Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Πόλεις χωρίς γηγενείς

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΑΒΙΛΑ*

Σε έναν έρημο τόπο ακούμπησαν τα υπάρχοντα τους, πριν από δύο σχεδόν αιώνες, χρεωκοπημένοι ναυτικοί και πλοιοκτήτες από την Ύδρα, κυνηγημένοι από τον πόλεμο έμποροι και επιχειρηματίες από τη Χίο. Καθώς στηνόταν η πόλη μας, αγρότες, που είχαν εγκαταλείψει τα φτωχά χωριά τους, τη Μάνη, την Τσακωνιά, τις Σπέτσες, την Κεφαλονιά, την Κάρπαθο, τη Σαντορίνη, το Τσιρίγο κατέφθαναν με ένα μπογαλάκι, πήγαιναν κοντά σε γνωστούς συντοπίτες. Έμεναν στην αρχή στα σπίτια τους και μετά έστηναν το δικό τους.
Η εξεγερμένη Κρήτη έστελνε καραβιές προσφύγων ώς το γύρισμα του 19ου αιώνα. Γέμισαν οι λόφοι παράγκες. Οι λίγο παλιότεροι ενοχλούνταν. Άρχιζαν να ορίζουν εαυτούς ως "αυτόχθονες" και ζητούσαν να ληφθούν μέτρα κατά όσων “ετεροχθόνων” έφταναν από τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τους έπαιρναν τις δουλειές. Οι ξένοι της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Κρήτης, της Μακεδονίας, της Χίου, απαγορεύθηκε να παίρνουν θέσεις στη δημόσια διοίκηση. Στη νέα πόλη όμως η φτώχεια συνέχιζε. Πάρα πολλοί αποφάσισαν να ξαναφύγουν??? Νέα Υόρκη, Καλιφόρνια, Ντιτρόιτ, Βοστόνη, Νέα Ορλεάνη, Τάρπον Σπρίνγκς. Ταξιδιωτικά γραφεία διαφήμιζαν τον παράδεισο, υπερωκεάνεια γεμάτα με οικονομικούς μετανάστες ταξίδευαν πέρα από τον ωκεανό. Από τα νησιά του Αιγαίου μικρά Ελληνόπουλα έγιναν λουστράκια, λαντζέρηδες, οικοδόμοι, τορναδόροι στην Αμερική. Έτσι ήσαν τα πρώτα χρόνια στις νέες πατρίδες. Από το 1890 έως το 1924 μισό εκατομμύριο άνθρωποι. Αλλά το 1922, το κύμα αναστράφηκε. Ένα εκατομμύριο και βάλε κόσμος, έφτασε κυνηγημένος από την Ιωνία και τον Πόντο. Η πόλη μας εξερράγη,
διπλασιάστηκε. Πλάι σε επαύλεις και αρχοντικά, σε προαύλια εκκλησιών και πλατείες υψώθηκαν αντίσκηνα και τρώγλες. Ενοχλητικές μυρωδιές, από άγνωστα φαγητά και ναργιλέδες, μουσικές, φέσια, έφεραν τα πάνω-κάτω. Οι ντόπιοι ήσαν έξαλλοι με τη βρώμα, τον θόρυβο, τις αλλόκοτες συνήθειες των προσφύγων.
Η πόλη άλλαξε για πάντα. Πέρασε ο καιρός, καταλάγιασε το “προσφυγικό” αλλά ένας νέος πόλεμος διέλυσε πάλι τη ζωή των ανθρώπων. Οι αστοί αυτή τη φορά εγκατέλειψαν νύχτα τις εστίες τους όταν η πόλη ισοπεδώθηκε από τις βόμβες. Βρέθηκαν αυτοί τώρα με έναν σακίδιο στην πλάτη να κατασκηνώνουν σε άλλες πλατείες, σε ξένα καταφύγια. Με τους εκεί ντόπιους να τους κοιτούν με μισό μάτι, αυτούς τους νέους ξένους. Το πήγαινε-έλα συνεχίστηκε αδιάλειπτα και μετά τον πόλεμο. Ξανά η φυγή, για την Αυστραλία τώρα, τη Γερμανία και τον Καναδά. Μια άλλη παράλληλη προσφυγιά, των ανταρτών του πολέμου που πέρασαν τα σύνορα για να βρεθούν στο Μπούλκες, το Βελιγράδι, το Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη, την Τασκένδη. Από το '49 έως το '70 οι άνθρωποι έφευγαν. Χωριάτες κατέβαιναν από τα βουνά στις πόλεις, εργάτες έφευγαν από τις πόλεις για έξω. Και από το '67 μία τελευταία έξοδος, πολιτικών φυγάδων. Που βρήκαν φιλόξενο άσυλο στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Στοκχόλμη.
Πόλεις χωρίς γηγενείς, φτιαγμένες από μετανάστες, έτσι φτιάχνονται οι πόλεις σε όλο τον κόσμο. Πώς κτίστηκαν η Αθήνα και ο Πειραιάς; Από φυγάδες, που εγκατέλειψαν άλλες αγαπημένες πατρίδες, κυνηγημένοι από τη φτώχεια και τον πόλεμο, και έφτιαξαν εδώ μια νέα πατρίδα Το στοίχημα πάντα ήταν πώς θα μπορέσουν οι νέοι μεταναστευτικοί πληθυσμοί να ενταχθούν. Όπου αυτό συνέβη με επιτυχία, υπήρξε και προκοπή. Και πάντα υπήρχαν κάποιοι αφελείς ή επικίνδυνοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ψευδώς γηγενείς ξεχνώντας τις δικές τους καταγωγές, απαιτώντας την έξωση των νεοφερμένων. Αγνοώντας αφελώς ή δολίως, ότι συγγενείς τους εξ' αίματος φιλοξενούνται σε άλλες χώρες, τρώνε ξένο ψωμί, σπουδάζουν σε ξένα σχολεία, επιβαρύνουν ξένα νοσοκομεία, φέρνουν από τις νέες πατρίδες τους στις παλιές, συντάξεις και εμβάσματα ακόμη και σήμερα.
Γράψαμε το ημερολόγιο του 2013 του «Λιμανιού της Αγωνίας», για να ευχηθούμε στους φίλους μας “Kαλή Xρονιά”, αλλά και για να θυμηθούμε, πως γεννηθήκαμε σε μια όμορφη πόλη χωρίς γηγενείς, μία πόλη μεταναστών και προσφύγων, τον Πειραιά.

* Ο Νίκος Μπελαβίλας διδάσκει Πολεοδομία στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
avgi