληρώσει τα 15 ή 16 χρόνια και είχαν βγει στην «τριφερίτσα», όπως λέμε στον τόπο μας.

• Το Κουλούρι.

Είναι το μέρος λίγο πριν φτάσουμε στην ταβέρνα του Τζιέρη ερχόμενοι από τα Μαντράκια, με την πλατιά πέτρα για άνετη ηλιοθεραπεία. Δεν μπόρεσα να μάθω γιατί λέγεται έτσι. Κάποιοι την ονόμαζαν και «χού-ντ-ζα» (μυτούλα), γιατί έμοιαζε με μύτη.

• Η Συκιά.

Το δέντρο που υπάρχει εκεί έδωσε το όνομά του στην τοποθεσία.

• Το μαδέρι.

Εδώ αρχίσαμε να ερχόμαστε για μπάνιο, απ’ ότι θυμάμαι στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Τότε άνοιξαν το δρόμο και έφτιαξαν μια τσιμεντένια μικρή βάση με ξύλινο μαδέρι, για να κάνουμε βουτιές.

• Ο Άγιος Γιάννης.

Είχε μόνιμους επισκέπτες και

μέχρι σήμερα συμβαίνει το ίδιο.

• Το πρώτο παγκάκι και τα διπλά παγκάκια ( πρώτη μπανιέρα στο Μπίστι).

Ηγετική μορφή εκεί, ο Νίκος Σαρρής. Ωραίος, μαυρισμένος με ένα επιτελείο είκοσι περίπου φίλων, τότε τη δεκαετία του ’60. Τώρα, εμείς, εδώ και σαράντα περίπου χρόνια. Ατέλειωτες συζητήσεις, περιστατικά… εντυπώσεις, μνήμες, εμπειρίες, λόγια άπειρα, τότε και τώρα.

• Η Σπηλιά (δεύτερη μπανιέρα στο Μπίστι)

Στέκι ερωτευμένων και άλλων… ύποπτων καταστάσεων.

• Η αμμουδιά του Μύλου.

Τα ίδια πράγματα. Εδώ απέφευγες τις περίεργες ματιές και τα… επαινετικά σχόλια.

• Κατάκαβα.

Μπροστά στο Φανάρι στο Μπίστι.

• Το καραβάκι.

Η μικρή αμμουδιά, αμέσως μετά το Φανάρι καθώς στρίβουμε για το λιμάνι. Κολυμπούσαν προσωρινά κάποιοι επισκέπτες της Ερμιόνης, που δεν γνώριζαν την περιοχή.

Κολυμβητική Παιδεία

1.Όσα παιδιά δεν μπορούσαν να μάθουν εύκολα μπάνιο και ήσαν αθάρρευτα με το θαλασσινό νερό, είχαν τα σωσίβιά τους.

Δύο μεγάλες κίτρινες κολοκύθες δεμένες με σκοινί γύρω από τη μέση, για να μπορούν έτσι άφοβα να επιπλέουν. Αυτή η διαφορετικότητα πολλές φορές έδινε αφορμή για κοροϊδίες και υποτιμητικά σχόλια.

-Ου βρε φοβιτσιάρη, τζίτζο τι τις θέλεις τις κολοκύθες; Δεν ξέρεις μπάνιο;

2. Μερικά παιδιά που δεν είχαν μάθει ακόμα να κολυμπούν καλά, κουβαλούσαν μαζί τους το αθάνατο. Ήταν ένα ξύλο ελαφρύ, γύρω στο 1,20 μ. που έπλεε με ευκολία, κορμός από το φυτό αγάβη ή αγαύη, το γνωστό αθάνατο. Η τάξη μας κατά το σχολικό έτος 1956-57, φύτεψε όλα τα αθάνατα που είναι στο Μπίστι . Το κρατούσε λοιπόν το παιδί με απλωμένα τα δυο του χέρια, μπροστά από το πρόσωπό του και χτυπώντας τα πόδια του προχωρούσε. Όταν το αθάνατο ήταν μακρύ, μπορούσαν σ’ αυτό να ακουμπήσουν δύο ή τρία παιδιά και τότε η θέση τους εκείνη γινόταν πηγή έμπνευσης και η φαντασία τους οργάνωνε όμορφα παιγνίδια.

3. Οι τυχεροί και αυτοί ήσαν λίγοι, είχαν τη «σαμπρέλα», τον ελαστικό στρογγυλό σωλήνα από τις ρόδες των αυτοκινήτων. Ο ιδιοκτήτης του καθότανε στη μέση σαν κυβερνήτης σκάφους και οι υπόλοιποι, με τη δική του συγκατάθεση πάντα, πιανόμαστε γύρω-γύρω και ξανοιγόμαστε στα βαθιά. Κάποιες φορές είχαμε πετύχει το στόχο να φτάσουμε απέναντι στο Μαυρονήσι και να επιστρέψουμε με τον ίδιο τρόπο. Περισσότερο από 3 ώρες κολύμπι, αν θυμάμαι καλά και σε ηλικία 13-14 χρόνων. Η αγωνία των δικών μας ανθρώπων όταν δεν επιστρέφαμε στην ώρα μας, έφτανε στο κατακόρυφο. Όσα επακολουθούσαν τα έχουμε περιγράψει άλλη φορά.

γώ δεν είχα ποτέ σαμπρέλα, αν και ο θείος μου ο Βλάσης Βρεττός είχε αυτοκίνητο. Δεν μου έδινε, για να μην πνιγώ. Φαίνεται αυτή ήταν η άδηλη συμφωνία με τους γονείς μου.

4. Εκείνα τα αγόρια που ήξεραν καλό μπάνιο, κολυμπούσαν με «πάσες», έτσι λέγαμε στην Ερμιόνη την κίνηση των χεριών που μοιάζει κάπως με το ελεύθερο στην αθλητική κολυμβητική ορολογία.

Σε ορισμένα μέρη τις πάσες τις λένε «απλωτές», ενώ τα πόδια χτυπούσαν ρυθμικά και με δύναμη πάνω-κάτω το νερό για να προχωρήσουν.

Τα κορίτσια κολυμπούσαν μ’ έναν πολύ όμορφο ρυθμικό τρόπο, που μοιάζει πολύ με το πρόσθιο των αθλητριών της κολύμβησης. Τα χέρια άνοιγαν σε όλη τους την έκταση μπροστά από το στήθος και τα πόδια ανοιγόκλειναν με ρυθμικότητα, όπως οι αντικριστές λεπίδες του ψαλιδιού.

Όμως κάποια κορίτσια οι γονείς τους, δεν τα άφηναν να κολυμπήσουν. Η μητέρα κι η γιαγιά τους έλεγαν: Που-του-ρα-τα, μπίνιεν μπάνιο.( οι π-τ-ν-ς κάνουν μπάνιο)

Άλλοι έκαναν «τάβλα» ύπτιο και χτυπώντας με δύναμη τα πόδια δημιουργούσαν αφρούς όμοιους με αυτούς που κάνει η προπέλα των πλοίων όταν βάζουν μπρος και ξεκινούν.

Όσοι δεν ήξεραν καλό μπάνιο ή πρωτομάθαιναν, έκαναν «σκυλάκι», κουνούσαν τα χέρια τους δυνατά και γρήγορα μπροστά στο στήθος τους, όπως ακριβώς κάνουν τα μπροστινά τους πόδια οι σκύλοι, κάνοντας χαρές στα αφεντικά τους και στους φίλους τους.

5. Από πρώτη Αυγούστου, μέχρι και το Δεκαπενταύγουστο, τα μπάνια δεν επιτρέπονταν.

Οι γονείς δεν μας άφηναν να κολυμπήσουμε, γιατί έβγαιναν «οι δέρμιζες». Έτσι μας έλεγαν για να μας φοβίσουν. Αυτές ήταν κάτι θαλασσινά ασπόνδυλα ζώα, χωρίς σκελετό νομίζω, που έμοιαζαν με τις βδέλλες. Στέκονταν στο βυθό, με κόκκινες, πράσινες, κίτρινες χρωματιστές ραβδώσεις και ένα χνούδι απαλό κάλυπτε το σώμα τους. Εκείνο το χνούδι όταν ερχόταν σε επαφή με το δέρμα το ερέθιζε, το κοκκίνιζε και προκαλούσε έντονη φαγούρα με πόνο. Την περιγραφή για τις δέρμιζες μου την έκανε ο φίλος μου ο Αργύρης Καραλής. Σήμερα δέρμιζες δεν βλέπω. Τότε ήσαν αρκετές.

Μας φόβιζαν με τις δέρμιζες γιατί ήθελαν να μας μαζέψουν στα σπίτια, να ξεκουραστούμε και να δυναμώσουμε, μετά από σαράντα περίπου μέρες ασυδοσίας, από τότε που τα σχολεία είχαν κλείσει. Άρχιζε και η νηστεία. Μας νήστευαν γιατί κάποια μέρα του Δεκαπενταύγουστου, συνήθως του Σωτήρος θα έπρεπε να μεταλάβουμε. Τη μέρα που μεταλαβαίναμε το μπάνιο απαγορευόταν αυστηρά. Σύμφωνα με την τοπική μας παράδοση την ημέρα αυτή δεν επιτρέπεται να φτύσει όποιος έχει κοινωνήσει και όπως ξέρετε την ώρα του μπάνιου φτύνουμε συνεχώς.

Όλα αυτά ζωντάνεψαν μπροστά στα μάτια μου και άγγιξαν τρυφερά τον κόσμο της νιότης μου. Εικόνες και ήχοι ανεπανάληπτοι, γεύσεις και μυρωδιές μεθυστικές, η καρδιά του τόπου μου,
το αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.

Είναι εκείνο που φωτίζει παρηγορητικά τους δύσκολους καιρούς που ζούμε.