Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

...μα ‘γω θα αναστηθώ!

Της Ελευθερίας Παναγιωτοπούλου,
Χανιά, Κρήτη
Ήταν λίγο μετά την εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη που ο ύπνος με πρόδωσε. Η μέρα έφευγε κι εγώ δεν μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου γιατί «ο ύπνος και ο θάνατος είναι αδέρφια» κι εγώ ήθελα να τους αντικρύσω κατάματα την ώρα που θα πάλευαν για μένα. Να τους ρωτήσω πως μπορούν και ξεγελάνε έτσι τους ανθρώπους και τους χωρίζουν. Τους παίρνουν μακριά και τους παρατάνε σε τόπους που δε μπορούμε να επισκεφτούμε που αυτοί δε μπορούν να περπατήσουν μαζί μας , να μας φωτίσουν με τη λάμψη τους, να μας ψιθυρίσουν πως είναι ε κ ε ί.
 Δε ξέρω αν τελικά προερχόμαστε από κάπου συγκεκριμένα και πάμε κάπου συγκεκριμένα. Και δε ξέρω αν έχει σημασία να το μάθω. Νοιώθω όμως πως κάποιοι άνθρωποι έρχονται με συγκεκριμένο σκοπό από συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Για να αφήσουν κάτι πίσω τους καλύτερο από αυτό που βρήκαν. Επαληθεύουν την έννοια του αν-θρώπου (άνω- θρώσκω) και κοιτούν το κόσμο βλέποντας ψηλά στα ανώτερα στρώματα της ψυχής. Άλλωστε αυτό μας διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα ζωντανά όντα. Έρχονται στη γη για να μάθουν στους άλλους : να αγαπάνε αληθινά , να ερωτεύονται πιο
ελεύθερα , να κλαίνε πιο συχνά , να φοβούνται πιο φανερά , να είναι ατρόμητοι πιο έντονα και να αναγνωρίζουν την ουσία πίσω από το περιτύλιγμα.

Αυτά (μας) έμαθε ο Νίκος Παπάζογλου μέσα από τους στίχους του, τη μουσική του τη ζωή του την ερμηνεία του........

Μα δε ξέρω αν όλα αυτά τα μάθαμε, τα ζούμε, τα κάνουμε μπούσουλα και πράξη ή απλά τα τραγουδάμε διονυσιακά με λίγο κρασί. Ελπίζω τουλάχιστο να κάνουμε λίγο πιο διαφορετικά, πιο ευλαβικά, έρωτα - όταν έχουμε ακούσει ότι από «ένα τέτοιο χορό μαγικό και σε μιαν έκσταση επάνω μπορεί να γεννηθεί ένα πλάσμα» , να είμαστε λίγο πιο σκεφτικοί πριν κατακρίνουμε κάποια ''τρελή κι αδέσποτη'' , να πλησιάζουμε πιο βαθιά τους ''μοναχούς ανθρώπους που όταν γλεντούν οι άλλοι αυτοί φαλτσάρουν'' , να διαβάζουμε ''τα στιχάκια της στιγμής πάνω σε τοίχους φυλακής και σε παγκάκια'' , να ζούμε τις ''στιγμές που είναι μικρές, τρυφερές και λεπτές σα κλωστές τυλιγμένες σ' αδράχτι'' , να παλεύουμε ''για όλα αυτά που ζητάμε, για πολλά που πονάμε, για το τίποτε μιας ευτυχίας'' , να ''χορταίνουν τα μάτια μας όσους αγαπάμε πριν τους αρπάξει κάποιο λεωφορείο''.

Αν όλα αυτά και άλλα τόσα και τόσα σπουδαία τα συλλογιζόμασταν έστω λιγάκι κάθε μέρα, πόσο ομορφότερος θα ήταν αυτός ο κόσμος! Πόσο ομορφότερα θα μεγαλώσει το παιδί μου όταν το νανουρίσω με τον «Αύγουστο» , πόσο γλυκά θα αντιδράσει στο θάνατο ψιθυρίζοντας «Τη ρωγμή του χρόνου», αφού ''Σαντάλια του Χριστού, φορώ στα πόδια μου Πραίτορες, βράχοι πάνω μου σωρό μα εγώ θα αναστηθώ.''

protagon