Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Οπτικές επικοινωνίες, της Μυρσίνης Σαμαρά


Οπτικές επικοινωνίες

Aπό τον Δόκτορα Ζιβάγκο στον Τζένγκις Χαν
                              
                           Της Μυρσίνης Σαμαρά

Πάνε σαράντα και πάνω χρόνια από τότε που θριάμβευσε η αμερικανική ταινία «Δόκτωρ Ζιβάγκο», περιπετειώδης, αισθηματική. Τόσα και από το άλλο, επίσης αμερικανικό έργο, το «Love story», όπου η Άλι Μακ Γκρόου, και ο Ράιαν Ο Νιλ μάς συνάρπασαν με την ιστορία αγάπης τους. Μαζί έφεραν και τον απόηχο αλλαγών στη μόδα και τα δύο με εστίαση στο  πρόσωπο και το λαιμό: Το μουστάκι για τους άνδρες και το ζιβάγκο, για unisex χρήση, στις μπλούζες.
Η νέα πολιτική μας γενιά υιοθέτησε και τα δύο, του αρχηγού του σοσιαλιστικού κόμματος πρώτου νεωτερίζοντος στο ζιβάγκο.
Το κλασικό μουστάκι έγινε παλιό και απωθητικό και εγκαταλείφθηκε, ως κατάλοιπο μιας αυστηρής και δύσκαμπτης αντίληψης που παρέπεμπε σε δικτατορίες, στρατηγούς και διάφορους ανεπανάληπτους,  λες και είχε γίνει κλωνοποίηση του προτύπου.
Ας θυμηθούμε τον μυστακοφόρο Φον Δημητράκη, τον πολύ εύστοχο ήρωα – δικτατορίσκο, στο ομώνυμο έργο του Δ. Ψαθά. Μας έφερνε ανατριχίλα και φτήναμε κρυφά στον κόρφο μας, για να μην μας ξανασυμβεί τέτοιο κακό <Ποτέ πια>. Είχαμε και το εξορκιστικό σύνθημα: «Ποτέ πια φασισμός».
Τα καινούργια σύμβολα, αφού προστέθηκε και η γενειοφορία στο σαγόνι (κοινώς μούσι), είχαν τη γοητεία τους στην πολιτική διανόηση, την πολλά υποσχόμενη  για την Αναγέννηση της χώρας μας. Γέμισαν τότε οι προοδευτικές παρατάξεις από αυτό το στυλάκι. Βέβαια, την πατρότητα τη διεκδικεί το κόμμα του ήλιου, που από το πολύ «Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, θα τον τρελάνουμε το φίλο σίγουρα ναι », σε στίχους και μουσική του Μ. Λοΐζου, μέθυσε τελικά.  Αντίστοιχα, και η κουλτούρα  της γυναικείας αμφίεσης ήταν αντιγραφή από τη δυναμική  Ρόζα Λούξεμπουργκ (στην αγωνιστική μέχρι θανάτου ιστορία της δεν θα επιθυμούσε μια τέτοια παρεμβολή), με μακριές φαρδιές φούστες, επίπεδα παπούτσια και μαλλιά επιμελώς ατημέλητα και με την προσθήκη κοσμημάτων με το σήμα της ειρήνης.
Παράλληλα, δύο χρώματα από το συμβολικό χρωματολόγιο
συναγωνίζονταν μεταξύ τους, το πράσινο και το κόκκινο, στις μπλούζες, στις γραβάτες, στα σημειωματάρια, ακόμη και τα σχολικά,  ενώ ο ήλιος ήταν σουρρεαλιστικά πράσινος, και φώτιζε τα γραφεία των στελεχών της νέας μηχανής.
Όλα μαζί ένα διαβατήριο για το νέο ελληνικό κόσμο κουλτούρας και ιδεολογημάτων. Το μπλε εθνικό χρώμα κυριαρχούσε πιο πολύ στις σημαίες των επετείων  και στις γραβάτες όσων έφεραν το μικρόβιο της «επαράτου δεξιάς», όπως ονομάσανε το κόμμα που χρεώθηκε  τότε την οπισθοδρόμηση της Ελλάδας.
Γίναμε εύζωνοι, τσολιάδες νέου τύπου, εκσυγχρονιστικού και στις προεκλογικές συγκεντρώσεις δε διαφέραμε από τις μαινάδες του θεού Διονύσου ή από κάποιους  οπαδούς γηπέδων υψώνοντας «σημαίες από νάυλον». Η ελευθερία του λόγου μας  έγινε ακατάσχετη αθυροστομία σε έγκλιση προστακτική.
Η νεολαία από την άλλη, πέρασε το πένθος της. Μαύρες μπλούζες με το θλιμμένο πρόσωπο του Jim Morisson και το έμβλημα των The Doors, με το Heavy Metal και το Hard Rock. Συνοδευτικά ήταν τα παντελόνια, πουκάμισα, μπουφάν, όλα μαύρα. Για άλλους ήταν οι  ζώνες, οι αλυσίδες,  τα σπιρουνάτα καψούλια με χρήση ίσως διακοσμητική αλλά μάλλον  για άμυνα ή επίθεση μιας νέας βίας που έκανε τα πρώτα της βήματα. Το Μοναστηράκι και, κυρίως, η οδός Ηφαίστου έγιναν η αγορά της νεολαιίστικης ενδυματολογικής τάσης / μόδας.
Για πολλά χρόνια οι μανάδες εκείνης της εποχής άπλωναν μαύρες μπουγάδες, σιωπηλά ή άσκοπα διαμαρτυρόμενες, και αναρωτιόνταν ποια νεανική μελαγχολία κρεμούσαν κάθε εβδομάδα στα σκοινιά, από τον κόσμο που φτιαχνόταν για τα παιδιά τους. Τότε ακουγόταν και η κραυγή με στίχους και μουσική Διονύση Τσακνή και τραγούδι από τους Πάνο και Χάρη Κατσιμίχα:
 «Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον, στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε,
αφού η ιστορία σάς ανήκει, σαρώστε την, λοιπόν, αν επιμένετε».

Αν συνεχίζαμε τη σημειολογική μας έρευνα, θα μπορούσαμε να θυμηθούμε και άλλες συνήθειες που εξαπλώθηκαν σε «βάθος χρόνου», των οποίων η προέλευση δεν ήταν ελληνική. Ήταν μόδα παγκόσμια, συμφυής με την παγκοσμιοποίηση.
Τα χαρακτηριστικά της μόδας συμπεριλήφθηκαν στη Σημειολογία και σε ορισμένα πανεπιστήμια ήδη είχε δημιουργηθεί κλάδος με το όνομα «Οπτικές Επικοινωνίες». Ο Ουμπέρτο Έκο (1932-    ), που μας είναι  γνωστός  και από το βιβλίο του «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή», δίδαξε ως πανεπιστημιακός καθηγητής περί αυτού στη Φλωρεντία και λίγο μετά Σημειωτική στο Μιλάνο.
Οπτική επικοινωνία, λοιπόν,  και Σημειολογία, που κάτι μας λένε, κάποιο μήνυμα μας στέλνουν, πάντως μας κάνουν ομοιόμορφους με την ψευδαίσθηση της ισότητας στον πλούτο και στις ίσες ευκαιρίες, με την προσδοκία ασαφών εννοιών του εκσυγχρονισμού και του εκδημοκρατισμού.
Το εξάρτημα «κινητό» διαλαλεί, σήμερα, τις ίδιες ψευδαισθήσεις.
Με αυτές τις αποσκευές σκαρφαλώσαμε, αναρριχηθήκαμε και δεν καταλάβαμε ότι μέσα μας μεταφέραμε το Σίσυφο που κάποια στιγμή θα μας έλεγε την αλήθεια.
 « Όλη η Ελλάδα είναι ένα τρελοκομείο», δήλωνε ο Κ. Καραμανλής, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, διότι , μας εξηγούσε  με φράση από τον Θουκυδίδη : «Των οικιών εμπιμπραμένων ημείς άδομεν», (Τα σπίτια μας καίγονται κι εμείς τραγουδάμε).
«Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα» ακούμε και σήμερα το τραγούδι, σε στίχους του Κώστα Τριπολίτη και πρώτη εκτέλεση από τον Αντώνη Βαρδή. Χωρίς όμως αθωότητα, ούτε αφέλεια αλλά με σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια εξαιτίας μιας βαθύτερης αποδοχής. Γιατί  με τα χρώματα και τα μούσια, χωρίς σοφία, δεν προχωρεί ο κόσμος, κάτι άλλο προχωρεί.

Και να, η συνέχεια του συρμού. Είναι το γενάκι που απαγκιάζει κάτω από το στόμα, εκεί στο ασήμαντο μέχρι τώρα λακάκι. Και λέμε, δε μοιάζει με το κινέζικο του μεγάλου και τρανού ηγεμόνα των Μογγόλων του Τσένγκις Χαν (1162-1227), επί των ημερών του οποίου το κράτος του εκτεινόταν από τη χερσόνησο της Κορέας ως το Δούναβη; Αυτόν που η Γερμανία τον έκανε τραγούδι της το 1979 στην Eurovision; (ξεχωρίσαμε τους στίχους: «Τζε, Τζε Τζένγκις Χαν, σαν τη δική σου ζωή θα’ θελα να ζήσω, Τζε, Τζε, Τζένγκις Χαν από το κρασί που ’χεις πιει δώσ ’μου να μεθύσω», σε εκτέλεση από τον Λάκη Τζορντανέλι).  
Πώς ξεφύτρωσε σιγά - σιγά; Από αθωότητα, αφέλεια, αισθητική αδυναμία μίμησης, αδυναμία εύρεσης της ουσίας ή από πλήξη; Δε θέλουμε να κόψουμε τη φόρα κανενός οπαδού του συμβόλου.
Τουλάχιστον ρωτάμε με αγωνία: Να είμαστε ήσυχοι ότι έχουμε κάτι δικό μας, το Φραπέ;
Και η επόμενη  αγωνιώδης ερώτηση: Έχουμε να πληρώσουμε έναν φραπέ στα Café; Ενώ το γενάκι είναι δωρεάν, τα προϊόντα της χώρας  του είναι φτηνά και προσιτά στους φτωχούς νεοέλληνες και η ομοιότητα στην εμφάνιση επικυρώνει μοδάτα τη νέα τάξη των ανέργων που, αλίμονο, σε λίγο θα την ονομάσουν «αργόσχολη τάξη» για να κρύψουν τα υψηλά ποσοστά της, σαν την απόκρυψη εγκυμοσύνης.
Κι όμως οι ωδίνες είναι εκτεταμένες και το γέννημα με άθλια όψη.
Όταν ο Μαξ Βέμπερ (1864-1920) έγραψε το βιβλίο του «Η θεωρία της αργόσχολης τάξης», εννοούσε όλους εκείνους τους πλούσιους που παρασιτούσαν, αφού για λογαριασμό τους δούλευε η εργατική και αγροτική τάξη και αυτοί απομυζούσαν τυραννικά τους κόπους της, ενώ τα χέρια τους παρέμεναν ολόλευκα και οι φλέβες τους ξεχώριζαν γαλάζιες, γι΄ αυτό και η ονομασία «γαλαζοαίματοι».
Οι λέξεις δοκιμάζονται και το νόημα ξεφεύγει επικίνδυνα για τη γλώσσα μας, που απαιτεί όλο και περισσότερο να της μένουμε πιστοί. Την ακούμε;
Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα έχει την αποκλειστική παγκόσμια καινοτομία, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, της επινόησης των φωνηέντων ανάμεσα στα σύμφωνα και επίσης, την αποκλειστικότητα ότι δένεται άρρηκτα κάθε λέξη με το νόημα που περιέχει και την επίσης αποκλειστικότητα ότι, μέσω αυτής, η ώθηση στον πολιτισμό του ανθρώπου ήταν μεγαλειώδης; Και πόσοι είμαστε έτοιμοι να την υπερασπιστούμε, να τη σεβαστούμε και να τη διδάξουμε;
Άραγε, μιμηθήκαμε, επάξια, κι εμείς κάποιον μεγάλο Έλληνα;

Τελικά,  ας μην είμαστε εύπιστοι σε όρους και σύμβολα σημειολογικά, -δική μας, προσωπική είναι η απόφαση-, γιατί ξανάρχεται στους οίκους μόδας το ζιβάγκο και μαζί μια σκακιέρα στα ρούχα του παρισινού οίκου Lοuis Vuitton και μας κατακλύζει η νέα τάξη του νοήματος των λέξεων.
Έτσι θα καταλάβουμε ότι το κούρεμα -haircut- δεν είναι στα μαλλιά ούτε μόνο στο χρέος και τότε η παραζάλη μας θα γίνει ένα βαθύ ρήγμα πολιτισμού.

 Έ, αυτόν, πάει πολύ να τον χάσουμε.