Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Μετανάστες... Και;

Μια πρόταση για ανάρτηση απο το  Άαχεν  Πηγή:leonidioneaselida

Εκεί στη διασταύρωση Ιεράς Οδού και Κωνσταντινουπόλεως, κάθε μέρα παρατηρείται το φαινόμενο της παρουσίας τριάντα τουλάχιστον μεταναστών, οι οποίοι με τρόπο φορτικό θέλουν ντε και καλά να καθαρίσουν τα τζάμια του αυτοκινήτου σου ενώ κάποιοι φορτωμένοι πραμάτεια, χωρίς να γίνονται πιεστικοί είναι η αλήθεια, προσπαθούν να πουλήσουν από ομπρέλες μέχρι βιολιά.

Τα πρόσωπα όσων έχουν ειδικότητα καθαριστή υαλοπινάκων λίγο-πολύ τα ίδια. Στους υπόλοιπους, μόνο τα είδη αλλάζουν. Βρέχει; Πουλάνε ομπρέλες και άλλα συναφή. Κάνει ζέστη; Να τα ανεμιστηράκια κεφαλής, οι βεντάλιες και φυσικά υπάρχουν πάντοτε, χειμώνα-καλοκαίρι, οι φορτιστές κινητών, σύνολα (ελληνιστί σετ) κατσαβιδιών, κούκλες, σπαθιά κι ότι βάζει ο νους του ανθρώπου.

Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια που τυχαίνει να παρατηρώ καλύτερα τα τεκταινόμενα στη συγκεκριμένη διασταύρωση, βλέπω με ανησυχία ότι οι άνθρωποι αυτοί, σιγά-σιγά γίνονται πιο απαιτητικοί και για να είναι ακριβέστερος, πιο επιθετικοί. Προχθές, για πρώτη φορά είδα ότι σταμάτησε κι ένα περιπολικό, η εμφάνιση του οποίου έκανε τα άτομα αυτά να εξαφανισθούν πρόσκαιρα για να εμφανισθούν και πάλι δευτερόλεπτα μετά την αποχώρηση των αστυνομικών. Προσωπικά δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήρθαν να κάνουν οι αστυνομικοί εκεί. Να τους φοβίσουν; Να τους διώξουν; Αν κάποιος έχει κάποια ιδέα ας μας την πει.

Το πρόβλημα όμως είναι η επιθετικότητα. Οι οδηγοί εκνευρίζονται, πολλοί πάνε να βγουν και από τα αυτοκίνητά τους όταν, ενώ έχουν πει στους μελαμψούς (προσοχή όχι της μαύρης φυλής αλλά αραβοπακιστανούς – προφανώς η περιοχή είναι σε αυτούς μοιρασμένη) δέκα φορές ότι δεν θέλουν να τους καθαρίσουν τα παράθυρα, αυτοί επιμένουν κι έτσι δημιουργείται ένταση και εκνευρισμός (εσύ πηγαίνεις στη δουλειά σου κι αυτός σώνει και καλά εκεί να σου πλύνει τα τζάμια και να σου βρωμίσει το υπόλοιπο αυτοκίνητο με τα βρωμόνερα που τρέχουν). Ο εκνευρισμός μεγαλώνει όσο πιο καθαρό είναι το αυτοκίνητο. Μου έτυχε να το έχω μόλις πάρει από το πλυντήριο αυτοκινήτων κι ο άλλος να επιμένει να μου καθαρίσει τα τζάμια. Βρήκα πάντως και τον τρόπο να μην εκνευρίζομαι. Τους λέω να μην το κάνουν κι όταν επιμένουν τους αφήνω να τα καθαρίσουν και τους ευχαριστώ με την ελπίδα ότι την επόμενη φορά θα με θυμηθούν (δεν μπορεί, γνωστοί έχουμε γίνει) και δεν θα έρθουν πάλι αφού δεν θα εισπράξουν.

Υποθέτω ότι τέτοιες σκηνές συναντά κανείς παντού. Στην Αθήνα, στα καλά πόστα, υπάρχει κόσμος και κοσμάκης. Αλλά εδώ αρχίζουν τα συμπεράσματα και προπάντων τα ερωτήματα. Πού μένουν αυτοί οι άνθρωποι; Πόσα βγάζουν από αυτές τις δουλειές; Ποιος κατανέμει τα πόστα και τις ειδικότητες; Πώς ζουν; Σε ποιες συνθήκες; Τι θα γίνει όταν δεν θα εισπράττουν πλέον (γιατί κι αυτό θα γίνει); Τι θα γίνει με όλους αυτούς, τους καλά οργανωμένους (ναι επιμένω ότι όλοι αυτοί είναι καλά οργανωμένοι γιατί κάποιος τους δίνει τις πραμάτειες, κάποιος τους ταγίζει, τους ποτίζει, τους ντύνει και φυσικά όχι δωρεάν). Τι θα συμβεί όταν αυτοί αρχίσουν να πεινάνε;

Ήδη, όταν κάποιος οδηγός αρχίζει να φωνάζει ή ακόμη και να βρίζει, μαζεύονται κι άλλοι γύρω-γύρω και όλοι μαζί αρχίζουν να χλευάζουν ή και να βρίζουν τον οδηγό. Ποια είναι η άμυνα του τελευταίου; Διότι είναι βέβαιο, ότι κάποια στιγμή θα γίνει κάτι χειρώτερο. Και τότε;

Πολλοί οι μετανάστες (παράνομοι και μη) που μαζεύτηκαν στη δόλια πατρίδα. Το πρόβλημα μεγαλώνει μέρα με την ημέρα. Το κράτος, ανάξιο να σταματήσει την παράνομη και με οποιονδήποτε τρόπο είσοδό τους, χτίζει τείχη, φωνάζει ξένους να φυλάξουν τα σύνορά μας, εξευτελίζεται με την ανικανότητά του. Και τα κύματα πεινασμένων, κατατρεγμένων ή και παρανόμων λόγω πράξεων ανθρώπων, συρρέουν καθημερινώς. Πληρώνουμε τα λάθη μας. Όταν καλούσαμε τους αδελφούς Βορειοηπειρώτες να έρθουν να γιορτάσουν μαζί μας το Πάσχα, συνέρρευσαν χιλιάδες παράνομοι εξ Αλβανίας με τα γνωστά αποτελέσματα. Αντί να πούμε στους αδελφούς εκ Βορείου Ηπείρου να μείνουν εκεί, να τους στηρίξουμε οικονομικά τότε που πέρναγε η δραχμή στη γειτονική χώρα, εμείς τους λέγαμε να έρθουν εδώ. Κι ερήμωσε η Βόρειος Ήπειρος, κι αποδυναμώθηκε η μειονότητα κι εμείς τραγουδάμε σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αντί να βλέπουμε τι συμβαίνει στη Θράκη, εκεί που οι Τούρκοι δίνουν μαθήματα τακτικής και προπαγάνδας με το Τουρκικό προξενείο να αρμενίζει και να προετοιμάζει το έδαφος, εμείς κάνουμε το αντίθετο.

Ύστερα ήρθαν οι Ολυμπιακοί και τα έργα που έπρεπε να γίνουν. Τα έργα έγιναν πανάκριβα, αλλά χάρις στα φτηνά εργατικά χέρια των παράνομων κατά βάση μεταναστών, κάποιοι πλούτισαν εις βάρος ολόκληρου του ελληνικού λαού, με τη διακυβέρνηση της χώρας σε χέρια ανικάνων. Τότε που όλοι το βουλώναμε για τη δόξα (τρομάρα μας) των Ολυμπιακών αγώνων. Τότε που ήμασταν μεθυσμένοι και κάποιοι νηφάλιοι έκαναν πάρτυ στην πλάτη μας. Τα έργα, το ξέρουν όλοι, έγιναν με φτηνά χέρια, με εκμετάλλευση των ξένων που πεινασμένοι ήρθαν και πρόσφεραν δουλειά. Αλλά τώρα, παίρνουν την εκδίκησή τους. Γιατί οι καλομαθημένοι Έλληνες μετά των τέκνων, πίστεψαν ότι πλέον είχαν γίνει άρχοντες και άλλοι, σκλάβοι δούλευαν γι’ αυτούς. Κι έτσι χάθηκαν οι Έλληνες τεχνίτες. Δεν υπάρχουν παρά λίγοι που χάνονται με γρήγορο ρυθμό. Δεν υπάρχουν πια παρά ελάχιστοι Έλληνες στις οικοδομές, στα χωράφια, σε «παρακατιανές» εργασίες. Με όνειρο να γίνουν όλοι διευθυντές, βγαλμένοι από αισχρά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, που την κατάντια τους καταλαβαίνεις μόνο όταν πας στο εξωτερικό και δεις τα αντίστοιχα της αλλοδαπής, έχουν παρατήσει την χειρωνακτική εργασία. Οι εργάτες σβήνουν. Δουλειές όμως υπάρχουν. Παράνομες. Συγγνώμη εννοώ που αυτοί που δουλεύουν είναι παράνομα στη χώρα, άρα και φθηνοί. Αλλά η ελληνική οικογένεια, αρχίζει πια να υποφέρει. Οι θέσεις χάνονται, η ανεργία μεγαλώνει και οι ξένοι, αυτοί που τώρα είναι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, μικρών και μεγάλων, προτιμούν τους δικούς τους. Φυσικό δεν είναι; Έτσι δεν κάναμε κι εμείς στο εξωτερικό;

Ένα κλίμα ξενοφοβίας απλώνεται παντού. Κάθε τι που επιτυγχάνουν οι ξένοι, το λοιδορούμε ή και το κακοχαρακτηρίζουμε. Εμείς που είμαστε υπερήφανοι για τους δικούς μας ανθρώπους, τους συμπατριώτες μας όταν προοδεύουν στο εξωτερικό, χρησιμοποιούμε άλλα μέτρα και άλλα σταθμά για τους ξένους. Κάποιοι προσπαθούν να προσδώσουν στον Έλληνα τον τίτλο του ρατσιστή. Όχι. Ρατσιστές δεν είμαστε. Αρχίζουμε όμως να φοβόμαστε ακριβώς γιατί είμαστε αδύναμοι. Δεν υπάρχει κράτος. Δεν υπάρχει συγκροτημένη κοινωνία. Δεν λειτουργούν οι θεσμοί. Κι όταν αυτά και όχι μόνο συμβαίνουν, φοβόμαστε. Δεν φοβόμαστε τους ξένους. Τους εαυτούς μας φοβόμαστε γιατί δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Δεν είναι οι μετανάστες το πρόβλημα. Είμαστε εμείς. Και για να μην παρεξηγηθούμε. Λέγοντας ότι είμαστε εμείς το πρόβλημα, εννοώ ότι σχεδόν είκοσι χρόνια τώρα, βλέπουμε το πρόβλημα αλλά δεν κάνουμε τίποτε απολύτως. Δώσαμε ποτέ στους ανθρώπους αυτούς να καταλάβουν ότι εισέρχονταν έστω και παράνομα σε μια οργανωμένη κοινωνία, που αργά ή γρήγορα θα τους ανακάλυπτε και δεν θα είχαν ελπίδα παραμονής; Βάλαμε κάποιους κανόνες για την μετανάστευση; Προστατέψαμε τα σύνορά μας, τα δικαιώματά μας; Όχι. Είμαστε αρχιεκμεταλλευτές. Όταν μας συνέφερε, αφήναμε να εισρεύσουν. Τώρα, έξω όλοι. Παλιά, προκρούστεια ελληνική συνταγή…

Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν είναι όλοι οι μετανάστες εγκληματίες. Αλλοίμονο αν ήταν. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν και βγάζουν τίμια τον ιδρώτα τους. Που προοδεύουν και θέλουν και για τα παιδιά τους ένα καλύτερο αύριο. Που, αν τους ακούσετε στα σχολεία ή στα πάρκα, μιλάνε στα παιδιά τους ελληνικά – τα παιδιά μιλούν πολύ καλύτερα βέβαια – και πολλές φορές ντρέπονται να μιλήσουν τη γλώσσα τους φοβούμενοι μην δουν αυτό το βλέμμα που κάποιοι ρίχνουν όταν αντιληφθούν αλβανούς ή άλλους να μιλούν. Δυστυχώς όμως, η χώρα μας δεν τους χωράει όλους. Χωράει τους καλούς και τους τίμιους αλλά όχι αυτούς που ζουν παρασιτικά. Χωράει όσους ήρθαν με τα παιδιά τους και ζώντας μέσα στην ελληνική κοινωνία, θέλουν να ζήσουν όπως τόσοι έλληνες στο εξωτερικό. Το πρόβλημα είναι όμως οι άλλοι, οι πολλοί. Αυτοί που τη βγάζουν πουλώντας δίσκους, πουλώντας το κορμί τους, μεταφέροντας ναρκωτικά. Ήδη η χώρα έχει κορεσθεί αλλά οι παράνομοι μετανάστες συρρέουν κατά κύματα. Σιγά-σιγά, οργανώνονται, αποκτούν δύναμη που πολλαπλασιάζεται όταν κάποιοι τους υποκινούν για ίδια οφέλη. Δυναμικά συλλαλητήρια, δυναμικές επεμβάσεις από αυτούς που έχουν έρθει παράνομα! Οι Ευρωπαίοι, ζητούν να τους μεταχειριζόμαστε ανθρώπινα, με χώρους υποδοχής που να πληρούν όρους διαβιώσεως. Κανείς όμως δεν ρωτάει αν τους θέλουμε. Μερικοί επικαλούνται διάφορες δικαιολογίες. Φτωχοί άνθρωποι είναι και ψάχνουν για ένα καλύτερο μέλλον. Σε μια χώρα όπου το μέλλον για τους ίδιους τους κατοίκους της είναι ζοφερό, που μαστίζεται από ανεργία, που μόνο ευοίωνες δεν αναμένονται οι συνθήκες για νέους και γέρους, έρχονται κάποιοι να βρουν ένα καλύτερο αύριο.

Μπορούσαμε να το αποφύγουμε όλο αυτό; Ναι. Παράδειγμα η Αυστρία. Χώρα που συνορεύει με άλλες φτωχότερες, όπως κι εμείς, άσκησε μια πολύ σφιχτή πολιτική στον τομέα της μεταναστεύσεως. Έχοντας υπ’ όψιν της ανάγκες της, επέτρεπε την νόμιμη είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών σε περιόδους τρύγου και στη συνέχεια τους έδιωχνε με το σκεπτικό ότι εάν παρέμεναν, θα παρείχαν φτηνά εργατικά χέρια κι έτσι, κάποιοι Αυστριακοί θα έχαναν τις εργασίες τους ενώ το πρόβλημα θα διογκωνόταν. Εμείς, γιατί δεν κάναμε κάτι παρόμοιο; Γιατί δεν κάναμε κάτι; Μα γιατί είμαστε σαλτιμπάγκοι, καραγκιόζηδες σε όλες μας τις εκδηλώσεις. Ή υπάρχει αντίθετη άποψη;

Τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Γίνονται καθημερινά. Η ανεργία χτυπά όλο και περισσότερες πόρτες. Κι όλοι όσοι έμαθαν στην καλοπέραση, αφού φάνε από τα έτοιμα, θα φτάσουν να κάνουν και τις δουλειές που κάνουν σήμερα οι μετανάστες. Και τότε θα έρθει η σύγκρουση. Και δεν θα είναι αργά. Εάν δεν αντιδράσουμε ΤΩΡΑ, έστω και καθυστερημένα, αύριο δεν θα μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα. Χωρίς υστερίες, χωρίς πογκρόμ, να ελέγξουμε και να καταγράψουμε όσους ευρίσκονται στη χώρα. Έναν προς έναν. Αν χρειαζόμαστε κάποιους από τους μη νόμιμους, ας κρατήσουμε τους καλύτερους. Οι υπόλοιποι, να φύγουν. Πού θα πάνε; Στην πατρίδα τους. Κι αν εκεί δεν θέλουν ας αποφασίσουν. Δεν είμαστε βάρβαροι αλλά δεν αντέχουμε άλλο. Ας δίνουμε εργασία σε όσους είναι νόμιμοι. Όχι φτηνοί. Γιατί η φτήνια για τους αγώνες και η ανάγκη του κάθε σούργελου να έχει την οικιακή του φιλιππινέζα μας έφαγε. Κι έτσι μπορεί να ρωτήσει κανείς. Και η λύση; Δεν ξέρω πια… Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί εγώ δεν έχω και τη δύναμη να επιβάλω καμμία λύση. Το κακό όμως είναι ότι και η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει. Κι έτσι αναμένουμε τα χειρότερα. Ίσως χρειασθεί να μεταφέρουμε κάπου και τους εναπομείναντες Έλληνες κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα και κάποιων περιοχών όπου οι Έλληνες είναι πλέον μειονότητα. Ούτως ή άλλως, όμηροι στην ίδια τους την περιοχή είναι. Καλύτερα πρόσφυγες.