Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Στο νιο της «απέναντι όχθης»

 Του Ιωάννη Λακούτση

Στο νιο της «απέναντι όχθης»

Αφιερωμένο στον νεαρό φίλο μας, που σαν σήμερα, πέρασε βιαστικά  στην «απέναντι όχθη».
Από το βιβλίο της ποιήτριας Μαρίας Ράλλη, «Λόγια σε νεκρό», γραμμένο για το μονάκριβο παιδί της που αυτοκτόνησε στην ηλικία των είκοσι χρόνων.
« …ένα μνημείο αλλιώτικο από τα μαρμαρένια και τα χάλκινα των νεκροταφείων, που έστησε με το λόγο μια χαροκαμένη μάνα πάνω στον τάφο του παιδιού της. Γιατί η Ράλλη είχε το μεγάλο δυστύχημα να χάση έναν καλό γυιό είκοσι χρόνων, στον πιο ωραίον απ’ τους ωραίους νέους της Ιωνίας(της Αθήνας)…», έγραφε στα Αθηναϊκά  Νέα τον Μάιο του  1944 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Ενώ η ποιήτρια Αθηνά Ταρσούλη, σημείωνε: « Η Ράλλη σε μιαν ώρα έξαλλης απόγνωσης έγραψε το παρακάτω ποίημα, που διαβάζοντάς το δεν μπορούμε να μη νοιώσουμε ένα φρικιαστικό σφίξιμο στην καρδιά και μιαν αγανάχτηση,  για την αποθηρίωση που κάποτε φέρνει στην ανθρώπινη ψυχή ο πόνος του θανάτου. Το ποίημα τούτο δίνει έναν καινούργιο τόνο, ηχηρά και απαίσια τολμηρό, όσο τουλάχιστο ξέρομε, άγνωστο στην παγκόσμια γυναικεία ποίηση».

Λόγια σε νεκρό
Τετάρτη μου σκοτώθηκεν, ημέρα νηστεμένη
κάθε που ξημερώνεται μένει σημαδεμένη.
Πού πας ψυχούλα μου ακριβή τη νύχτα τέτοιο δρόμο
μ’ ένα σκαφίδι τόσο δα, δίχως ένα λοστρόμο,
κι ανοίγεσαι στα πέλαγα τα πιο φουρτουνιασμένα
μονάχος, κι αν θαρεύεσαι δε συλλογιέσαι εμένα;
π’ ολόρθη τρέμω στη στεριά και σαν κεράκι λυώνω,

κοιτάζοντας τα πέρατα χωρίς να σ’ ανταμώνω;
Μηδέ να φάγω, μη θα πιω, μηδέ τραπέζι στρώνω,
βαστώ μαχαίρι μυτερό το χάρο μαχαιρώνω.
-Τραβήξου γυιέ μου, από μπροστά, καρφί να τον καρφώσω,
με μια να σχίσω τον στα δυο, δεήσου ν’ αλαφρώσω.
Τραβήξου, γυιέ μου, από μπροστά, τον Άδη σημαδεύω
και του σπαθιού μου την αιχμή, διπλά τη φαρμακεύω.
Τραβήξου να μη σκιάζουμαι απ’ την πολλή μαυρίλα,
μη ξαστοχήσω και σε βρω μεσ’ στης καρδιάς τα φύλλα.
………………………………………………………..
Σκισθήτε πύλες τ’ ουρανού, πύλες του κάτω κόσμου,
στη μέση κρέμουμαι, βρυχώ, τί κάνατε στο φως μου;
Με τίνος δίκιο πήρατε τ’ ωραίο του κεφάλι
που τούπρεπε βασίλειο κορώνα να του βάλει;
Θύμα σε ποιο να μ’ είχατε ταμένη να γεννήσω
τέτοιο παιδί πεντάμορφο για να σας το χαρίσω;
Φαρμάκι που σε γεύουνται γουλιά, γουλιά την ώρα
ένας πατέρας δύστυνος κι εγω μια μαυροφόρα,
έμπα και σ’ άλλου σπητικό, κάψε γειτόνου στόμα,
σε φίλου κι αδελφού καρδιά δώσε φτυαριές στο χώμα.
Βάψε τους δρόμους των γνωστών μαύρη χολή και πίσσα
κι αυτούς που δεν τους χαιρετώ βασάνιζε με λύσσα
οπούχει κύρης μονογυιό, ρίξε διπλό το βρόχο,
πάρε και τα ματάκια μου μη λαθευτής στο στόχο.
Κι όπου βρεθούν πολλά παιδιά, ξεδιάλεξέ τα χώρια,
όλα της ηλικίας του κεραύνωσε τ’αγόρια,
ν’ακούσω πως απόθαναν, ας φταίνε κι ας μη φταίνε
μου φτάνει κι οι μανάδες τους να μάθουνε πώς κλαίνε.
Μη στέκουν μες’ στα σπίτια τους  με φώτα να γιορτάζουν
και με τ’ άραχλα στήθια μου να βαρειαναστενάζουν.
Μείναν μανάδες  με τους γυιούς κι όξω τους συργιανίζουν,
λυσσάρικα κακά σκυλιά στις σάρκες μου χυμίζουν.
-Ε, λουφαγμένες  φόνισσες, με το πικρό σας χείλη,
το ψεύτικό σας πρόσωπο, εχτρός σας έχει στείλει.
Δεν σας πιστεύω τη λαλιά , την δακρυσμένη όψη,
άμποτε νάμπη Χάροντας τα σπλάχνα σας να κόψει.
Τι περπατάτε κουνιστές καμαρωμένες χήνες;
Δεν καταδέχτη θάνατος για να σας δώσει ευθύνες.

Εχθρά μου γη, γη μυτριά, που μ’ έχεις παρακόρη,
δράκαινα, τρώγεις και νεκρό  το μοναχό μου αγόρι,
και δε σ’ ευρίσκουν η βροχή, το σίδερο, τ’ ατσάλι
κι ουδέ στομώνει με κορμιά, του κόρφου σου η αγκάλη.
Σε καταριέμαι σε Βορρά σ’ Ανατολή, σε Δύση,
Οπούχει κρούσταλλο νερό σε βούρκο να καθίσει.
Να πισωστρέψει στους μαστούς το θρεφτικό σου γάλα
της ανεμόσυρτης βροχής να μη γευτείς τη στάλα.
Να πέσουν χάμω τα δεντρά με κεραυνούς καμένα
κι από βλαστάρια τρυφερά να μη γλυτώσει ούτ’ ένα.
Στέρφοι να μείνουνε ξεροί κάμποι, λαγκάδια, δάση
κι όσα φωτιά τα λυπηθεί πάγος να τα χαλάσει.

Κοιμήσου, νιε, της ομορφιάς, κι εγώ σε νανουρίζω,
σ’άδειες αγκάλες σε κρατώ, σ’άλλες σε  σιργιανίζω.
Κοιμήσου γυιέ μου, Αυγερινέ, κοιμήσου Αποσπερίτη
και να ξυπνήσεις δε θα βρεις το πατρικό σου σπίτι.
                                                   Μαρία Περ.Ράλλη