Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Από τα καλάμια των ασφόδελων του Μπιστιού, στις φωτιές του Άι-Γιάννη και στον Κλήδονα.


Οι φωτιές του Άι Γιάννη


Της Μυρσίνης Σαμαρά

Από τα καλάμια των ασφόδελων του Μπιστιού, στις φωτιές του Άι-Γιάννη.

Γιατί άραγε μαζεύαμε καραμπούσια;
Δεμάτια ολόκληρα μάζευαν  παιδιά και νέοι, που τα μετέφεραν από το Μπίστι στο χωριό, για ν’ ανάψουν τη φωτιά στη γειτονιά τους, όπως ήταν το έθιμο στην Ερμιόνη. Καμάρωναν, δεν τους κούραζε κι εμείς τα κορίτσια, όσα μέναμε κοντά στο Μπίστι τρέχαμε να μαζέψουμε και να βοηθήσουμε για τα δικά μας δεμάτια, της γειτονιάς μας. Ήταν η 23η Ιουνίου,  η παραμονή της γιορτής του Άι Γιάννη του Θεριστή,
μέρα χαράς για όλους.
Όταν σουρούπωνε μαζευόμασταν σιγά σιγά, ετοιμάζαμε το σωρό, κάποιος άναβε τη φωτιά και το επόμενο στάδιο ξεκινούσε. Θα περνούσαμε από πάνω, χωρίς να καούμε κι αυτό ήταν η επιτυχία. Ήταν καλό για την υγεία του «άλτη», για όλη τη χρονιά, για όποιον το τολμούσε, μικρός ή μεγάλος. Για να φύγουν οι ψύλλοι, μας έλεγαν. Εκεί πετούσαμε απαραίτητα και τα μαγιάτικα στεφάνια.
            Στη γειτονιά μου,  ο δρόμος ήταν κατηφορικός  και μας
ευνοούσε πολύ. Παίρναμε, λοιπόν, φόρα από τη μάντρα του Άγιου Θανάση και ξεκινούσαμε. Μπορούσαμε να κερδίσουμε ύψος  στο «άλμα» μας και να είμαστε σίγουροι πως δεν θα μας άρπαζε η φωτιά. Η ατμόσφαιρα ήταν, όπως ενός μικρού πανηγυριού. Όλοι μαζί χαιρόμασταν, συναγωνιζόμασταν.
Μέσα στο σκοτάδι, φωτίζονταν τα πρόσωπά μας και η ατμόσφαιρα γινόταν ιερή και συγχρόνως παγανιστική. Ποιος τα σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή αυτά! Μόνο τη χαρά νιώθαμε!
Ας μη νοσταλγούμε τώρα πια αυτά που πέρασαν. Κοιτώντας μπροστά, μπορούμε να καταλάβουμε τη χρησιμότητα των εθίμων σε μια ανθρώπινη κοινότητα και να εκτιμήσουμε την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου στο «τώρα».
 Πώς, δηλαδή, αποζητά να επιστρέψει στις ευεργετικές ιδιότητες που έχει η συνύπαρξη των ατόμων μιας κοινότητας μέσα από τα έθιμα.
Αναζήτησα λοιπόν «τεκμήρια» για να αποδείξω αυτά που νιώθαμε τότε, που μας έδεναν μεταξύ μας με ένα αόρατο νήμα και μας δένουν ακόμη, κάθε φορά που αναβιώνει ένα έθιμο στον τόπο μας.
Γράφει, λοιπόν, ο καθηγητής της Λαογραφίας Μ. Γ. Μερακλής:
«Το έθιμο ενισχύει κοινωνικά και ψυχολογικά την κοινότητα μέσα στην οποία διεξάγεται, τόσο των κατοίκων του χωριού, όσο και της διασποράς του στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Εξάλλου, επισημαίνει, ως προς την επιβίωση των εθίμων, υπάρχει κάτι που δεν βρίσκεται στο περιεχόμενο αλλά σ’ αυτή την ίδια τη μορφή των εθίμων. Πρόκειται για τη γοητεία του τελετουργικού, του παραστατικού, του θεαματικού εθίμου, για τη διάσταση της γιορτής που υπάρχει στην τέλεση ενός εθίμου».
Αλλά γιατί μαζεύαμε τα καραμπούσια; Έχει μείνει αναπάντητη και αυτή η απορία. Επειδή, άραγε, έκαναν ωραία φωτιά; Ή  -ας κάνω μια υπόθεση- γιατί ήταν τα καλάμια από τους ασφόδελους, που η μυθολογία τούς περιβάλλει με το μυστήριο του θανάτου και την πιθανή είσοδο στον Άδη; Μήπως μέσα στον ξορκισμό του κακού ξορκίζαμε κι εμείς, από μια αρχέγονη ανάγκη, το σύμβολο – φυτό που κοσμούσε τα λιβάδια στα Ηλύσια πεδία;
Για το έθιμο του Κλήδονα, που αναβιώνει για άλλη μια χρονιά στην Ερμιόνη, οι παρόντες θα έχουν τη χαρά και την ευκαιρία  να ζήσουν τη γοητεία του και όλοι μαζί να νιώσουμε κοινωνικά και ψυχολογικά την κοινότητα…

                                                            Μυρσίνη Σαμαρά